Περιβαλλοντικές αναπαραστάσεις στην Αρχαία Ελλάδα
Μποτσάκης, Δημήτριος Κ.
2013
Αντικείμενο της παρούσας διατριβής αποτέλεσε η μελέτη, με τη χρήση της έννοιας «αναπαράσταση», της ιστορίας και της φιλοσοφίας των περιβαλλοντικών επιστημών όπως οι επιστήμες αυτές αναδείχθηκαν και αναπτύχθηκαν κατά την αρχαιότητα. Πιο συγκεκριμένα, χρησιμοποιώντας τις έννοιες της θεωρίας των αναπαραστάσεων, επιχειρήθηκε η προσέγγιση της συνάφειας η οποία αναπτύχθηκε ανάμεσα στα «ευρήματα», αφενός μεν της μυθικής σκέψης και της πρώιμης φιλοσοφικής προσέγγισης των περιβαλλοντικών προβλημάτων αφετέρου δε της ορθολογικής αντιμετώπισης και τοποθέτησης των προβλημάτων αυτών από την κλασσική κυρίως αρχαιότητα. Η προσέγγιση αυτή δεν περιορίστηκε μόνο στη σχέση και στην αλληλεπίδραση των περιβαλλοντικών αναπαραστάσεων αλλά επεκτάθηκε και στην επίδραση την οποία άσκησε μεταγενέστερα στην ανάπτυξη των περιβαλλοντικών επιστημών όπως τις γνωρίζουμε σήμερα. Μέσα από την εξέταση των συνθηκών οι οποίες ανέδειξαν αρχικά τη μυθική τοποθέτηση των περιβαλλοντικών προβλημάτων αναζητήθηκε η επίδραση την οποία άσκησε η μυθική σκέψη και ταξινόμηση του «συνολικού φυσικού χώρου» τόσο στη φυσική φιλοσοφία όσο και στις μετα-Σωκρατικές φιλοσοφικές σχολές. Το έναυσμα για την εκπόνηση της παρούσας διατριβής, εδόθη κυρίως από τις αναπαραστατικές προσεγγίσεις αναφορικά με μεγάλα περιβαλλοντικά ζητήματα, αφενός της αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας-κοσμογονίας όπως περιγράφεται κυρίως από τον Ησίοδο και αφετέρου της φυσικής φιλοσοφίας τόσο της προ-Σωκρατικής όσο και της μετα-Σωκρατικής περιόδου. Όσον αφορά την πρώτη προσέγγιση, τα ερωτήματα ήταν κατά πόσο οι μυθικές αναφορές σε, θεούς-ημίθεους, γίγαντες-τιτάνες, ανθρωπόμορφα πτερωτά ή όχι όντα, σε δεσπότες-κυρίαρχους του συνολικού φυσικού χώρου και των φυσικών φαινομένων του χώρου αυτού, μπορούσαν να αποδοθούν σε μυθοπλασίες οι οποίες κατά τη φιλολογική ερμηνεία αποτελούσαν απλά μια μορφή διαπαιδαγώγησης, ως δημιούργημα της ανθρώπινης συνείδησης, ή μήπως μέσα από τη μυθική σκέψη αναδύεται η συνάφεια της μυθικής ταξινόμησης του «κόσμου» τόσο με γνωστά περιβαλλοντικά ζητήματα όσο και με την πιθανή «μεταφορά» ιστορικής περιβαλλοντικής μνήμης. Όσον αφορά τη δεύτερη προσέγγιση, τα ερωτήματα ήταν μέσα από ποιες νοητικές διαδικασίες έγινε το πέρασμα στην ορθολογική αντιμετώπιση των φυσικών φαινομένων καθώς επίσης μέσα από ποια γνώση ανεπτύχθησαν θεωρίες ερμηνείας περιβαλλοντικών φαινομένων. Η γνωσιοθεωρία των αρχαίων Ελλήνων στοχαστών, ως μοχλός «ιχνηλάτησης», χρησιμοποιήθηκε για να ερμηνευτούν οι διάφορες προσεγγίσεις τους και χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η «αλληγορία του σπηλαίου» του Πλάτωνος καθώς θέτει το ερώτημα αν ένας διανοητής του μεγέθους του Πλάτωνος μέσα από την περιγραφή του για το «σπήλαιο» απλά και μόνο αναφερόταν, κατά τη φιλολογική ερμηνεία, στο συμβολισμό της «αισθητής πραγματικότητας» και της σπουδαιότητας της παιδείας ή μήπως μέσα από την αλληγορία του σπηλαίου ο Πλάτων μας οδηγεί στην τριπλή αναπαράσταση Α Β Γ κατά το σχήμα: Ιδέες Α: αντικείμενα (φαινόμενα) Β: γνώση (έννοιες - παραστάσεις) Γ: σύμβολα (π.χ. άνεμος). Στη βάση αυτής της αρχικής γνωσιοθεωρικής προσέγγισης έγινε η δόμηση της εργασίας, η οποία καθορίστηκε από το αντικείμενο μελέτης μας και αποτελείται από οκτώ κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο, ως εισαγωγή, παρουσιάζει το γενικό πλαίσιο της μεταβατικής περιόδου μιας κοινωνίας, η οποία απέδιδε ιδιαίτερο σεβασμό στο περιβάλλον, από τη μυθική σκέψη σε ένα φιλοσοφικό τρόπο σκέψης και στην αναζήτηση της γνώσης των φυσικών περιβαλλοντικών προβλημάτων ως μια επαναστατική διαδικασία και όχι απλά ως μια διαδικασία απομυθοποίησης, από μια κοινωνία η οποία μετεξελίσσεται από κλειστή σε ανοιχτή. Η μετεξέλιξη αυτή γίνεται με τη διατύπωση πρωτότυπων ιδεών τόσο για την ίδια όσο και για τον περιβάλλοντα χώρο της, με τη διατύπωση ερωτημάτων σχετικά με το «τι είναι η φύση» ή «ποια είναι η σχέση της φύσης με τον άνθρωπο». Στο δεύτερο κεφάλαιο, γίνεται αναφορά στις έννοιες της αίσθησης, της αντίληψης, της αναπαράστασης και της γνώσης. Αναδεικνύεται η παρουσία της έννοιας «αναπαράσταση» ήδη από την αρχαιότητα ως το «παραστατό», ενώ γίνεται σύντομη αναφορά σε στοιχεία της σύγχρονης θεωρίας των αναπαραστάσεων και διαπραγμάτευση της αναπαράστασης σε σχέση με τις έννοιες της αίσθησης και της αντίληψης. Η εκτενής αναφορά όσον αφορά στην καταγραφή εννοιών όπως η «αίσθηση» και η «αντίληψη» αναφορικά με τις απόψεις των αρχαίων φιλοσόφων κρίθηκε απαραίτητη ώστε να είναι δυνατή η κατανόηση της «φυσικής φιλοσοφίας» τους. Μια μορφή κλειδί, που φέρεται από τους ψυχολόγους, είναι ότι τα ανθρώπινα όντα κατασκευάζουν διανοητικά μοντέλα για τον περιβάλλοντα κόσμο τους, οι καινούργιες αυτές εμπειρίες κατανοούνται και ερμηνεύονται σε σχέση με υπάρχοντα διανοητικά μοντέλα ή σχήματα. Αντίληψη λέμε ένα μεγάλο αριθμό ενεργειών που γίνονται μέσα στο μυαλό και έτσι μπορεί αυτό να έχει γνώση του εξωτερικού κόσμου. Το τρίτο κεφάλαιο αφορά τις «περιβαλλοντικές αναπαραστάσεις» και διερευνά την ανάπτυξη εννοιών αναφορικά με την αναπαράσταση γενικότερα, ως αποτύπωση φαινομένων, αλλά και την «αναπαράσταση περιβαλλοντικών φαινομένων» ειδικότερα. Η έννοια «αναπαράσταση» στα φυσικά περιβαλλοντικά φαινόμενα μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη και αποτέλεσμα της λέξης «αναπαριστώ», είναι η ενέργεια μιας εκ νέου παράστασης με όρους πραγματικούς, ενός φαινομένου το οποίο είτε αναγνωρίζεται ως τέτοιο είτε παραπέμπει σε κάτι το οποίο μπορεί να πραγματοποιηθεί Οι περιβαλλοντικές αναπαραστάσεις αποτελούν συνεπώς μια ειδική περίπτωση αναπαράστασης, το υπό αναπαράσταση «αντικείμενο» είναι φυσικά περιβαλλοντικά φαινόμενα ως επί μέρους φαινόμενα – στοιχεία ενός συνόλου, ενός συνολικού φυσικού χώρου, του «κόσμου». Η Ελληνική αρχαιότητα έχει θέσει τα θεμέλια για την εξερεύνηση από την ανθρώπινη διάνοια αυτού του «συνολικού φυσικού χώρου» και ταυτόχρονα έχει επεξεργαστεί σε μεγάλο βαθμό τις «ιδέες» στις οποίες στηρίχθηκαν αργότερα μελλοντικές προσπάθειες αναπαράστασης αυτού του χώρου. Η ανάπτυξη της έννοιας «κόσμος» και η αναπαράσταση των «φυσικών περιβαλλοντικών φαινομένων» από τους αρχαίους Έλληνες στοχαστές και φιλοσόφους περιπλέκεται με κάποια αντιθετικά ζευγάρια εννοιών όπως τα, «άπειρο-πεπερασμένο», «πλήρες-κενό», «θερμό-ψυχρό», «ξηρό-υγρό» και τέτοια ζεύγη εννοιών είναι μια προσέγγιση της αρχαίας Ελληνικής σκέψης σχετικά με το «συνολικό φυσικό χώρο» γενικότερα και το «γήινο ατμοσφαιρικό χώρο» ειδικότερα. Η συμβολή αυτής της εργασίας συνίσταται στην διερεύνηση της περιοχής των αναπαραστάσεων του συνολικού φυσικού χώρου οι οποίες σχετίζονται με τα φυσικά περιβαλλοντικά φαινόμενα όπου ο χώρος-φύση ως φόντο και υπόβαθρο εκφράζει την ένταξη των περιβαλλοντικών επιστημών στον τόπο – ατμοσφαιρικό περιβάλλον. Το τέταρτο κεφάλαιο διαπραγματεύεται τη διαχρονική θέαση του «κόσμου» κατά την αρχαιότητα. Περιγράφει τη θέαση κατά την προ-φιλοσοφική περίοδο όπου ο Όμηρος θέτει το πρόβλημα περί της γενέσεως του «κόσμου». Η θέαση της φυσικής φιλοσοφίας, η φυσιοκρατική αντίληψη του «κόσμου», η τοποθέτηση του προβλήματος περί της αρχής του συνολικού φυσικού χώρου, εισάγεται με τις ιδέες των Ιώνων φιλοσόφων, με την ιδέα της μιας μοναδικής «πρώτης αρχής», με την οντολογική θεώρηση του σύμπαντος. Αναδεικνύονται οι παράλληλα διαφορετικές θεάσεις του κόσμου με τους Πυθαγόρειους να θέλουν να δώσουν διαφορετική λύση στο πρόβλημα της πρώτης αρχής από αυτή των Ιώνων, θεωρώντας ως αρχή όχι μια συγκεκριμένη ουσία αλλά τις τυπικές σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ φαινομένων. Οι Ελεάτες εισάγουν τη «στατική θέαση του συνολικού φυσικού χώρου» στην προσπάθειά τους να υψωθούν από το δεδομένο κόσμο των αισθήσεων, στον καθαρό κόσμο της νοήσεως όπως αυτός αποκαλύπτεται από τη σκέψη. Ο Ηράκλειτος, με τη «δυναμική θέαση του συνολικού φυσικού χώρου», εγκαινιάζει τη διαλεκτική σκέψη εισάγοντας στη φιλοσοφία την αρχή της ενότητας των αντιθέτων. Με τον Εμπεδοκλή ξεκινά η «συνδυαστική θέαση του συνολικού φυσικού χώρου» εφόσον κατ’ αυτόν δεν είναι ένα το πρωταρχικό κοσμογονικό στοιχείο και προσπαθεί να συνδυάσει τα πορίσματα της Ιωνικής και της Ελεατικής φιλοσοφίας. Ο Αναξαγόρας είναι ο εισηγητής της «τελεολογικής θέασης του φυσικού χώρου», ως ασχολούμενος με τη «μετεωρολογία» και με την έρευνα των περιβαλλοντικών φαινομένων τόσο στη γήινη ατμόσφαιρα όσο και στην περιοχή των «ουρανών». Αναφορικά με τη θέαση του κόσμου από την αττική φιλοσοφία, βασικός κρίκος μεταξύ του αντικειμενικού κόσμου των ιδεών και της αναπαράστασης του πραγματικού συνολικού φυσικού χώρου κατά τον Πλάτωνα αποτελεί η «ψυχή» η οποία μέσω της «ανάμνησης» οδηγεί στην αισθητηριακή αναπαράσταση των όντων, τα οποία «τείνουν να εξομοιωθούν» με τις αντίστοιχες ιδέες, αναπαράσταση την οποία ο Πλάτων ονομάζει «μετοχή». Αυτή, η Πλατωνική μεθοδολογία, την οποία χρησιμοποίησε ο Αριστοτέλης, έκτοτε χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται από τις μορφολογικές και περιγραφικές επιστήμες. Στη μετα-Αριστοτελική περίοδο, διαμορφώνεται η κοσμοθεωρία των Στωικών με αποδοχή του «λόγου» του Ηρακλείτου υπό την επίδραση της ατομικής ηθικής η οποία αναζητά μια υπερβατική αρχή όχι έξω από τον κόσμο αλλά μέσα σε αυτόν, ως αρχή η οποία δίνει ζωή και συγκρατεί τον κόσμο. Αντίθετοι προς τη Στωική θεώρηση και το «εἰδέναι» των Πλάτωνα και Αριστοτέλη, οι Επικούρειοι, αποδίδουν αξία στη γνώση η οποία οδηγεί στην ατομική ευδαιμονία. Όσον αφορά στη «συνάντηση» φιλοσοφικών σχολών με χριστιανικά δόγματα, η πρόσληψη της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας από το χριστιανισμό αποτελεί ιστορικό γεγονός όπως επίσης ότι η θεολογία της αρχαίας Εκκλησίας χρησιμοποίησε εννοιολογικά την αρχαία φιλοσοφία ως σημαντικό εργαλείο για την συγκρότηση της δογματικής της με τη φιλοσοφική παράδοση να κάνει αισθητή την παρουσία της με μεγαλύτερη ευκρίνεια στους κόλπους του χριστιανισμού και το αποτέλεσμα ήταν η διαμόρφωση φιλοσοφικής θρησκείας συγγενούς με την ελληνιστική θρησκευτική φιλοσοφία. Το πέμπτο κεφάλαιο περιγράφει την εξέλιξη των ιδεών περί του αέρος. Γίνεται αναφορά στον «κοσμογονικό αέρα». Ο Αναξίμανδρος, στη θεωρία του περί της δημιουργίας του κόσμου αναφέρεται στον αέρα, ενώ ο Αναξιμένης, διατύπωσε απόψεις οι οποίες είναι επηρεασμένες από την Ησιόδεια αντίληψη περί του αρχικού αέρα. Ο Εμπεδοκλής αναφέρεται στη θεωρία των «τεσσάρων ριζωμάτων» στην έννοια του «αιθέρα» για να τον ξεχωρίσει από την προϋπάρχουσα αντίληψη της έννοιας «αήρ» ως πρώτης αρχής. Ο Πλάτων περιγράφει το πλανητικό σύστημα της σφαιρικής Γης η οποία περιβάλλεται από σφαιρικό στρώμα αέρα, γύρω του ένα στρώμα φωτιάς, καταρχήν παραδοχή κατώτερης και ανώτερης ατμόσφαιρας. Ο Αριστοτέλης, δίδαξε ότι υπάρχει η φυσική κίνηση των σωμάτων ανάλογα με τη σύνθεσή τους, έτσι π.χ. το στοιχείο γη ακολουθεί την προς τα κάτω φυσική κίνηση αντί να είναι σε ακινησία, ενώ το στοιχείο φωτιά ακολουθεί την προς τα πάνω φυσική κίνηση, με τις έννοιες προς τα πάνω και προς τα κάτω να σημαίνουν ακτινικά από ένα κέντρο το οποίο θεωρείται να είναι η Γη. Το έκτο κεφάλαιο αφορά στη μελέτη των ανέμων, όπου αρχικά γίνεται αναφορά στο «μυθικό άνεμο» και είναι γνωστός βέβαια από την Ελληνική μυθολογία ο «ταμίας των ανέμων» Αίολος, ο οποίος ζει στο ανεμοδαρμένο νησί του μαζί με τους έξη γιούς και τις έξη κόρες του που αποτελούν το σύνολο των δώδεκα ανέμων. Αυτή η αναπαραστατική προσέγγιση των ανέμων συνεχίζεται για αιώνες με αποκορύφωμα την κατασκευή του οκταγωνικού μνημείου γνωστού ως «πύργος των ανέμων». Ο Αριστοτέλης απομυθοποιεί αναπαραστατικές πρακτικές τέτοιων μετεωρολογικών φαινομένων και θεωρεί ότι ο άνεμος έχει αφετηρία, αρχή και πρωταρχή και η «αρχή» είναι αφενός απόρροια της «διττής αναθυμίασης» της γης και αφετέρου της «πρωταρχικής αναθυμίασης» της προερχόμενης από τον ήλιο και την περιστροφή του ουρανού. Το έβδομο κεφάλαιο αναφέρεται στις αστρομετεωρολογικές προσεγγίσεις των αρχαίων Ελλήνων και κατά προέκταση στα «παραπήγματα» και τα «σημεία καιρού». Η έννοια της «μετεωρολογίας» ταυτίζεται με αναζήτηση της αιτίας και της χρονικής συμπεριφοράς των «μετεώρων» και συνεπώς η αρχαία μετεωρολογία εκτός από τα φαινόμενα τα παρατηρούμενα εντός της κατώτερης γήινης ατμόσφαιρας. Ο μύθος συνδέει τα μετεωρολογικά φαινόμενα με θεϊκές δράσεις και είτε αυτά αποτελούν προσωποποιήσεις των θεών είτε είναι σταλμένα από τους θεούς στους ανθρώπους, με το Δία να αποτελεί τον κυρίαρχο των μετεωρολογικών φαινομένων καθώς περιγράφεται με διάφορα χαρακτηριστικά επίθετα. Τα αστρομετεωρολογικά «παραπήγματα» αποτελούσαν τον κατάλογο των αστρικών φάσεων και τη συσχέτισή τους με τις μετεωρολογικές προγνώσεις. Ωστόσο, η αστρονομική αυτή παράδοση της πρόγνωσης μετεωρολογικών φαινομένων μέσα και από την αστρονομική λογοτεχνία, επιβίωσε όχι μόνο στη διάρκεια της ύστερης αρχαιότητας αλλά επεκτάθηκε τόσο στην εποχή του μεσαίωνα όσο και στην πρώιμη σύγχρονη εποχή. Το όγδοο κεφάλαιο αποτελεί την εξελικτική καταγραφή των απόψεων των αρχαίων στοχαστών όσον αφορά τα «μετέωρα» με την έννοια των πάνω από το έδαφος ανυψούμενων. Η συστηματική παρατήρηση-καταγραφή των ατμοσφαιρικών φαινομένων δε γινόταν μόνο για τη σύνταξη των παραπηγμάτων αλλά και για λόγους γνώσεως του κλίματος και της επίδρασής του στην ανθρώπινη υγεία, όπως διαφαίνεται στο έργο του Ιπποκράτη «Επιδημίες», όπου αρχίζει την περιγραφή της κάθε νόσου με μια γενική περιγραφή του καιρού. Τα μετεωρολογικά φαινόμενα εξηγούνται βάσει των «αναθυμιάσεων» οι οποίες είναι ζωτικής σημασίας στη «μετεωρολογική θεωρία» του Αριστοτέλη καθώς παρέχουν την υλική αιτία των μετεώρων. Ο Αναξίμανδρος εγκαινίασε ένα τρόπο εξήγησης μετεωρολογικών φαινομένων με κύρια στοιχεία του επεξηγηματικού του σχήματος τον άνεμο, την εξάτμιση από τη θάλασσα και τις συμπυκνωμένες μάζες των υδρατμών οι οποίες σχηματίζουν τα σύννεφα με τις περισσότερες μαρτυρίες να προέρχονται από τον Θεόφραστο. Ο Αναξαγόρας είναι ο στοχαστής ο οποίος ασχολήθηκε με τα συνήθη αστρονομικά και μετεωρολογικά φαινόμενα. Είναι ο πρώτος ο οποίος έδωσε σαφή εξήγηση στη σκιά της σελήνης, ερχόμενος σε σύγκρουση με φυσικούς και μετεωρολόγους της εποχής του οι οποίοι θεωρούσαν ως θεϊκές τις αιτίες των φαινομένων. Στην εξέλιξη της πρόδρομης μετεωρολογίας ως επιστήμης είναι σημαντική η συνεισφορά του Δημοκρίτου ο οποίος με την πρώτη μέτρηση της χρονικής διάρκειας μιας μέγιστης μέρας σε περιοχή της Μακεδονίας άνοιξε το δρόμο στη διατύπωση του μοντέλου αφενός της «σφαιρικής γης» και αφετέρου των «κλιματικών ζωνών». Οι γνώσεις των αρχαίων Ελλήνων και οι ιδέες τους περί των «μετεωρολογικών και υδρολογικών φαινομένων», oι oποίες εξελίχθηκαν κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους και πέρασαν στη Ρωμαϊκή διανόηση, με την αυγή του δυτικού πολιτισμού αποτέλεσαν τη βάση ανάπτυξης των επιστημών περιβάλλοντος.
Download PDF
View in repository
Browse all collections