Αναθεωρώντας την ακρόαση φωνών: ανθρωπολογικές όψεις και κριτικές προσεγγίσεις στη μονοφωνία της σκέψης και της συνοχής του εαυτού
Βέικου, Αικατερίνη Α.
2024
Σε αυτή την εργασία, θα επιχειρηθεί μια κριτική εξέταση της ακρόασης φωνών για την ανάδειξη προοπτικών, που έρχονται να αμφισβητήσουν την πρωτοκαθεδρία μιας μονολιθικής, «ψυχικά υγιούς» θεσιακότητας και συγχρόνως να αναδείξουν την αποικιακή της διάρθρωση ως συγκαλυμμένη βάση της δόμησης κυρίαρχων τρόπων κατανόησης αναφορικά με την «δομή της σκέψης», την «αντίληψη», το «συναίσθημα» και τους κοινωνικά παραδεδεγμένους τρόπους επικοινωνίας. Σε αυτή τη θεωρητική βάση, θα αναδειχθεί η αποικιοκρατική λειτουργία των ψυχολογικών πρακτικών, που θεμελιώνουν την ιδέα ενός υπερπολιτισμικού/εσωτερικά ενιαίου ψυχισμού, στην γνωσιοκτονία θεωρήσεων, που προσλαμβάνονται ως «τοπικές», «μερικές» και ασύμβατες με αξιώσεις «γενικής αλήθειας» και «επιστημονικότητας». Από αυτή τη προοπτική, η κυρίαρχη αντίληψη για τα άτομα που ακούνε φωνές (ότι επινοούν εξωτερικούς συνομιλητές) και ο υποβιβασμός των φωνών σε «ψευδαισθήσεις» θα επανα-συγκειμενοποιηθεί στο πλαίσιο επενέργειας κυρίαρχων δυτικών αντιλήψεων, που θέλουν την σκέψη να είναι μονοφωνική. Θεωρείται λοιπόν ότι υπάρχει ένα αδιαίρετο υποκείμενο, που κυριαρχεί επί της σκέψης του και δεν μιλούν «άλλοι» μέσα από αυτήν. Κεντρικό ερώτημα παραμένει το ποια είναι τα αθέατα όρια και οι αποκλεισμοί, που συνέχουν την επίφαση «οικουμενικότητας» αυτού του ψυχολογικοποιημένου υποκειμένου, που «σκέφτεται» και παράγει γνώση για τον «Άλλο». Κατά αυτή την άποψη, η παθολογικοποίηση της ακρόασης φωνών θα αναδειχτεί ως ένα είδος επιστημικής βίας, που συνίσταται σε διεργασίες συγκάλυψης ηγεμονικών θεσιακοτήτων, η παραγόμενη διαφάνεια των οποίων, φυσικοποιεί και θεμελιώνει την κανονιστική εμβέλεια της ανθρωπιστικής ενότητας του υποκειμένου (Braidotti, 2013, Spivak, 2018) (βλ. λευκού, ψυχικά υγιούς, αρρενωπού, που συμπλέει με νεοφιλελεύθερα ιδανικά αυτοδυναμίας/αυτοτέλειας, ορθολογισμού και γνωσιακής αξιοπιστίας). Ωστόσο, θα υποστηριχτεί ότι η ακρόαση μιας φωνής, που δεν προσλαμβάνεται ως «δική μας», εκθέτει και αναταράσσει τους αποκλεισμούς που ενέχονται σε μια μονοφωνική πρόσληψη του εαυτού, που δεν αναγνωρίζει την συγκρότησή του στην βάση της σύνδεσης με ό, τι ορίζει ως «εξωτερικό». Σε αυτό το πλαίσιο, τα όρια του «εαυτού» και του «Άλλου» αποσταθεροποιούνται και η παραγόμενη ομοιογένεια και συνοχή αντιληπτικών ικανοτήτων και νοητικών μορφών υπονομεύεται από δυναμικές εκτροπής και μορφές σκέψης/ακρόασης, που εκπίπτουν της κανονικοποίησής τους. Μέσα από ανθρωπολογικές μελέτες διαφαίνεται ότι η οριοθέτηση της «πραγματικότητας» και o προσδιορισμός της «απώλειας της αίσθησής της» διαρθρώνεται στη βάση συγκεκριμένων πολιτισμικών συγκειμένων, που χαράσσουν τομές ανάμεσα στην εξιδανικευμένη κανονικότητα και την δυσλειτουργική της απόκλιση. Κατ’ επέκταση, το «περιεχόμενο των φωνών» και τα αποδιδόμενα νοήματα ποικίλουν σημαντικά (Luhrmann et al., 2015, Larøi et al., 2014). Στην εν λόγω εργασία, η αντίσταση στην επιστημική βία συνίσταται σε ένα εγχείρημα ανασυγκρότησης του νοήματος, εντός ενός παθολογικοποιητικού πλαισίου, που το αποσυνθέτει. Από αυτό το πρίσμα, η εκφυγή ορισμένων μορφών σκέψης/ακρόασης από τις διεργασίες κανονικοποίησης και αφομοίωσής τους, δεν αποτελεί μια περιστασιοποιημένη δυσλειτουργία, που αντίκειται σε μια εύτακτη κανόνικότητα, αλλά εκθέτει την βία των κανονικοποιητικών πειθαρχήσεων και τα όρια που διαμεσολαβούν την αίσθηση του «ανήκειν». Στόχος καθίσταται λοιπόν η από-φυσικοποίηση της σύνδεσης της ακρόασης φωνών με την «ψυχική οδύνη», καθώς η τελευταία είναι ριζικά εγγεγραμμένη στην βία μιας επιστημονικής μετάφρασης, που συνδέεται με την αποσιώπηση της διάχυτης κανονικοποιητικής βίας. Ακόμη, η οδύνη δεν μπορεί να αποσπαστεί από την βαναυσότητα μιας αισιοδοξίας, που έγκειται στο αίτημα για ενσωμάτωση μιας «ελπίδας» για μια επικείμενη εξάλειψη/θεραπεία των φωνών (Berlant, 2011). Ορισμένα ερωτήματα που προκύπτουν είναι τα εξής: Πώς υποστασιοποιούνται οι φωνές στον λόγο των ατόμων που τις ακούνε; Πώς μπορεί να ανασυντεθεί το νόημα των φωνών εντός των θεωρήσεων, που τις υποβιβάζουν σε κενούς δείκτες μιας υποβόσκουσας παθολογίας; Πώς τα υποκείμενα που «αναλύονται» και «περιγράφονται» εντός των βιοϊατρικών θεωρήσεων διαπραγματεύονται τις λογοθετικές τοποθετήσεις απ’ τις οποίες καλούνται να υποκειμενοποιηθούν και πώς επανοικειοποιούνται την δυνατότητα παραγωγής γνώσης για τον εαυτό τους; Ποιες είναι οι αλληλοδιαπλοκές του βιοϊατρικού λόγου περί σχιζοφρένειας με «εναλλακτικές θεωρήσεις», που εγγράφουν την ακρόαση φωνών σε θρησκευτικές, πολιτισμικές κ.α. διαστάσεις;
Download PDF
View in repository
Browse all collections