Πάνδημος

Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών

Χώρος ηλεκτρονικής δημοσίευσης της συγγραφικής δραστηριότητας των μελών της επιστημονικής κοινότητας του Παντείου Πανεπιστημίου. Μέσω του Πάνδημου επιτυγχάνεται η ευρεία δημοσίευση και η άμεση διάθεση, η μεγαλύτερη προβολή και κατοχύρωση της εργασίας, στην ευρεία επιστημονική κοινότητα, ενώ ενισχύεται η επιστημονική επικοινωνία.

 

Κοινότητες στην Πάνδημο

Επιλέξτε μια κοινότητα για να περιηγηθείτε στις συλλογές της.

Πρόσφατες Υποβολές

Τεκμήριο
Lobbying και καλή διακυβέρνηση: το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο και οι διεθνείς καλές πρακτικές
Θανάς, Έλενα; Thanas, Elena; Μπάλτα, Ευαγγελία Γ.; Balta, Evangelia; Κέφης, Βασίλειος Ν.; Ρωσσίδης, Ιωάννης Φ.; KEFIS, VASSILIS; Rossidis, Ioannis; Public Administration (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2026-01-29)
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το φαινόμενο του lobbying και τη σχέση του με τις αρχές της καλής δΙακυβέρνησης στο πλαίσιο του New Public Management (NPM), με ιδιαίτερη έμφαση στο ελληνικό θεσμικό περιβάλλον. Κεντρικός στόχος είναι η ανάλυση του Ν.4964/2022, που εισήγαγε για πρώτη φορά στην Ελλάδα ένα ολοκληρωμένο σύστημα ρύθμισης των δραστηριοτήτων άσκησης επιρροής, και η σύγκρισή του με διεθνείς καλές πρακτικές από τις Ηνωμένες ΠολΙτείες, τον Καναδά, την Ευρωπαϊκή Ένωση καΙ τη Γαλλία. Η έρευνα βασίζεται σε συγκρΙτΙκή θεσμΙκή ανάλυση και στη μελέτη πολΙτΙκής δΙακυβέρνησης, επιδιώκοντας να αναδείξει πώς το lobbying, όταν είναι θεσμικά ρυθμισμένο, μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο δημοκρατΙκής συμμετοχής και όχι ως πεδίο αθέμιτων επιρροών. Παράλληλα, αναλύεται η σύνδεση του lobbying με την λογοδοσία, τη δΙαφάνεΙα καΙ τον εσωτερΙκό έλεγχο, όπως αυτοί ορίζονται από το ΝPM και τις αρχές της χρηστής διακυβέρνησης. Η εργασία εντοπίζει τα κύρια προβλήματα εφαρμογής στην Ελλάδα, περιορισμένη διοικητική ικανότητα, κατακερματισμό αρμοδιοτήτων και πολιτισμική δυσπιστία, και προτείνει συγκεκριμένα εργαλεία καΙ πολΙτΙκές για την ενίσχυση του συστήματος: βελτίωση της ψηφιακής διαλειτουργικότητας, εκπαίδευση δημοσίων λειτουργών, ενίσχυση της ΕΑΔ, και καθιέρωση δεικτών απόδοσης. Συμπερασματικά, υποστηρίζεται ότι η θεσμική ωρίμανση του lobbying αποτελεί αναγκαίο βήμα εκδημοκρατΙσμού καΙ εκσυγχρονΙσμού της δημόσΙας δΙΟίκησης. Η Ελλάδα, αξιοποιώντας τα διεθνή παραδείγματα, μπορεί να αναπτύξει ένα υβρΙδΙκό μοντέλο θεμΙτής επΙρροής, που θα ενισχύει τη διαφάνεια, την εμπιστοσύνη και τη θεσμική αξιοπιστία του κράτους. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η θεσμοθέτηση της άσκησης επιρροής αποτελεί κρίσιμο βήμα για την ενίσχυση της δημοκρατίας, εφόσον συνοδεύεται από αποτελεσματικούς μηχανισμούς εποπτείας, εκπαίδευσης και λογοδοσίας. Η εργασία προτείνει συγκεκριμένα μέτρα ενσωμάτωσης και βελτίωσης του πλαισίου, ώστε η Ελλάδα να εξελιχθεί σε πρότυπο καλής διακυβέρνησης στη Νότια Ευρώπη.
Τεκμήριο
Ο Λουί Αλτουσέρ για την ψυχανάλυση
Τσιρίτας, Γεώργιος; Μπαλτάς, Αριστείδης, 1943-; Φουρτούνης, Γιώργος; Fourtounis, Giorgos; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025-10-29)
Η παρούσα μελέτη διερευνά την κριτική προσέγγιση της ψυχανάλυσης από τον Λουί Αλτουσέρ, δίνοντας έμφαση στη σχέση της με την ψυχολογία, τη φιλοσοφία και τις ανθρωπιστικές επιστήμες, προσέγγιση μέσα από την οποία η ψυχανάλυση ιδώνεται ως επιμέρους πεδίο μέσα στο συνολικό πεδίο της θεωρίας όπως αυτό ορίζεται στα συμφραζόμενα του δομισμού. Ο Αλτουσέρ, αντλώντας από την επεξεργασία της φροϋδικής θεωρίας από τον Λακάν, επανατοποθετεί την ψυχανάλυση στο επιστημονικό επίπεδο της θεωρίας αποδίδοντάς της το στάτους της επιστήμης του ασυνείδητου, και ευθυγραμμίζοντάς τη με τον ιστορικό υλισμό. Απορρίπτει την ψυχολογιστική στροφή που δέχτηκε η ψυχανάλυση, κυρίως με τη μορφή της ψυχολογίας του εγώ και στην ερμηνεία της κληρονομιάς του Φρόυντ από την Άννα Φρόυντ, και την τοποθετεί σε άμεση σχέση με την ιδεολογία και την αναπαραγωγή των κοινωνικών δομών. Για τον Αλτουσέρ, η ιδεολογία δεν είναι μια ψευδής συνείδηση που πρέπει να διορθωθεί, αλλά ένα συμβολικό και ταυτόχρονα υλικό σύστημα που συγκροτεί το υποκείμενο μέσω διαδικασιών διαλόγου, πράγμα που τη φέρνει σε άμεση σχέση με το ασυνείδητο, το επίκεντρο της ψυχαναλυτικής έρευνας. Εξετάζεται το πώς ο Αλτουσέρ διακρίνει την ψυχανάλυση από την ψυχολογία, ασκώντας κριτική στις ανθρωπιστικές και ατομικιστικές παραδοχές της τελευταίας, και προτείνοντας αντ'αυτού μια δομιστική κατανόηση της υποκειμενικότητας. Αναλύεται περαιτέρω το πώς η ψυχανάλυση αλληλεπιδρά με άλλες ανθρωπιστικές επιστήμες, όπως η φιλοσοφία, η κοινωνιολογία και η ανθρωπολογία, στο πλαίσιο της φιλοσοφίας του Αλτουσέρ, υπογραμμίζοντας τη χρησιμότητά της για την ανάλυση της διαμόρφωσης της υποκειμενικότητας εντός των ιδεολογικών κρατικών μηχανισμών. Η διαπλοκή της ψυχαναλυτικής και της μαρξιστικής θεωρίας από τον Αλτουσέρ επιτρέπει μια ισχυρή κριτική του τρόπου με τον οποίο τα άτομα διαμορφώνονται ιδεολογικά και εντάσσονται στα κοινωνικά συστήματα. Δίνεται, έτσι, έμφαση στη συμβολή του Αλτουσέρ τόσο στην κριτική θεωρία όσο και στις ανθρωπιστικές επιστήμες, επιβεβαιώνοντας, ταυτόχρονα τον ρόλο που μπορεί να έπαιξε η ψυχανάλυση στην ανάπτυξη της θεωρίας για την ιδεολογική και τη δομική σύσταση του υποκειμένου.
Τεκμήριο
Τα δικαιώματα του παιδιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πολιτική για τα ασυνόδευτα ανήλικα. Εμπόριο παιδιών: θεωρία και πράξη σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο
Τρομπούκη, Δανάη; Περράκης, Στέλιος Ε.; Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2013)
Η διπλωματική εργασία που ακολουθεί πραγματεύεται όπως προκύπτει και από τον τίτλο την πολιτική που ασκείται σε εθνικό αλλά και διεθνές, ιδίως δε ευρωπαϊκό επίπεδο, για τα ασυνόδευτα ανήλικα. Σε ένα πρώτο στάδιο, μετά από μία γενικότερη εισαγωγή αναφορικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα με έμφαση στα δικαιώματα των παιδιών αλλά και την εμφάνιση στο διεθνές προσκήνιο του ζητήματος των ασυνόδευτων ανηλίκων, θα δοθεί ο ορισμός βασικών εννοιών που θα βοηθήσουν στην κατανόηση και στην ορθότερη προσέγγιση του ζητήματος με τους όποιους προβληματισμούς δημιουργούνται και τα όποια συμπεράσματα προκύπτουν. Στο πρώτο μέρος, μετά τους ορισμούς, θα σκιαγραφηθεί το νομικό αλλά και θεσμικό πλαίσιο που καλύπτει τον θεσμό των ασυνόδευτων ανηλίκων, σε επίπεδο αρχικά διεθνές, έπειτα ευρωπαϊκό- ενωσιακό και τέλος σε επίπεδο εθνικό. Επιπλέον, θα γίνει μια παράθεση και περιγραφή μη κυβερνητικών και άλλων δομών σε διεθνές και σε εθνικό επίπεδο. Στο δεύτερο μέρος, θα περάσουμε στην πρακτική εφαρμογή και εν γένει στην κατάσταση που επικρατεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση με ειδικότερα παραδείγματα την Ισπανία, την Σουηδία και την Ελλάδα, χωρίς ωστόσο να επιχειρείται συγκριτική μελέτη των τριών αυτών κρατών μελών. Εντούτοις, επιδιώκεται η καταγραφή και ανάλυση της κατάστασης, και η απόσταση που ενδεχομένως υπάρχει μεταξύ θεωρίας- νομοθεσίας και πράξης- πρακτικής εφαρμογής στα κράτη μέλη αυτά που αντιμετωπίζουν σε μεγάλο βαθμό και γνωρίζουν σε βάθος το ζήτημα που μας απασχολεί. Όσον αφορά μάλιστα την περίπτωση της Ελλάδα, θα σκιαγραφήσουμε την κατάσταση που επικρατεί στην ελληνική επικράτεια, επιχειρώντας παράλληλα να εξετάσουμε κατά πόσο παρέχεται τελικά επαρκής προστασία στους ασυνόδευτους ανηλίκους στην χώρα μας. Στη συνέχεια, ακολουθεί η προσέγγιση του θέματος μέσα από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με δύο υποθέσεις άξιες αναφοράς και μελέτης για την ευρωπαϊκή αλλά και εθνική έννομη τάξη. Στο τρίτο μέρος θα αναπτύξουμε το ζήτημα της εμπορίας παιδιών (child trafficking) εστιάζοντας ιδίως στον σύνδεσμο που εντοπίζεται ανάμεσα στο έγκλημα αυτό- που προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και πλήθος άλλα θεμελιώδη δικαιώματα των παιδιών- και στην πολιτική που εφαρμόζεται ή τελικά που δεν εφαρμόζεται για τα ασυνόδευτα ανήλικα- προσεγγίζοντας ιδίως το έγκλημα της εμπορίας παιδιών και εξετάζοντάς το ως ένα από τα αποτελέσματα κακής ή αναποτελεσματικής διαχείρισης, αντιμετώπισης και εν γένει πολιτικής για τα ασυνόδευτα παιδιά, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Τέλος, θα συνοψίσουμε με συμπεράσματα αλλά και τυχόν προβληματισμούς που προκύπτουν από τη μελέτη αυτή. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένα θέμα όπως αυτό των ασυνόδευτων ανηλίκων, λόγω του ευαίσθητου χαρακτήρα που έχει από τη φύση του αλλά και της ιδιαιτερότητάς του καθόσον συνίσταται από πλήθος παραγόντων, όπως το παιδί, η μετανάστευση, η λαθρομετανάστευση, η οικογένεια, η κοινωνία κ.λπ., έχει απασχολήσει ήδη ακαδημαϊκούς, νομικούς, κοινωνικούς λειτουργούς, αστυνομικές αρχές αλλά και την ίδια την κοινωνία, οπότε με την παρούσα εργασία επιχειρείται μια διαφορετική ενδεχομένως προσέγγιση, ή τουλάχιστον, μια συγκέντρωση πολλών, ιδίως νεότερων στοιχείων και μια εν τέλει πιο προσωπική παράθεση των γεγονότων. Ας συμπληρώσουμε μάλιστα ότι παρά το γεγονός ότι το αντικείμενο της παρούσης εργασίας υπάγεται στο ευρύτερο θέμα της μετανάστευσης, των προσφύγων και ιδίως των λαθρομεταναστών αλλά και του ασύλου, πρέπει να τονισθεί πως το παρόν κείμενο επιδιώκεται να περιοριστεί στην ανάπτυξη ζητημάτων που άπτονται της πολιτικής αμιγώς για τα «ασυνόδευτα ανήλικα», χωρίς βέβαια να απουσιάζει η όποια αναφορά κρίνεται χρήσιμη στο γενικότερο πλαίσιο της μετανάστευσης και του ασύλου.
Τεκμήριο
Ψυχολογικοί παράγοντες της εξάρτησης από χρηματιστηριακές συναλλαγές και τυχερά παιχνίδια
Πιπεροπούλου, Αναστασία-Νατάσσα; Σακαλάκη, Μαρία; Σταλίκας, Αναστάσιος, 1960-2023; Γιαννίτσας, Νικόλαος Δ.; Psychology (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2010)
Στην παρούσα μελέτη διερευνήθηκαν σημαντικά χαρακτηριστικά των ιδιωτών επενδυτών και των στοιχηματιών αναφορικά με τον βαθμό εξάρτησής τους από το «παιχνίδι» με τις μετοχές ή, αντίστοιχα, με το τζόγο. Εξετάστηκε η βάση εκτίμησης του οικονομικού ρίσκου των συναλλασσόμενων με το χρηματιστήριο και των παικτών τυχερών παιχνιδιών και οι συσχετισμοί της παρορμητικότητας με τον εθισμό, τα ψυχοσωματικά συμπτώματα και την αγάπη για το οικονομικό ρίσκο. Επιπλέον, διερευνήθηκε ο ρόλος του οπορτουνισμού και των δημογραφικών χαρακτηριστικών στην επιλογή ενός ατόμου να ασχοληθεί με τα τυχερά παιχνίδια ή να παίξει στο χρηματιστήριο, καθώς επίσης και η επίδραση των μεταβλητών της προσωπικότητας στην πιθανότητα παθολογικής εξάρτησης από το χρηματιστήριο και τα τυχερά παιχνίδια. Τέλος, διερευνήθηκε η επίδραση του οπορτουνισμού στην πιθανότητα υπο-ουδικής και παθολογικής εξάρτησης από το χρηματιστήριο και τα τυχερά παιχνίδια. Τα άτομα που συμμετείχαν στην έρευνα ήταν 404 στα οποία περιλαμβάνονται χρηματιστηριακοί επενδυτές, στοιχηματίες και η ομάδα ελέγχου. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η ενασχόληση στο χρηματιστήριο είναι εθισμός διαχρονικά, ανεξαρτήτως του επιπέδου του χρηματιστηριακού δείκτη των Αθηνών. Επίσης, δείχθηκε ότι οι συναλλασσόμενοι με το χρηματιστήριο αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο της επένδυσης στο χρηματιστήριο σε εσφαλμένη «υποκειμενική» βάση, δηλαδή τον υποτιμούν, σε σύγκριση με τους στοιχηματίες που αντιλαμβάνονται πλήρως τον κίνδυνο (ρίσκο) που έχει η ενασχόλησή τους με τα τυχερά παιχνίδια. Τρίτον, δείχθηκε ότι για τους άντρες που συναλλάσσονται στο χρηματιστήριο η παρορμητικότητα συσχετίζεται θετικά με τον εθισμό στο χρηματιστήριο, τα ψυχοσωματικά συμπτώματα και την αγάπη για το οικονομικό ρίσκο. Επίσης, δείχθηκε ότι η μεγαλύτερη ηλικία και το ανδρικό φύλο αυξάνουν την πιθανότητα να ενασχολείται κάποιος με το χρηματιστήριο και τα τυχερά παιχνίδια. Η χαμηλή εξωστρέφεια και η χαμηλή ευσυνειδησία αυξάνουν την πιθανότητα παθολογικής εξάρτησης από το χρηματιστήριο και η χαμηλή προσήνεια και ο υψηλός νευρωτισμός αυξάνουν την πιθανότητα παθολογικής εξάρτησης από τα τυχερά παιχνίδια. Τέλος, ο οπορτουνισμός επιδρά στην πιθανότητα ενασχόλησης μόνο με τα τυχερά παιχνίδια, ενώ ο οπορτουνισμός επιδρά θετικά στην πιθανότητα κάποιος που ενασχολείται με το χρηματιστήριο ή με τα τυχερά παιχνίδια να παρουσιάσει κάποια μορφή εξάρτησης (έστω και υπο-ουδική).
Τεκμήριο
Κινητή τηλεφωνία : το νέο μέσο επικοινωνίας και η επίδρασή του στις διαπροσωπικές σχέσεις του νεοέλληνα
Εκμεκτζιάν, Ελισάβετ; Κορωναίου, Αλεξάνδρα, 1954-; Χρηστάκης, Νικόλας Λ., 1958-; Σακαλάκη, Μαρία; Psychology (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2010)
Το κινητό τηλέφωνο και οι υπηρεσίες που προσφέρει στους χρήστες του, αποτελεί το πιο χρήσιμο και απαραίτητο προσωπικό εργαλείο επικοινωνίας που ο σύγχρονος άνθρωπος έχει διαρκώς μαζί του, όπου και αν βρίσκεται. Η ραγδαία εξάπλωσή του, καθώς και η διαρκής εξέλιξή του, αποτελούν τις ισχυρότερες ενδείξεις οι οποίες επιβεβαιώνουν τη σημασία που έχει προσδώσει στο συγκεκριμένο αντικείμενο ο σύγχρονος άνθρωπος. Η σημασία αυτή αποτελεί και το κεντρικό θέμα της παρούσας έρευνας, όπως τη βιώνουν και επιλέγουν να την περιγράφουν οι ίδιοι οι έφηβοι και νέοι χρήστες των κινητών τηλεφώνων. Μέσω αυτής αναδύονται ενδιαφέροντα θέματα σχετικά με τη επίδραση των νέων μέσων επικοινωνίας τόσο στη ρύθμιση και τον προγραμματισμό της βιωμένης καθημερινότητας των σύγχρονων υποκειμένων, όσο και στη διαμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων και επακολούθως στη συγκρότηση της αυτοεικόνας και της κοινωνικής ταυτότητας των μετανεωτερικών υποκειμένων. Η προσέγγιση της συγκεκριμένης καθημερινής πρακτικής μέσω του βιωμένου νοήματος που έχει για τους ίδιους τους κοινωνικά δρώντες, οδηγεί στη διατύπωση συμπερασμάτων σχετικά με τρόπο που οι τελευταίοι σχετίζονται τόσο με τον εαυτό τους όσο και με τους άλλους. Ο έλεγχος και η ελευθερία αποτελούν τα δύο μετανεωτερικά άκρα μεταξύ των οποίων προσπαθεί να ισορροπήσει το κοινωνικό υποκείμενο και το κινητό τηλέφωνο αποτελεί τον από μηχανής θεό σε αυτή του την προσπάθεια.