Θαλάσσιοκτηματολόγιο ως εργαλείο θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού: θεωρία και πρακτικές εφαρμογές

Ρεμεδιάκης, Αντώνιος Ι.

2024

Είναι γνωστό πως το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη μας αποτελείται από το υγρό στοιχείο. Εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες δραστηριότητες λαμβάνουν χώρα τόσο στην επιφάνεια όσο και κάτω από αυτή, επηρεάζοντας τόσο την ανθρώπινη όσο και τη θαλάσσια ζωή. Ωστόσο, μόλις τις τελευταίες δεκαετίες ξεκίνησαν να γίνονται συντονισμένες προσπάθειες ως προς τη θεσμοθέτηση και χωροθέτηση θαλασσίων ζωνών, οι οποίες θα θέσουν σ’ ένα πλαίσιο τις ανθρώπινες δραστηριότητες σχετιζόμενες με το υγρό στοιχείο. Ιδιαίτερα στην Ευρώπη, μόλις από το 2014 εκκίνησαν οι προσπάθειες για δημιουργία μιας κοινής πολιτικής, ακολουθώντας την οδηγία 2014/89/ΕΕ προς την κατεύθυνση της χάραξης ενός ενιαίου Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού (εφεξής ΘΧΣ). Στην Ελλάδα, η οποία διαθέτει πανευρωπαϊκά την μεγαλύτερη ακτογραμμή, οι πρώτες προσπάθειες για την δημιουργία ΘΧΣ ξεκίνησαν μόλις το 2018 με τον νόμο 4546/2018 όπως αυτός τροποποιήθηκε αργότερα από τον νόμο 4769/2020. Βέβαια ο ΘΧΣ επεκτείνεται και σε περισσότερες δραστηριότητες όπως οι υδατοκαλλιέργειες, τα υπεράκτια αιολικά πάρκα, τα υδατοδρόμια και οι μαρίνες. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διατυπωθεί ο ορισμός για τον ΘΧΣ. Ως Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός, νοείται η διαδικασία με την οποία αναλύονται και οργανώνονται οι ανθρώπινες δραστηριότητες στο θαλάσσιο και παράκτιο χώρο προκειμένου να επιτευχθεί η σύνθεση κοινωνικών, οικονομικών, περιβαλλοντικών και πολιτιστικών στόχων. Αποτελεί διατομεακό μέσο πολιτικής που προωθεί τη βιώσιμη ανάπτυξη στο θαλάσσιο χώρο και τις παράκτιες ζώνες, επιδιώκοντας την αρμονική συνύπαρξη των δραστηριοτήτων και χρήσεων, εφαρμόζοντας μία προσέγγιση που βασίζεται σε αρχές της αειφορίας. Η θέσπιση ενός εθνικού ΘΧΣ είναι συνδεδεμένη έως ένα βαθμό με την θέσπιση ΑΟΖ. Όπως είναι γνωστό, η προαναφερθείσα ενέργεια αποτελεί ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα για την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, καθώς υπάρχουν αντικρουόμενα εθνικά συμφέροντα και γεωπολιτικές εντάσεις. Ωστόσο, η συνολική διαχείριση του θαλάσσιου χώρου με στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη επιβάλλει την ανάπτυξη ενός νέου θεσμού, του Θαλάσσιου Κτηματολογίου (ΘΚ), με στόχο τη μοντελοποίηση και την διαχείριση της «πέρα από την ακτή» (off shore) περιοχής. Μέσω του ΘΚ μπορεί να επιτευχθεί η χωροθέτηση και ο προσδιορισμός των δικαιωμάτων, των περιορισμών και των περιοχών αρμοδιότητας στη θάλασσα. Έτσι, το Θαλάσσιο Κτηματολόγιο ως εργαλείο Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού, θα μπορέσει να λειτουργήσει ως καταλύτης που θα ρυθμίσει και θα επιταχύνει την βιώσιμη ανάπτυξη στους συγκεκριμένους και όχι μόνο τομείς. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στο κομμάτι της πράσινης μετάβασης στους τομείς την ενέργειας και της βιώσιμης ανάπτυξης, τομείς που ο ρόλος τους υπερτονίστηκε τόσο με την πανδημία COVID-19, όσο και με την κρίση στις σχέσεις Δύσης και Ρωσίας. H συγκεκριμένη μεταπτυχιακή εργασία πραγματεύεται δύο μεγάλα και σημαντικά θέματα, τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό (ΘΧΣ) και το Θαλάσσιο Κτηματολόγιο (ΘΚ). Έτσι στο πρώτο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στην σημαντικότητα του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού (ΘΧΣ), αλλά και στα βήματα που έχουν γίνει ως προς τη θέσπισή του. Επίσης παρουσιάζονται οι βασικές έννοιες των όρων Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός και θαλάσσιο Κτηματολόγιο καθώς επίσης θα παραθέσουμε τις χώρες που ήταν πρωτοπόροι στον σχεδιασμό και την εφαρμογή αυτών των εννοιών. Στο δεύτερο κεφάλαιο γίνεται μια αναφορά στα οφέλη των θαλάσσιων δραστηριοτήτων στη χώρα μας με όλες τους τις παραμέτρους. Στο τρίτο κεφάλαιο θα παρουσιάσουμε τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό στην Ελλάδα, την παρούσα κατάσταση, την αλληλεπίδραση στεριάς θάλασσας, το νομικό πλαίσιο που υπάρχει αλλά και τους λόγους που θεωρούμε ότι κρίνεται αναγκαίο να εφαρμόζεται στη χώρα μας. Έπειτα, στο τέταρτο κεφάλαιο θα παρουσιαστεί η έννοια του Θαλάσσιου Κτηματολογίου ως εργαλείου για την διευκόλυνση του σχεδιασμού παραθέτοντας τεχνικές και παραδείγματα άλλων χωρών. Ακολουθεί το πέμπτο κεφάλαιο στο οποίο αναλύουμε τόσο την εφαρμογή του Θαλάσσιου κτηματολογίου όσο και τον τρόπο της συλλογής δεδομένων για την ορθή χρήση του πρωταρχικά σε χώρες του εξωτερικού και κατόπιν στην Ελλάδα. Στο έκτο κεφάλαιο παραθέτουμε πληροφορίες για την περιοχή μελέτης που είναι η Κρήτη. Πληροφορίες που αφορούν στη γεωμορφολογική κατανομή της αλλά και στον τρόπο που θα μπορούσε το θαλάσσιο κτηματολόγιο να χρησιμέψει στους κατοίκους της τόσο στην οικονομία όσο και ως προς τη σωστή διαχείριση των πόρων της για ένα βιώσιμο περιβάλλον. Κλείνουμε με το έβδομο κεφάλαιο στο οποίο παρουσιάζονται τα συμπεράσματα από τη μελέτη και επίσης αναλύονται προτάσεις για μελλοντικές βελτιωτικές κινήσεις κυρίως για τον Ελλαδικό χώρο.

Download PDF

View in repository

Browse all collections