Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος).Ο ρόλος των τραπεζών στην πρόληψη και καταστολήτων εγκλημάτων αυτών
Παντιώρας, Δημήτριος Ε.
2014
Η αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού είναι αναπόσπαστο με τις εξελίξεις των σύγχρονων κοινωνιών και αποτελεί το σημαντικότερο μέτρο που στοχεύει στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, τόσο σε διεθνές όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ο ρόλος των τραπεζών στην πρόληψη και καταστολή του φαινομένου είναι πολύ σημαντικός. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' (σελ. 4) Η αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες στη Διεθνή κοινωνία: Σε διεθνές επίπεδο, ο κύριος φορέας για την καταπολέμηση του φαινομένου είναι η "ομάδα χρηματοοικονομικής Δράσης", "Financial Action Task Force", εν συντομία FATF. Συγκροτήθηκε τον Ιούνιο 1989 στη Διάσκεψη κορυφής των G7 στο Παρίσι. Σκοπός της FATF είναι η καθιέρωση διεθνών προτύπων για την αντιμετώπιση του φαινομένου και την καταστολή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας με την παράλληλη εφαρμογή τους από τα κράτη μέλη, την οποία (εφαρμογή) ελέγχει η FATF (η FATF έχει αντιπροσώπους από 26 Κυβερνήσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι μέλος της). Η FATF εξέδωσε 40 συστάσεις το 1990, ενώ για την καταστολή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας εξέδωσε 8 συμπληρωματικές το 2001 και μία (1) για τη διασυνοριακή μεταφορά κεφαλαίων. Το 2004 αναθεωρήθηκαν οι 25 από τις 40 συστάσεις για το ξέπλυμα και σήμερα ισχύουν οι 40 και εννέα (9) αναθεωρημένες. Οι βασικότερες κατευθύνσεις των συστάσεων είναι η άρση του τραπεζικού απορρήτου, η ποινικοποίηση του φαινομένου του ξεπλύματος, η αναφορά ύποπτων συναλλαγών κ.λπ. Στον Ευρωπαϊκό χώρο: στον Ευρωπαϊκό χώρο οι εξελίξεις ως προς την αντιμετώπιση του φαινομένου ακολουθούν σχεδόν κατά γράμμα τις επιταγές των συστάσεων της FATF. Η πρώτη οδηγία 91/308/ΕΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκτιμώντας ότι η χρησιμοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων στο ξέπλυμα εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους στη φερεγγυότητα και σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια εμπιστοσύνης του κοινού, για την αντιμετώπιση του φαινομένου, υιοθέτησε τις αρχικές 40 συστάσεις της FATF. Με τη δεύτερη οδηγία 2001/97/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ε.Ε. τροποποιήθηκε η προηγούμενη (91/308/ΕΚ), προκειμένου να προσαρμοστούν οι διατάξεις της στις αναθεωρημένες πλέον συστάσεις της FATF του έτους 1996. Με την Τρίτη οδηγία 2005/60/ΕΚ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ε.Ε., κωδικοποιήθηκε η σχετική κοινοτική νομοθεσία, καταργήθηκε η πρώτη οδηγία (91/308/ΕΚ) και εισήχθησαν σημαντικές αλλαγές, ορίζοντας, μεταξύ των άλλων, πρόσθετες υποχρεώσεις για τα "υπόχρεα πρόσωπα" λήψης επιπλέον μέτρων "δέουσας επιμέλειας" σε περιπτώσεις συναλλαγών με υψηλό κίνδυνο. Συμπληρωματική ή κοινοτική Νομοθεσία: Η κοινοτική νομοθεσία συμπληρώθηκε με Αποφάσεις –πλαίσιο όπως: 1. Η απόφαση του Συμβουλίου 2001/500/ΔΕΥ 2. Η απόφαση του Συμβουλίου 2003/577/ΔΕΥ 3. Η απόφαση του Συμβουλίου 2005/212/ΔΕΥ Επίσης εκδόθηκε συμπληρωματική οδηγία 2006/70 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ο κανονισμός 1781/06 της Ε.Ε. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' (σελ. 8) Νομοθετικό πλαίσιο που ισχύει για την Ελλάδα για το ξέπλυμα χρήματος. Η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας στην πρώτη (1η) Οδηγία (91/308/ΕΚ) έλαβε χώρα με το Ν. 2331/95, όπου καθορίστηκαν οι πράξεις που εντάσσονταν στην έννοια της "εγκληματικής δραστηριότητας". Η δεύτερη οδηγία (2001/97/ΕΚ) ενσωματώθηκε στη νομοθεσία μας με το Ν. 3424/05. Με το νόμο αυτό ακολουθήθηκε ένα μικτό σύστημα περιγραφής των πράξεων που συνιστούν "εγκληματική δραστηριότητα", ορισμός που αντικαταστάθηκε με την ορολογία "βασικά εγκλήματα". Η τρίτη οδηγία (2005/60/ΕΚ) ενσωματώθηκε στη νομοθεσία μας με το νόμο που ισχύει και σήμερα 3691/08 που ρητά κατήργησε τους δύο προγενέστερους νόμους (2331/95 και 3424/05). Με τον ίδιο νόμο ενσωματώθηκαν στη νομοθεσία μας και διατάξεις της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Με το νέο νόμο (3691/08) καθορίστηκαν επακριβώς τα βασικά αδικήματα. Η νέα λίστα περιλαμβάνει είκοσι (20) αδικήματα, όπως αυτά αναλυτικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του Ν. 3691/08, μεταξύ των οποίων : Η εγκληματική οργάνωση (αρ. 187 ΠΚ) Τρομοκρατικές πράξεις Ενεργητική δωροδοκία (236 ΠΚ) Δωροδοκία Δικαστή (237 ΠΚ) Εμπορία ανθρώπων κ.ά. Στο άρθρο 2 (Ν. 3691/08) αναφέρονται ποιες πράξεις αποτελούν ξέπλυμα χρήματος. Στο άρθρο 5 (Ν. 3691/08) αναφέρονται τα υπόχρεα προσόντα (φυσικά και νομικά) τα οποία υπόκεινται στις υποχρεώσεις του νόμου, μεταξύ των οποίων είναι και τα πιστωτικά ιδρύματα, οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί κ.ά. Στο άρθρο 6 (Ν. 3691/08) αναφέρονται οι αρμόδιες αρχές που εποπτεύουν την εφαρμογή του νόμου, όπως τη Τράπεζα της Ελλάδος για τα πιστωτικά ιδρύματα κ.ά. Η Επιτροπή του άρθρου 7 Ν.3691/08 (σελ.22) Αξίζει δε να αναφέρουμε και την "Επιτροπή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας" που προβλέπεται από το άρθρο 7 Ν. 3691/08 και συγκροτείται από τον πρόεδρο (Εισαγγελικό Λειτουργό εν ενεργεία) και οκτώ (8) μέλη που διορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και προέρχονται από διάφορες Δημόσιες Υπηρεσίες, Τράπεζες, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κ.λπ. Η Επιτροπή έχει σχετικές αρμοδιότητες, στο πλαίσιο της λήψης πληροφοριών και αναφορών από τα υπόχρεα πρόσωπα, τις οποίες διερευνά και αξιολογεί, αφορώντας ύποπτες συναλλαγές ή ασυνήθεις συναλλαγές. Η Επιτροπή έχει εξουσία για τη διενέργεια διοικητικών ερευνών και ποινικών προκαταρκτικών εξετάσεων. Τέλος, στο άρθρο 45 του Ν. 3691/08 περιλαμβάνονται οι διατάξεις που προβλέπουν τις ποινικές κυρώσεις, ενώ στο άρθρο 52 του Ν. 3691/08 προβλέπονται αναλυτικά οι Διοικητικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν τις διατάξεις του νόμου αυτού. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ' (σελ.30) Ο ρόλος και η ευθύνη των Τραπεζών στην πρόληψη και καταστολή των εγκλημάτων της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος). 1. Διεθνές και Κοινοτικό Κανονιστικό πλαίσιο για τη ρυθμιστική παρέμβαση και εποπτεία του χρηματοπιστωτικού τομέα. Τα σημαντικότερα νομοθετικά κείμενα που ισχύουν σήμερα είναι: 1) Η επιτροπή Βασιλείας Ι, ΙΙ και ΙΙΙ. 2) Οι 40 Συστάσεις της FATF. 3) Οι 9 συμπληρωματικές συστάσεις της FATF. 4) Οι τρεις (3) οδηγίες της Ε.Ε. 5) Η συμπληρωματική οδηγία 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής. 6) Ο Κανονισμός 1781/06 της Ε.Ε. Για τις περιπτώσεις 2 και 6 έγινε ήδη λόγος. Όσον αφορά στην Επιτροπή Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία ιδρύθηκε το 1974 με τη συμμετοχή 13 χωρών (Βέλγιο, Καναδάς, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία κλπ (όχι Ελλάδα). Η επιτροπή διατυπώνει ευρέα εποπτικά πρότυπα και κατευθύνσεις και προτείνει πρακτικές. Δεν έχει μορφή υπερεθνικής εποπτικής Αρχικής και τα συμπεράσματά τους δεν έχουν δεσμευτική νομική ισχύ. Αναλυτικότερα: Το 1998 εκδόθηκε το πλαίσιο εποπτείας του Διεθνούς Τραπεζικού συστήματος με την ονομασία Β α σ ι λ ε ί α Ι. Στην αρχή της δεκαετίας του 2000 το πλαίσιο Β α σ ι λ ε ί α ΙΙ, το οποίο αντικατέστησε τη Βασιλεία Ι, αποσκοπούσε στην πληρέστερη απεικόνιση των αναλαμβανομένων κινδύνων από τα πιστωτικά ιδρύματα. Στις 16-12-2010 εκδόθηκαν από την Επιτροπή Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία οι δύο εκθέσεις που συνθέτουν το διεθνές κανονιστικό πλαίσιο που είναι γνωστό ως Βασιλεία ΙΙΙ. Πρόκειται για τη σημαντικότερη πρωτοβουλία της Επιτροπής μετά την πρόσφατη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση, μέσω της οποίας επιδιώκεται η ενίσχυση της μικρο-προληπτικής ρυθμιστικής παρέμβασης στη λειτουργία των Τραπεζών και η αντιμετώπιση, μέσω, μακροπροληπτικών πολιτικών, του συστημικού κινδύνου που μπορεί να εκδηλωθεί στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. 2. Εθνικό Ρυθμιστικό πλαίσιο Τα σημαντικότερα νομοθετικά κείμενα που ισχύουν σήμερα είναι: 1) Ο Ν. 3691/08, όπως σήμερα ισχύει. 2) Η υπ'αρ. 281/4/17-3-09 απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (Ε.Τ.Π.Θ.) (Προβλέπει κατηγοριοποίηση Πελατών με βάση τον κίνδυνο). 3) Η ΕΤΠΘ (285/9-7-09 (Ενδεικτική τυπολογία ύποπτων και ασυνήθων συναλλαγών). 4) Η ΕΤΠΘ 290/11-11-09 (Διοικητικές κυρώσεις). 5) Η απόφαση 2652/29-2-12 της Τράπεζας της Ελλάδος (Τ.τ.Ε.) (Προσδιορισμός του κινδύνου φοροδιαφυγής). Ειδικότερα για το Ν.3691/08 Το άρθρο 12 προβλέπει τις περιπτώσεις που οι Τράπεζες εφαρμόζουν τα μέτρα "δέουσας επιμέλειας". Το αρ. 19 προβλέπει για την Τράπεζα μέτρα "αυξημένης δέουσας επιμέλειας" ως προς τον πελάτη. Το άρθρο 20 προβλέπει συναλλαγές χωρίς τη φυσική παρουσία του πελάτη και επισημαίνει τους κινδύνους. Το άρθρο 22 αναφέρει τα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα. Το αρ. 26 αναφέρει τις υποχρεώσεις των υπαλλήλων της Τράπεζας να ενημερώνουν την επιτροπή του αρ. 7 Ν. 3691/08 για τις ύποπτες συναλλαγές. Το αρ. 27 αναφέρει τις συναλλαγές υψηλού κινδύνου και τον τρόπο αποφυγής τέτοιων συναλλαγών. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ' (σελ. 56) Στάδια και Τεχνικές Ξεπλύματος Χρήματος Τα στάδια αυτά διακρίνονται σε τρία: Η συστηματική μελέτη των πραγματικών περιστατικών δείχνει ότι υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά τα οποία μπορούν να οδηγήσουν σε κάποια τυποποίηση του φαινομένου και στη διάκριση τριών (3) σταδίων του ξεπλύματος. Τα στάδια αυτά έχουν ως εξής: 1) ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ (PLACEMENT) Στο στάδιο αυτό στόχος είναι η είσοδος των κεφαλαίων στο τραπεζικό σύστημα χωρίς να κινηθούν υποψίες. Αυτό επιδιώκεται με τις παρακάτω μεθόδους: α) Κατάτμηση του ποσού σε μικρότερα β) Καταθέσεις μικροποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς γ) Μετατροπή μετρητών σε επιταγές –εμβάσματα δ) Καζίνο, ιππόδρομος, στοιχήματα κλπ. 2) ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ (LAΥERING) Στο στάδιο αυτό επιδιώκεται μια σειρά μετατροπών ή μεταφορών για να συγκαλυφθεί η προέλευσή τους με απόκτηση νομιμοφάνειας. Συνήθεις τρόποι είναι: α) αγοραπωλησία επενδυτικών προϊόντων β) διασυνοριακές μεταφορές χρημάτων γ) εικονικές αγορές κλπ. 3) ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ (INTEGRATION) Στο τρίτο στάδιο επιδιώκεται η επαναφορά των κεφαλαίων στη νόμιμη και πραγματική οικονομία συνήθως με την επένδυσή τους σε ακίνητα και επιχειρήσεις. Συνήθεις τρόποι είναι: α) επενδύσεις σε κεφαλαιαγορές β) εξαγορές ακινήτων γ) αγορές χρυσού κλπ. Επιπτώσεις Μακροοικονομικές από το ξέπλυμα: Το ξέπλυμα χρήματος μπορεί να προκαλέσει: α) στρέβλωση των εισαγωγών και εξαγωγών μιας χώρας, β) αρνητικές επιπτώσεις στα δημόσια έσοδα λόγω της μείωσης των εσόδων από τον φόρο, γ) μπορεί να έχει αρνητική επίδραση στη ζήτηση χρήματος, δ) μπορεί να έχει αρνητική επίπτωση στο ρυθμό ανάπτυξης, ε) αύξηση του εγκλήματος και της τρομοκρατίας κ.λπ. Μικροοικονομικές επιπτώσεις ξεπλύματος: α) τεχνητή αύξηση τιμών β) νόθευση ανταγωνισμού γ) νόθευση επαγγελμάτων κλπ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε' (σελ. 62) Ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και Ανθρώπινα δικαιώματα. Ένα θεσμικό ενδιαφέρον για τα ατομικά δικαιώματα του υπόπτου ή του κατηγορουμένου αποτυπώνεται ρητά στη Σύμβαση του 1990 του Συμβουλίου της Ευρώπης, από την οποία προκύπτει δέσμευση από τα όρια που θέτει η ΕΣΔΑ. Η νομολογία του ΕΔΔΑ ασχολήθηκε με περιπτώσεις παραβίασης και ιδιωτικότητας ή τηλεφωνικών υποκλοπών κατά την ανακριτική διερεύνηση υποθέσεων ξεπλύματος χρήματος ή παραβίασης των κανόνων της δίκαιης δίκης (άρ. 6 §1 ΕΣΔΑ). Στην Ελλάδα έχει επισημανθεί ο κίνδυνος να προσκρούει ο αστυνομικός και ποινικός έλεγχος του ξεπλύματος σε συνταγματικά εγγυημένα δικαιώματα των πολιτών, όπως στα δικαιώματα του ιδιωτικού και οικογενειακού βίου (αρ. 9 Συντ.), της προστασίας προσωπικών δεδομένων (αρ. 9α Συντ.) και του απορρήτου της επικοινωνίας (αρ. 19 Συντ.). Ζήτημα τίθεται και ο περιορισμός του δικηγορικού απορρήτου για χάρη της καταπολέμησης του ξεπλύματος. Από το άρθρο 26 Ν.3691/08 προκύπτει ότι οι δικηγόροι, εφόσον με το νόμο 3691/08 ανήκουν στα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν: α) να ενημερώνουν την επιτροπή του αρ. 7 Ν.3691/08 όταν έχουν σοβαρές ενδείξεις ή υποψίες για ξέπλυμα, β) να παρέχουν όλες τις πληροφορίες στην Επιτροπή του αρ. 7 Ν. 3691/08 όταν υπάρχει αίτημα. Σε κάθε περίπτωση όμως, σύμφωνα με όσα ορίζει το αρ. 26 §2 του Ν.3691/08 οι δικηγόροι δεν έχουν υποχρέωση αναφοράς ή παροχής στοιχείων προς τις αρχές: α) σε σχέση με τις πληροφορίες που λαμβάνουν από τον πελάτη τους κατά τη διαπίστωση της νομικής του θέσης και, β) όταν υπερασπίζονται τον πελάτη τους ή τον εκπροσωπούν στη δίκη, ή δίδουν συμβουλές για την κίνηση ή αποφυγή δίκης. Δηλαδή οι δικηγόροι καλύπτονται από το Δικηγορικό απόρρητο για όλες τις πληροφορίες που λαμβάνουν σχετικά με την ένδικη υπόθεση. Το Ευρ. Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στην υπόθεση Michaud κατά Γαλλίας της 6-12-2012 εξέτασε τη συμβατότητα με την ΕΣΔΑ των περιορισμών στο δικηγορική απόρρητο από τη νομοθεσία καταπολέμησης του ξεπλύματος, λίγα χρόνια μετά την αντίστοιχη απόφαση του Δ.Ε.Ε. (C-305/2005). Το ΕΔΔΑ αντιμετώπισε το ζήτημα από διαφορετική βάση (ήτοι υπό το πρίσμα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ για το σεβασμό της ιδιωτικής ζωής), ενώ το ΔΕΚ-ΔΕΕ αντιμετώπισε το ζήτημα με το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη (6§1 ΕΣΔΑ). Δηλαδή, το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι η υποχρέωση των Δικηγόρων να αναφέρουν τις ύποπτες δραστηριότητες συνιστά μια επέμβαση στα δικαιώματά τους για την προστασία της επικοινωνίας τους με τους πελάτες, όσο και το δικαίωμα για την προστασία της προσωπικής τους ζωής. Μια τέτοια δε επέμβαση είναι σύμφωνη με το αρ. 8 της ΕΣΔΑ, μόνο αν προβλέπεται στο νόμο και επιδιώκει τους σκοπούς του αρ. 8 §2 της ΕΣΔΑ. Δηλαδή με την απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Michaud κατά Γαλλίας επιλύθηκε κατ'αρχήν αρνητικά για τους δικηγόρους. Η άνω απόφαση αφορά και τους Έλληνες δικηγόρους, δεδομένου ότι η σχετική ενωσιακή νομοθεσία για το ξέπλυμα έχει μεταφερθεί εξ'ολοκλήρου στην Ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 3691/08. ΕΠΙΛΟΓΟΣ (σελ.70) Στις μέρες μας το φαινόμενο του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις σε παγκόσμιο επίπεδο και σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο λαμβάνονται συνεχώς μέτρα για την καταπολέμησή του. Στην Ελλάδα ο νέος νόμος 3691/08 όπως σήμερα ισχύει, παρά τις ερμηνευτικές δυσχέρειες που προκαλεί, αφού ενσωμάτωσε διεθνείς και ευρωπαϊκές οδηγίες και αποφάσεις επιδιώκει την αναβάθμιση των μηχανισμών της χώρας μας για την πρόληψη και καταστολή των αδικημάτων της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Απαιτείται λοιπόν πιστή εφαρμογή του νόμου, άμεση εκδίκαση των υποθέσεων που έχουν σχέση με το ξέπλυμα, αλλά παράλληλα και σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα.
Download PDF
View in repository
Browse all collections