Η Συνθήκη της Λωζάνης και οι επιπτώσεις της στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις

Christou, Ioannis; Χρήστου, Ιωάννης

2024/12/10

Στις 24 Ιουλίου 1923, ένα χρόνο μετά τη μικρασιατική καταστροφή, υπογρά-φηκε στη Λωζάνη συνθήκη ειρήνης μεταξύ των νικητών του Α' Παγκοσμίου Πολέ-μου και της κεμαλικής Τουρκίας. Η Συνθήκη της Λωζάνης καθόρισε τα ελληνοτουρκικά σύνορα στη Θράκη και το Αιγαίο Πέλαγος. Στη Θράκη, ως σύνορο ορίστηκε ο ποταμός Έβρος. Εκτός του Κα-ραγάτς, (ένα τμήμα εδάφους από την δυτική όχθη του ποταμού μέχρι το σημείο που ενώνονται ο Έβρός ποταμός με τον Άρδα ποταμό), παραχωρήθηκε στην Τουρ-κία. Στο Αιγαίο Πέλαγος, επιβεβαιώθηκε η ελληνική κυριαρχία επί όλων των νησιών (ανεξαρτήτως μεγέθους), εκτός από τα νησιά Ίμβρος, Τένεδος και Λάγος, που ανή-καν στην Τουρκία και βρίσκονταν σε απόσταση τριών ναυτικών μιλίων από τις μι-κρασιατικές ακτές, και τα Δωδεκάνησα, που ανήκαν στην Ιταλία και παραχωρήθη-καν στην Ελλάδα το 1947. Παράλληλα, η συνθήκη περιελάβανε διατάξεις για την προστασία της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη, της μουσουλμανι-κής μειονότητας στη Θράκη και των Ελλήνων στα νησιά Ίμβρο και Τένεδο (ειδικό διοικητικό καθεστώς). Από την επομένη της Συνθήκης, η Τουρκία εφάρμοσε μια στρατηγική (δια-χρονική μέχρι και σήμερα), κατάλυσης και μη εφαρμογής της. Άρχισε μια πολιτική εκκένωσης – εκκαθάρισης των Ελλήνων κατοίκων από το έδαφός της με τον πιο στυγνό και βιαίο τρόπο. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου προσπάθησε να προσεταιριστεί ελληνικά νησιά και να της δοθεί η Δωδεκάνησος, ενώ παράλληλα συνέχισε την εξόντωση του ελληνικού στοιχείου στο εδαφός της με κάθε δυνατό τρόπο (κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά κλπ). Τον Σεπτέμβριο του 1955, ένα αν-θελληνικό κίνημα Τούρκων πολιτών, υποκεινούμενο από το ίδιο τουρκικό κράτος, εξαπέλυσε ένα κύμα βίας και κτηνωδίας στην Κωνσταντινούπολη, που οδήγησε στη μαζική φυγή της ελληνικής μειονότητας. Κατάφερε μέσα σε 50 χρόνια να σβήσει οποιαδήποτε φυσική παρουσία του ελληνισμού, στο εδαφός της. Έπειτα συνέχισε με την αμφισβήτηση των συνόρων που καθόρισε η Συνθή-κη της Λωζάννης. Πρόβαλε έντονα τις αξιώσεις της όταν βρήκε την Ελλάδα ανήμπο-ρη να διαχειριστεί την νέα φάση στην οποία εισέρχονταν ο κόσμος και να εφαρμό-σει εξωτερική πολιτική υπέρ των ελληνικών συμφερόντων. Ειδικότερα, μετά το 1974 και την μεταπολίτευση, που η Ελλάδα εφάρμοσε και εφαρμόζει μια στρατηγική κα-τευνασμού, που όπως φαίνεται μετρά από 100 χρόνια αποδεικνύεται αναποτελε-σματική. Αρχικά διεκδίκησε εδαφικά δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα του βορειοα-νατολικού και κεντρικού Αιγαίου και στη συνέχεια τα επέκτεινε σε ολόκληρο το μή-κος του Ανατολικού Αιγαίου Πελάγους. Μετά την εισβολή στην Κύπρο, επέκτεινε τις εδαφικές της διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και συνεχίζει τις παράλογες απαιτήσεις στο Αιγαίο Πέλαγος με απειλή πολέμου «casus belli» εφόσον εφαρμό-σουμε μονομερώς τα κυριαρχικά μας δικαιώματα (12 ν.μ.). Σήμερα, 100 χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάνης, το μόνο που δεν αμφισβητεί η Τουρκία είναι τα σύνορα του Έβρου (εφαρμόζει μια τακτική αγοράς κτημάτων από μέρους του πληθυσμού της μουσουλμανικής μειονό-τητας της Θράκης στα πρότυπα της αρχικής δημιουργίας του κράτους του Ισραήλ και άσκηση ισχυρής επιρροής σε αυτή). Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Ελλάδα τήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις σχεδόν δουλικά, παρά τις παρα-βιάσεις και τις αξιώσεις της Τουρκίας. Η τουρκική πολιτική από το 1974, και ιδίως από το 1990, έχει λάβει καθαρά αναθεωρητικό χαρακτήρα. Από τη μια πλευρά, στοχεύει στην κατάργηση του status quo στο Αιγαίο, δηλαδή στην ακύρωση της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923, και από την άλλη, στην επιβεβαίωση της θέσης της ως περιφερειακής δύναμης στην ευαίσθητη αυτή περιοχή, την Ανατολική Μεσόγειο. Ως εκ τούτου, οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας βρίσκονται αναπόφευκτα σε κατάσταση μόνιμης αντίφασης λόγω της ευθύνης της Τουρκίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα τελευταία χρόνια η Τουρκία έχει επιδείξει μια εξαιρετική ικανότητα προσαρμογής στα νέα γεωπολιτικά δεδομένα, ανάπτυξης μιας πολύπλευρης εξωτερικής πολιτικής, ανάληψης πρωτο-βουλιών και παρέμβασης. Ειδικότερα, η Τουρκία σχεδιάζει, τελευταία, όχι μόνο ε-πιθετικές ενέργειες που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν ανά πάσα στιγμή. Η Τουρκία έχει ξεπεράσει το φράγμα της απειλής και προβαίνει σε ενέργειες που α-ποσκοπούν στην αλλαγή του εδαφικού και κυριαρχικού της καθεστώτος σε βάρος της Ελλάδας. H Ελλάδα, για την περίοδο που μελετάται, δεν διαχειρίστηκε ορθά τις σχέσεις της με την Τουρκία σε συνάρτηση της προστασίας των εθνικών συμφερόντων της. Είναι γεγονός ότι αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει διάφορες κρίσεις (κοινωνικές, πολιτειακές, οικονομικές) που την οδήγησαν σε εσωστρέφεια και αυτό οφείλεται πλέον ξεκάθαρα στην έλλειψη ενιαίας και συνεχούς υψηλής στρατηγικής στο χρόνο, με καθαρούς ιεραρχημένους στόχους και διασύνδεσης σκοπών και μέσων για την επίτευξη τους. Ότι ενέργειες έπραξε για την προστασία των εθνικών συμφερόντων ήταν ανεμικές. Τώρα καλείται να εφαρμόσει μια στρατηγική 2 ταχυτήτων. Μια αποτρεπτική στρατηγική που την εφάρμοσε από 1922 έως σήμερα στη σχέση της με την Τουρκία και μια πιο δυναμικής – επιθετικής με σκοπό την εκμετάλλευση ευκαιριών αναβάθμισης της ισχύος της στην Αν. Μεσόγειο.

Download PDF

View in repository

Browse all collections