Συνδυάζοντας εντυπώσεις και μέρες: καβαφικές αναφορές στις Ακυβέρνητες Πολιτείες
Ιατρού, Μαρία; Iatrou, Maria
2013
«Τη λυπούμαστε, βλέπω, τη ζωούλα μας, ε;», παρατηρεί ο οδηγός του νυχτερινού λεωφορείου, όταν ο μοναδικός επιβάτης του τον ρωτά γιατί δεν έχει τα φώτα πορείας αναμμένα. Ο επιβάτης, στον οποίο ο οδηγός θυμίζει έναν σερβιτόρο που γνώριζε στα φοιτητικά του χρόνια στο Παρίσι, απαντά ότι δεν νοιάζεται και τόσο για τη ζωή του: “Όπως κατάντησε, πικρή και άδεια, σαν ξένη φορτική, που είπε κάποιος…” –Γι’ αυτό ήρθα, τον έκοψε ο σοφέρ.– Ήρθες να κάνεις τι; ρώτησε ο ξένος.»
Έτσι ονειρικά, ανάμεσα σε μια σπληνική παρισινή εικόνα και έναν προαναγγελθέντα θάνατο, εισάγεται ο Καβάφης στις Ακυβέρνητες Πολιτείες. Σε ένα κομβικό σημείο της πλοκής της Λέσχης, όπου ο Μάνος αφηγείται στην ομήγυρη της γνωστής πανσιόν ένα όνειρό του. Το όνειρο του Mάνου, ένα αρχετυπικό ταξίδι θανάτου, λειτουργεί ως κέντρο που συγκεντρώνει γύρω του προσωρινά τα βασικά πρόσωπα της Λέσχης, τα οποία από το σημείο αυτό και πέρα σκορπίζουν, ακολουθώντας διαφορετικά νήματα της πλοκής. Αξιοσημείωτο, μάλιστα, είναι ότι η εσπευσμένη αναχώρηση του Xανς στη διάρκεια της αφήγησης την αφήνει οριστικά ημιτελή και δρομολογεί τις εξελίξεις που θα σημαδέψουν τη σχέση Έμμης και Mάνου, που επίσης θα παραμείνει ημιτελής. Kαθώς κινούνται γύρω, μέσα και έξω από τον λόγο του Mάνου, έναν λόγο που συνδέει τις λειτουργίες του υποσυνείδητου με τον συμβολικό μύθο του περάσματος στην άλλη όχθη, τα πρόσωπα και οι διαδρομές τους φορτίζονται ειρωνικά από το βάρος μιας αναπόδραστης, αρχέγονης αναγκαιότητας. H πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι, βέβαια, η Έμμη, η οποία εμφανίζεται στη μέση της αφήγησης (παρόλο που ο Mάνος την περιμένει όσο μπορεί, σ. 110) και στη μέση πάλι φεύγει μαζί με τον Xανς, προκαλώντας τη διακοπή που προαναφέρθηκε.
Download PDF
View in repository
Browse all collections