Μορφές ανασφάλειας και φόβου του εγκλήματος μεταξύ των εγκλείστων: η περίπτωση του ΕΚΚΝΑ
Κάσση, Μάρθα
2025
Η προκειμένη διατριβή πραγματεύεται το ζήτημα της ύπαρξης αισθήματος ανασφάλειας και φόβου του εγκλήματος εντός των σωφρονιστικών τειχών. Λαμβάνοντας υπ' όψιν το γεγονός ότι η φυλακή αποτελεί μια μικροκοινωνία, σκοπός της παρούσας είναι να καταδειχθεί ότι, όπως παρόμοια φαινόμενα παρατηρούνται στις ευρύτερες κοινωνίες, έτσι δύναται να εμφανίζονται και σε άλλα κοινωνικά σύνολα, όπως η φυλακή. Επιλέχθηκε δε να διερευνηθεί ο νεαρός κρατούμενος πληθυσμός ως πιο ευάλωτος, αλλά και πιο επιρρεπής σε βίαιες συμπεριφορές. Η έρευνα διεξήχθη σε δύο φάσεις στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Νέων Αυλώνα (τ. Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα). Ειδικότερα, η αρχική έρευνα διεξήχθη κατά τα έτη 2013-2014 και περιλάμβανε ατομικές συνεντεύξεις με κρατούμενους (n=78), ατομικές συνεντεύξεις με μέλη του σωφρονιστικού προσωπικού (n=14), ενώ επίσης, πραγματοποιήθηκε μελέτη του αρχείου των πειθαρχικών συμβάντων για τη διετία 2012-2013. Στα πλαίσια δε της επαναληπτικής έρευνας διεξαχθείσα εν έτει 2024 προς επίρρωση ή μη των αποτελεσμάτων της αρχικής, λήφθηκαν συνολικά 9 ατομικές συνεντεύξεις με έγκλειστους και 3 με μέλη του σωφρονιστικού προσωπικού (οι οποίοι είχαν συμμετάσχει και στην αρχική έρευνα). Σε αμφότερες τις ερευνητικές φάσεις, χρησιμοποιήθηκε η ποιοτική μέθοδος της ανάλυσης περιεχομένου και εν συνεχεία διενεργήθηκε ποσοτικοποίηση των δεδομένων. Από τα ερευνητικά πορίσματα προέκυψε ότι, το αίσθημα ανασφάλειας και ο φόβος του εγκλήματος ενδημούν μέσα στη φυλακή όπως και στην έξω κοινωνία, και κυρίως συνδέονται, αφενός με τις υποκουλτούρες των κρατουμένων και τον κώδικά τους, αλλά και με την εμφάνιση βίαιων περιστατικών μεταξύ των εγκλείστων, αφετέρου με την ανικανότητα του σωφρονιστικού προσωπικού να παράσχει ασφάλεια στους έγκλειστους, τη συμπεριφορά αυτού απέναντί τους και την εν γένει ικανοποίηση των αναγκών τους. Μάλιστα, παρατηρήθηκε ότι τείνουν να εμφανίζονται ακόμα και σε περιόδους που η βία μπορεί να μην είναι εκτεταμένη σε συχνότητα και ένταση (παράδοξο του φόβου του εγκλήματος). Επίσης, επιβεβαιώθηκε ότι, μεταξύ των ήδη ευάλωτων νεαρών εγκλείστων, υπάρχουν κρατούμενοι διπλά ευάλωτοι (ισχυρός κίνδυνος θυματοποίησης), όπως οι νεοεισερχόμενοι, οι μη έχοντες χρήματα, οι αδύναμοι ψυχολογικά, αλλά και όσοι αποτυγχάνουν να αποδείξουν τον ανδρισμό τους ή όσοι εκφράζουν συναισθήματα που υποδεικνύουν ευαλωτότητα. Με υψηλό κίνδυνο θυματοποίησης συσχετίστηκε και η συμμετοχή των κρατουμένων στις ομάδες που συγκροτούν μεταξύ τους (βίαιες συγκρούσεις), η οποία όμως φάνηκε ταυτόχρονα να τον μειώνει (παροχή προστασίας). Η μεταβλητή της ηλικίας, εν αντιθέσει με το ύψος της ποινής, δεν συνδέθηκε ισχυρά με την ανασφάλεια και τον φόβο για το ίδιο το άτομο, αλλά εν μέρει ως προς τους συγκρατούμενους, καθώς οι μεγαλύτερης ηλικίας κρατούμενοι καταδείχτηκε ότι προκαλούσαν το σεβασμό και ενίοτε τον φόβο τους. Τέλος, όπως και στην έξω κοινωνία, παρατηρήθηκε ότι ο φόβος του εγκλήματος τείνει να συμπορεύεται και εντός των τειχών με τάσεις τιμωρητικότητας. Εν κατακλείδι, η παροχή φυλακών στις οποίες θα επικρατεί ένα περιβάλλον ασφαλείας συνιστά στοιχείο sine qua non ενός δίκαιου και προνοιακού σωφρονιστικού συστήματος, που αποβλέπει στην αναμόρφωση, την επάνοδο και την εν γένει κοινωνική ασφάλεια. Η μελλοντική έρευνα θα μπορούσε να επικεντρωθεί σε αυτό, δίνοντας έμφαση στους τρόπους διασφάλισης ενός κλίματος ασφαλείας στα σωφρονιστικά καταστήματα.
Download PDF
View in repository
Browse all collections