Πάνδημος
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
Χώρος ηλεκτρονικής δημοσίευσης της συγγραφικής δραστηριότητας των μελών της επιστημονικής κοινότητας του Παντείου Πανεπιστημίου. Μέσω του Πάνδημου επιτυγχάνεται η ευρεία δημοσίευση και η άμεση διάθεση, η μεγαλύτερη προβολή και κατοχύρωση της εργασίας, στην ευρεία επιστημονική κοινότητα, ενώ ενισχύεται η επιστημονική επικοινωνία.
Κοινότητες στην Πάνδημο
Επιλέξτε μια κοινότητα για να περιηγηθείτε στις συλλογές της.
Πρόσφατες Υποβολές
Τα δικαιώματα και η προστασία των θυμάτων της εγκληματικότητας: ζητήματα ερμηνείας της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ και της εφαρμογής της στην εσωτερική έννομη τάξη
Δραγανούδης, Βασίλειος-Παναγιώτης; Τσόλκα, Όλγα Β.; Κανελλοπούλου-Μαλούχου, Μαρία-Νέδα Α.; Αναστασοπούλου, Ιωάννα; International, European and Area Studies (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2026-03-11)
Η Οδηγία 2012/29/ΕΕ (Οδηγία για τα δικαιώματα των θυμάτων) περιλαμβάνει τόσο δικαιώματα που αφορούν τη συμμετοχή των θυμάτων στην ποινική διαδικασία όσο και ρυθμίσεις σχετικές με την προστασία και την υποστήριξή τους. Λαμβάνεται επίσης μέριμνα για θύματα με ειδικές ανάγκες υποστήριξης και καθιερώνεται για πρώτη φορά η υποχρέωση διεξαγωγής ατομικής αξιολόγησης των θυμάτων. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να ακολουθήσει ολιστική προσέγγιση στην προστασία των θυμάτων από τον κίνδυνο δευτερογενούς και επαναλαμβανόμενης θυματοποίησης. Παρά τις καινοτόμες διατάξεις της, η Οδηγία παρουσιάζει και ορισμένες ελλείψεις λόγω της εξάρτησης του πεδίου εφαρμογής αρκετών δικαιωμάτων από τον ρόλο του θύματος στην ποινική διαδικασία βάσει του εκάστοτε εθνικού δικαίου, αλλά και της απουσίας πρόβλεψης περί αποτελεσματικών ενδίκων μέσων των θυμάτων σε περίπτωση παραβίασης των διατάξεών της. Βούληση του ενωσιακού νομοθέτη ήταν να σεβαστεί τόσο τις ιδιομορφίες και διαφορές των εθνικών δικαίων των κρατών μελών, που παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές στο πεδίο των θυμάτων, όσο και τα δικαιώματα των κατηγορουμένων και των υπόπτων, τα οποία θα πρέπει να μην θίγονται λόγω της ενίσχυσης της θέσης των θυμάτων. Ο Έλληνας νομοθέτης ενσωμάτωσε την Οδηγία 2012/29/ΕΕ στην ελληνική έννομη τάξη με τον Ν. 4478/2017, όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια με τον Ν. 4635/2019, με κάποια καθυστέρηση. Τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλα κράτη μέλη παρατηρούνται αστοχίες στην εφαρμογή της Οδηγίας, που περιορίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητά της. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή έχει ήδη προτείνει την τροποποίηση της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ, προκειμένου να ενισχύσει την προστασία των θυμάτων και τη θέση τους στην ποινική διαδικασία.
Ασυνείδητος αποτρεπτικός αυτοέλεγχος ως μηχανισμός ψυχοπαθολογίας
Τσιώκος, Αλέξανδρος; Μέλλον, Ρόμπερτ; Βατάκη, Αργυρώ; Δούναβη, Αικατερίνη; Dounavi, Katerina; Psychology (2025-12-08)
Η μελέτη και κατανόηση των διαδικασιών της τιμωρίας που εξετάστηκε στην παρούσα έρευνα και εφαρμόζεται πολλές φορές στις δράσεις των ατόμων, είναι δυνατό να ενδυναμώσει την κατανόηση και τροποποίηση προβληματικών μοτίβων συμπεριφοράς, στην ανάλυση κλινικών περιπτώσεων. Προσδιορίζοντας τα αποτελέσματα των πειραμάτων με όρους μιας γενικής ερμηνευτικής διαδικασίας της συμπεριφοράς, μέσω της εφαρμογής εκτεταμένης πειραματικής ανάλυσης της συμπεριφοράς και μέσα από την ερμηνευτική προσέγγιση που ξεκίνησε από τον B.F. Skinner (1953).
Ο τρόπος με τον οποίο επενεργεί, όταν το κάνει, η εφαρμογή τιμωρίας στην συμπεριφορά των ατόμων είναι πολύπλοκος επηρεάζοντας αυτή, τροποποιώντας και αλλάζοντας τη λειτουργία της και όχι απλά, όπως λανθασμένα αναφέρεται πολλές φορές στην σύγχρονη βιβλιογραφία, δημιουργώντας κάποιες παρενέργειες. Με την αρνητική ενίσχυση (αφαίρεση ερεθισμάτων μέσω της δράσης) και την τιμωρία να λειτουργούν συμπληρωματικά (ένα ερέθισμα που τιμωρεί μια δράση θα πρέπει επίσης να προξενεί την εκδήλωση δράσης που αφαιρεί ή προλαμβάνει την παραγωγή του αποτρεπτικού ερεθίσματος), η τιμωρία τελικά οδηγεί στην αύξηση της συμπεριφοράς διαφυγής και αποφυγής.
Με το μοτίβο συμπεριφοράς που χαρακτηρίζεται ως Ψυχοπαθολογία, να επιβιώνει της τιμωρίας. Τιμωρία, με την έννοια ότι η συμπεριφορά επιφέρει δυσάρεστα γεγονότα ή τερματίζει ωραία πράγματα που είχε και απολαύανε το άτομο αλλά τα έχασε. Επαναλαμβανόμενα στο DSM-5-TR περιγράφονται μοτίβα συμπεριφοράς που επιβιώνουν την τιμωρία και παρατηρούνται συμπεριφορές που συνεχίζουν να εκδηλώνονται παρότι τιμωρούνται. Με το μηχανισμό του Αποτρεπτικού Αυτοελέγχου να είναι μία τέτοια κατάσταση. Επειδή σε αυτή τη συνθήκη το άτομο εκθέτει τον εαυτό του σε έναν αρνητικό ενισχυτή, εκθέτει τον εαυτό του σε κάτι δυσάρεστο, αλλάζοντας το περιβάλλον και στη συνέχεια το περιβάλλον αλλάζει τη δική του τη συμπεριφορά. Αυτό λειτουργεί ως τρόπος τερματισμού ακόμα χειρότερων γεγονότων που μπορούν να συμβαίνουν στη συνέχεια, βάση του ιστορικού του ατόμου.
Στα πειράματα της παρούσας έρευνας, διερευνήθηκε η δυνατότητα διαφορικής ενίσχυσης της επιλεκτικής οπτικής εστίασης σε ενήλικα άτομα τυπικής ανάπτυξης, με συνέπεια δράσης την αφαίρεση απειλών τιμωρίας. Η οπτική εστίαση, όπως συμβαίνει και με άλλες δράσεις ποικίλων μορφών, καθορίζεται από τις συνέπειες που παράγει ή/και τερματίζει. Συγκεκριμένα, διεξήχθη ένα παιχνίδι στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, ονόματος “Coins & Bombs”, με τους συμμετέχοντες να καλούνταν με τη χρήση του πληκτρολογίου να πλοηγηθούν μέσω ενός avatar σε εικονικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα την παραγωγή (θετική ενίσχυση) ή την αφαίρεση (τιμωρία) ψηφιακών κερμάτων ή τίποτα από τα δύο. Κατά τη διάρκεια του πειράματος, οι συμμετέχοντες μπορούσαν να αφαιρέσουν την απειλή τιμωρίας μεταφέροντας το βλέμμα τους σε μια από τις τέσσερεις γωνιακές περιοχές της οθόνης, με διαφορετικές πιθανότητες αφαίρεσης της απειλής στην κάθε μία.
Αυτό που παρατηρήθηκε, είναι πως η σχετική συχνότητα οπτικής επαφής με κάθε μία από τις τέσσερεις γωνίες καθοριζόταν από τη συχνότητα τερματισμού της απειλής και την ταυτόχρονη μετάβαση στην ασφάλεια, που παρείχε η κάθε μία. Αποστρέφοντας δηλαδή το βλέμμα τους από το πλαίσιο της ενίσχυσης, τα πειραματικά υποκείμενα προσηλώθηκαν αξιόπιστα, αναστρέψιμα και ασυνείδητα (χωρίς διάκριση της συμπεριφοράς τους) πιο συχνά στα περιφερειακά ερεθίσματα που παρείχαν συχνότερα σηματοδοτημένες μεταβάσεις στην ασφάλεια, ακόμη κι αν έπρεπε να εκτεθούν σε αποτρεπτικά ερεθίσματα.
Οι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι στον τομέα των επιβατικων μεταφορών και πιθανοί τρόποι παρέμβασης
Σταμούλος, Γεώργιος; Προδρομίτης, Γεράσιμος Π.; PRODROMITIS, GERASIMOS; Ξενικού, Αθηνά; Κέφης, Βασίλειος Ν.; Χρυσοχόου, Ξένια; Μαντόγλου, Άννα; Παρπούλα, Χριστίνα; Γιαννούση, Ζωή; Xenikou, Athena; KEFIS, VASSILIS; Parpoula, Christina; Giannousi, Zoe; Psychology (2026-02-17)
Οι Ψυχοκοινωνικοί Κίνδυνοι Εργασίας (ΨΚΕ) χαρακτηρίζονται από τις σοβαρές τους επιδράσεις στους εργαζομένους και την διαρκώς αναδυόμενη αρνητική επίπτωση στις επιχειρήσεις και το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Παρά την εισαγωγή πολιτικών πρόληψης ειδικά για τους ΨΚΕ και παρά τη συγκέντρωση εμπειρικών δεδομένων που τεκμηριώνουν την αρνητική τους επίδραση στην υγεία, την ασφάλεια και τη γενικότερη ευημερία των εργαζομένων συνεχίζουν να λαμβάνουν μικρότερη προσοχή από τους οργανισμούς σε σχέση με τους φυσικούς κινδύνους και την ασφάλεια στην εργασία. Ειδικά ο τομέας ενδιαφέροντος της διατριβής -των μεταφορών- κατατάσσεται διαχρονικά ανάμεσα στους πιο «επικίνδυνους», καθώς συνδυάζει έναν μεγάλο αριθμό επιβαρυντικών συνθηκών κάτω από τις οποίες εκτελούν τα καθήκοντά τους οι εργαζόμενοι, ενώ βρίσκεται στις υψηλότερες θέσεις σε εμφάνιση επαγγελματικών ασθενειών και στον αριθμό ατυχημάτων και τραυματισμών. Η υστέρηση στο ζήτημα της πρόληψης και διαχείρισης των ΨΚΕ συμπληρώνεται από την έλλειψη επαρκών ερευνητικών δεδομένων για τον Ελληνικό εργασιακό πληθυσμό και η σχεδόν πλήρης απουσία για τους εργαζόμενους στις μεταφορές (στην Ελλάδα). Το κάθε επάγγελμα συνοδεύεται από τους δικούς του σχετικούς ΨΚΕ και ο συνδυασμός των μεταξύ τους αλληλεπιδράσεων που οδηγούν σε αρνητικές επιπτώσεις, είναι μοναδικός για κάθε εργασιακό περιβάλλον. Αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με τα περιορισμένα δεδομένα για τους ΨΚΕ στον τομέα των μεταφορών στην Ελλάδα, καταδεικνύουν την αναγκαιότητα της παρούσας διατριβής. Σκοπός της ήταν η σύνθεση εμπειρικής και θεωρητικής γνώσης για τους ΨΚΕ, μέσα στον συγκεκριμένο επαγγελματικό χώρο των μεταφορών. Εκκίνησε με στόχο την ολοκληρωμένη περιγραφή του πλαισίου, έτσι όπως διαμορφώνεται σε επίπεδο πολιτικών, διαδικασιών, αλλά και των αναγνωρισμένων ως επικρατέστερων ΨΚΕ στα συγκεκριμένα επαγγέλματα. Συνέχισε επιδιώκοντας τον προσδιορισμό κατάλληλου τρόπου ανάλυσης και ερμηνείας των αλληλοσυνδέσεων μεταξύ των ΨΚΕ και πρόβλεψης των συνεπειών τους σε ατομικό και οργανωσιακό επίπεδο. Ευελπιστώντας στη βαθύτερη θεωρητική κατανόηση με άμεση αντιστοίχιση στα παρατηρούμενα φαινόμενα, επιχείρησε να προσεγγίσει το εργασιακό πλαίσιο μέσα από μία κοινωνιοψυχολογική ματιά, εντάσσοντας σε κεντρική θέση της ανάλυσης έννοιες όπως η Σχετική Αποστέρηση, η Κοινωνική Ταυτότητα και η Οργανωσιακή Ταύτιση. Υπό αυτήν την οπτική και με την καθοδήγηση του θεωρητικού μοντέλου Απαιτήσεων-Πόρων στην Εργασία υλοποιήθηκε ένας μη-πειραματικός σχεδιασμός με δύο διαδοχικές ερευνητικές δράσεις. Σε πρώτο διερευνητικό επίπεδο υλοποιήθηκε ποιοτική έρευνα για την καταγραφή των αντιλήψεων και των πρακτικών σε σχέση με τους ΨΚΕ στους οργανισμούς που δραστηριοποιούνται στις μεταφορές. Στη συνέχεια, πραγματοποιήθηκε μια ευρύτατη ποσοτική έρευνα για τη συστηματική εκτίμηση των ΨΚΕ στον τομέα των μεταφορών. Η ποσοτική έρευνα ήταν ενημερωμένη από τους θεματικούς άξονες που προέκυψαν από τα ευρήματα της πρώτης έρευνας. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν από δείγμα εργαζομένων στις μεταφορές, με μεγαλύτερη αντιπροσώπευση των αστικών μεταφορών. Μέσα από τη θεματική ανάλυση του περιεχομένου της ποιοτικής έρευνας και την πολύπλευρη στατιστική ανάλυση των ποσοτικών δεδομένων της δεύτερης έρευνας, αναδείχθηκαν οι επικρατέστεροι ΨΚΕ στον τομέα των μεταφορών. Ο ρυθμός εργασίας, η έκθεση σε περιστατικά βίας και παρενόχλησης από τρίτους, η αίσθηση/έλλειψη ελέγχου στην εργασία, η σύγκρουση προσωπικής-εργασιακής ζωής και οι συναισθηματικές και ποσοτικές απαιτήσεις βρέθηκαν μεταξύ των υψηλότερων θέσεων στους αξιολογούμενους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους, επιβεβαιώνοντας την υπάρχουσα βιβλιογραφία και διαμορφώνοντας το αντικειμενικό μέρος των εργασιακών απαιτήσεων. Ωστόσο, τα αποτελέσματα της ποσοτικής έρευνας κατέταξαν στις πρώτες θέσεις των ΨΚΕ, οργανωσιακά χαρακτηριστικά όπως η ποιότητα ηγεσίας και η αναγνώριση. Συνολικά καταγράφηκαν υψηλά επίπεδα ψυχοκοινωνικής πίεσης στην εργασία, ενώ πράγματι το επάγγελμα του οδηγού φαίνεται να είναι το πλέον επιβαρυμένο και με διακριτές διαφορές σε σχέση με τα υπόλοιπα επαγγέλματα των μεταφορών. Οι πλέον αποτελεσματικοί παράγοντες για την πρόβλεψη του επιπέδου αυτής της πίεσης και των εργασιακών συνεπειών των ΨΚΕ, ήταν οι μεταβλητές της Οργανωσιακής Ταύτισης, της Σχετικής Αποστέρησης και της Σύγκρουσης Προσωπικής-Εργασιακής ζωής, αναδεικνύοντας την κοινωνιοψυχολογική διεργασία δημιουργίας και εκδήλωσής της. Επιπλέον, η διατριβή επιχείρησε τη συστημική θεώρηση των ΨΚΕ μέσα από τη δικτυακή ανάλυση. Η προσέγγιση του δικτύου προσέφερε νέες ερμηνευτικές δυνατότητες των σχέσεων μεταξύ των ΨΚΕ, εναλλακτικές εξηγήσεις των δυναμικών αλληλοσυνδέσεων με τις παρατηρούμενες μεταβλητές αποτελεσμάτων και πλούσια ερεθίσματα για θεωρητικό και μεθοδολογικό εμπλουτισμό. Με αυτόν τον τρόπο, επιδιώχθηκε η κατανόηση της πολυεπίπεδης σχέσης μεταξύ υποκειμένου (εργαζόμενου) και δομής (εργασιακού πλαισίου).
Η προσφυγή της Ελλάδας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την διευθέτηση του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας με την Τουρκία: νομική διέξοδος ή στρατηγικός κίνδυνος
Σύρρου, Γεωργία; Τριανταφυλλου, Δημήτρης; Γαλάνη, Σοφία; Υφαντής, Κώστας; Galani, Sofia; Yfantis, Konstantinos; International, European and Area Studies (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2026-04-10)
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το ενδεχόμενο προσφυγής της Ελλάδας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για τη διευθέτηση της ελληνοτουρκικής διαφοράς σχετικά με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), διερευνώντας κατά πόσο μια τέτοια επιλογή συνιστά νομική διέξοδο ή στρατηγικό κίνδυνο. Η διαφορά αυτή αποτελεί ένα από τα πλέον διαχρονικά και σύνθετα ζητήματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, καθώς συνδυάζει νομικές, γεωγραφικές και γεωπολιτικές παραμέτρους σε μια περιοχή ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, όπως το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος.
Η εργασία αναλύει το νομικό πλαίσιο του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, με έμφαση στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS 1982), τη σχετική διεθνή νομολογία και το καθεστώς των νησιών, καθώς και τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών. Παράλληλα, εξετάζονται οι πάγιες θέσεις Ελλάδας και Τουρκίας, η ιστορική εξέλιξη της διαφοράς και οι συνέπειες της μακρόχρονης απουσίας οριοθέτησης, τόσο σε νομικό όσο και σε πολιτικο-στρατηγικό επίπεδο.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη γεωπολιτική διάσταση της Ανατολικής Μεσογείου, στις ενεργειακές εξελίξεις και στον ρόλο τρίτων δρώντων, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Μέσα από ποιοτική ανάλυση πρωτογενών και δευτερογενών πηγών, η εργασία αξιολογεί τα πιθανά οφέλη και τους κινδύνους μιας δικαστικής προσφυγής, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι, αν και η προσφυγή στο ΔΔΧ μπορεί να ενισχύσει τη διεθνή νομιμοποίηση της ελληνικής θέσης, ενέχει και στρατηγικούς περιορισμούς που απαιτούν προσεκτική πολιτική και διπλωματική διαχείριση.
Οι NEETs και η στράτευση: κοινωνικοπολιτικές επιπτώσεις και συγκριτική ανάλυση υποχρεωτικής και εθελοντικής θητείας
Τζεβελεκίδη, Ειρήνη-Ερμιόνη; Λάβδας, Κώστας Α., 1964-,; Lavdas, Kostas Ant; Καραγιαννοπούλου, Χαρά; Παπασωτηρίου, Χαράλαμπος; Karagiannopoulou, Chara; Papasotiriou, Harry; International, European and Area Studies (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025-12-20)
Η παρούσα εργασία εξετάζει κριτικά το φαινόμενο των NEETs μέσα από ένα διεπιστημονικό πλαίσιο που συνδυάζει θεωρίες μετάβασης της νεότητας, καθεστώτα πρόνοιας και κοινωνικού αποκλεισμού, με στόχο να φωτίσει τη σύνδεση ανάμεσα στη νεανική περιθωριοποίηση και τη στρατιωτική θητεία. Το ερευνητικό ενδιαφέρον επικεντρώνεται στην απάντηση του ερωτήματος “Πώς επηρεάζει η μορφή της στρατολόγησης (υποχρεωτική ή εθελοντική) τους νέους NEETs σε όρους κοινωνικής ένταξης, επαγγελματικής αποκατάστασης και συμμετοχής στη δημόσια ζωή;”. Μεθοδολογικά ακολουθείται ερμηνευτική, ποιοτική και συγκριτική προσέγγιση, βασισμένη σε δευτερογενή ποσοτικά δεδομένα διεθνών οργανισμών και σε εκτενή βιβλιογραφική ανάλυση για τέσσερις χώρες: Ελλάδα, Ελβετία, Ιταλία, Ισραήλ. Τα κράτη επιλέγονται εξαιτίας διαφορετικών στρατολογικών προτύπων, ετερογενών κοινωνικοοικονομικών συνθηκών και διακριτού ιδεολογικού βάρους της θητείας, επιτρέποντας την ανάδειξη μοτίβων που συχνά διαφεύγουν από καθαρά ποσοτικές προσεγγίσεις. Η ανάλυση δείχνει ότι η υποχρεωτική θητεία μπορεί, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να λειτουργήσει ως μηχανισμός κοινωνικής ένταξης, ενδυνάμωσης και απόκτησης δεξιοτήτων, ιδιαίτερα σε πλαίσια ισχυρής διασύνδεσης με την κατάρτιση και τις πολιτικές της νεολαίας. Αντίθετα, η μετάβαση σε αποκλειστικά εθελοντικό στρατό τείνει να περιορίζει τον συνεκτικό χαρακτήρα της θητείας, μετατρέποντάς την σε διέξοδο, κυρίως για νέους από χαμηλά οικονομικά στρώματα, άρα σε μηχανισμό μερικής, όχι καθολικής ενσωμάτωσης. Τέλος, η απάντηση δεν είναι μονοδιάστατη. Η μορφή της στρατολόγησης επηρεάζει τους NEETs μέσα από τη διασταύρωση θεσμικών ρυθμίσεων, κρίσεων, εκπαιδευτικών διαδρομών και ψυχοκοινωνικής ευαλωτότητας. Η θητεία ενδέχεται να αποτελέσει είτε γέφυρα συμμετοχής και επαγγελματικής αποκατάστασης, είτε παράγοντα αναπαραγωγής ανισοτήτων, ανάλογα με το εάν εντάσσεται σε μακροπρόθεσμες πολιτικές υποστήριξης των νέων.
