Ο επαναπατρισμός των πολιτικών προσφύγων και η αποτύπωσή του μέσα από τον Τύπο
Χατζηγεωργίου, Σοφία
2026/02/07
Το τέλος του εμφυλίου πολέμου, το 1949, προκάλεσε τον μαζικό εκπατρισμό περίπου 56.000 ανθρώπων, που καθιερώθηκε να ονομάζονται Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες του Εμφυλίου Πολέμου, παρόλο που ποτέ δεν αναγνωρίστηκαν με αυτήν την ιδιότητα, ούτε από την Ελλάδα, ούτε από τους διεθνείς οργανισμούς, ούτε από τις χώρες υποδοχής τους. Από την αρχή του εκπατρισμού τους, σταθερή προσδοκία και πάγιο αίτημά τους ήταν ο επαναπατρισμός τους. Η επιστροφή τους, όμως στην πατρίδα, έπρεπε να είναι μαζική, να συνοδεύεται από την αναγνώριση του έργου της Εθνικής Αντίστασης και τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ, από τη χορήγηση γενικής αμνηστίας και την απόδοση ελληνικής ιθαγένειας. Κατά συνέπεια συναρτήθηκε με την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, τα εθνικά ζητήματα, τις διακρατικές σχέσεις και τις ενέργειες των διεθνών οργανισμών.
Ειδικές κατηγορίες προσφύγων, όπως μικρός αριθμός παιδιών από τη Γιουγκοσλαβία, αιχμάλωτοι του τακτικού στρατού και όμηροι, επέστρεψαν στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Αντιθέτως, το διάστημα 1947-1962, αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια από 15.000 σλαβόφωνους, των οποίων οι περιουσίες δημεύτηκαν και επαναποικίστηκαν από αμιγώς ελληνόφωνους πληθυσμούς. Κατά τις δεκαετίες 1950, 1960 και 1970, κυριάρχησε ο επαναπατρισμός σε ατομική βάση, κατά κανόνα, λίγων προσφύγων, που συνοδευόταν από δηλώσεις εθνικοφροσύνης.
Το καλοκαίρι του 1982 αναγνωρίστηκε η Εθνική (Εαμική) Αντίσταση και στις 29/12/1982 επιτράπηκε ο επαναπατρισμός και η απόδοση ελληνικής ιθαγένειας σε όλους τους «Έλληνες το γένος» πολιτικούς πρόσφυγες. 40 χρόνια μετά από τη λήξη του ελληνικού εμφυλίου, τον Αύγουστο του 1989, νομοθετήθηκε η «άρση των συνεπειών του Εμφυλίου Πολέμου».
Οι πολιτικοί πρόσφυγες έμειναν εκπατρισμένοι για τρεις γενιές, επομένως η ολοκληρωμένη εικόνα επιβάλλει την αναφορά στις συνθήκες ζωής στην υπερορία, σε ζητήματα εργασιακής απασχόλησης, εκπαίδευσης, οργάνωσης κοινοτήτων και δεσμών με την πατρίδα.
Η μακρά διάρκεια της επιστροφής τους, συνδέθηκε με την εσωτερική πολιτική κατάσταση και τις ιδεολογικές και πολιτικές διεργασίες της Μεταπολίτευσης, καθώς το ζήτημα ήταν πρόσφορο για κομματική εκμετάλλευση και αυτοπροσδιορισμό από όλες τις πλευρές. Η Μεταπολίτευση δεν ήταν απλώς μια δημοκρατική πολιτειακή μετάβαση, αλλά αποτέλεσε την τομή για τη δικαίωση αιτημάτων και την ολοκλήρωση διεργασιών που κυοφορούνταν σε όλη την μετεμφυλιακή περίοδο. Κατά συνέπεια, όλες οι νομοθετικές και θεσμικές εξελίξεις και οι ιδεολογικές και κοινωνικές ανακατατάξεις, σχετίστηκαν με ζητήματα που είχαν μείνει ανοικτά, από τη δεκαετία του ’40. Βασική προϋπόθεση για την οικοδόμηση του δημοκρατικού βίου ήταν η στοιχειώδης πολιτική συναίνεση, για τη διαχείριση του τραυματικού παρελθόντος. Η επάνοδός τους υπήρξε σημαντικός συντελεστής του εκδημοκρατισμού της χώρας, της κατοχύρωσης των ατομικών δικαιωμάτων, της διαφορετικής ανάγνωσης του πρόσφατου ιστορικού παρελθόντος και της διαμόρφωσης νέων πολιτικών στάσεων και ταυτοτήτων. Όλα τα παραπάνω, καθώς και τα προσκόμματα και οι δυσκολίες στην (επαν)ένταξή τους, εξετάζονται και βιβλιογραφικά, αλλά και όπως καταγράφηκαν στον μεταπολιτευτικό, κυρίως, Τύπο.
Download PDF
View in repository
Browse all collections