Αθλητισμός και γεωπολιτική: ο φιλικός αγώνας Παρτιζάν-ΑΕΚ τον Απρίλιο του 1999
Χειλαδάκης, Θεμιστοκλής Ν.
2024
Η δεκαετία του ’90 σφραγίζεται από την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ και τη λήξη του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου». Η υποχώρηση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» θα επιφέρει σοβαρές αναταράξεις στην Ανατολική Ευρώπη και ιδιαίτερα στην περιοχή των Βαλκανίων. Ο θάνατος του Γιόσιπ Μπροζ Τίτο θα λειτουργήσει καταλυτικά στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, με αποτέλεσμα μια νέα εμπόλεμη περίοδος να εκκινεί εντός της ευρωπαϊκής επικράτειας, λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από τα ελληνικά σύνορα. Σέρβοι, Σλοβένοι, Κροάτες και Βόσνιοι μουσουλμάνοι πολεμούν μεταξύ τους με στόχο τη δημιουργία ανεξάρτητων εθνών κρατών. Η εμπλοκή της Δύσης και των νέων αναδυόμενων περιφερειακών δυνάμεων είναι δεδομένη και κάθε πλευρά επιχειρεί να προασπίσει τα δικά της εθνικά συμφέροντα. Τελευταίο στιγμιότυπο του δεκαετούς αιματοκυλίσματος θα αποτελέσει το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου. Το Κόσοβο, μια περιοχή που χαρακτηρίζεται διαχρονικά από την πολυεθνική πληθυσμιακή της σύνθεση, γίνεται σημείο διαμάχης ανάμεσα στους Σέρβους, οι οποίοι το διεκδικούν ως επαρχία της Σερβικής Δημοκρατίας, και τους Αλβανούς Κοσσοβάρους, οι οποίοι ζητούν την αναγνώριση της ανεξαρτησίας του συγκεκριμένου εδάφους ως ξεχωριστής κρατικής οντότητας. Η διαμάχη θα λάβει σύντομα βίαια χαρακτηριστικά ιδίως μετά τη δημιουργία της αλβανικής οργάνωσης UCK, η οποία θα προωθήσει τον ένοπλο αγώνα για την επίτευξη της ανεξαρτησίας. Η ένοπλη σύρραξη μεταξύ Σέρβων κι Αλβανών Κοσσοβάρων ξεκινά και η εμπλοκή ξένων δυνάμεων δεν θα αργήσει να έρθει. ΝΑΤΟ, Ευρωπαϊκή Ένωση και διεθνείς οργανισμοί όπως ο ΟΗΕ θα επέμβουν διπλωματικά, σε ένα επίπεδο εξυπηρέτησης των δικών τους βλέψεων για το μέλλον της περιοχής. Η λύση δεν έρχεται και η στρατιωτική παρέμβαση από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους Συμμάχους της εναντίον της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας είναι γεγονός, με σημείο εκκίνησης την 24η Μαρτίου του 1999. Μια νέα περίοδος θανάτου επανέρχεται, με χιλιάδες Αλβανούς και Σέρβους αμάχους να χάνουν τη ζωή τους, να βασανίζονται, να εκτοπίζονται από τα σπίτια τους και να γίνονται θύματα τρομοκράτησης των αντιμαχόμενων πλευρών. Το ελληνικό κράτος από την πρώτη στιγμή, όπως και σε όλη την προηγούμενη δεκαετία, θα πάρει μέρος στον πόλεμο με μία στρατηγική «διττής φύσεως» προς εξυπηρέτηση των δικών του εθνικών συμφερόντων. Από την μία, θα συμμετάσχει στην στρατιωτική επέμβαση, όντας μέλος της νατοϊκής συμμαχίας, παραχωρώντας στρατιωτικές βάσεις, λιμάνια και υπηρεσίες του ελληνικού στρατού για την εξυπηρέτηση των νατοϊκών στρατιωτικών επιχειρήσεων. Από την άλλη, θα συνδράμει σημαντικά τις προσπάθειες της σερβικής πλευράς με διάφορα μέσα στο όνομα της λεγόμενης «Ελληνοσερβικής Φιλίας». Υπό το πλαίσιο αυτής, ένα μεγάλο αντινατοϊκό κι αντιδυτικό κίνημα θα ξεσπάσει στο εσωτερικό της χώρας και θα λάβει διάφορες μορφές. Συναυλίες, διαδηλώσεις, σαμποτάζ, αποστρατείες Ελλήνων στρατιωτικών από τις νατοϊκές επιχειρήσεις μέχρι κι ένοπλες επιθέσεις σε «δυτικούς» στόχους αποτελούν μερικά από τα κομμάτια που συνέθεταν το «κάδρο» των κινητοποιήσεων, το οποίο όχι μόνο ερχόταν σε σύμπλευση, αλλά κι ενίσχυε με τον τρόπο του την ελληνική εξωτερική πολιτική της περιόδου εκείνης. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο πρόεδρος της ΑΕΚ Δημήτρης Μελισανίδης θα πάρει την πρωτοβουλία της διοργάνωσης ενός φιλικού αγώνα «ειρήνης» με την ομάδα της Παρτιζάν εντός του εμπόλεμου Βελιγραδίου, για να εκπέμψει διεθνώς το αίτημα περί τερματισμού του βομβαρδισμού της Γιουγκοσλαβίας από τις δυτικές δυνάμεις. Στις 6 Απριλίου, η ελληνική ομάδα με την συνοδεία πολιτικών, καλλιτεχνών, βετεράνων αθλητών, δημοσιογράφων κι αποστράτων των μυστικών υπηρεσιών θα ξεκινήσει το περίφημο ταξίδι της για την σερβική πρωτεύουσα. Στην παρούσα εργασία εξετάζονται λεπτομερώς η διοργάνωση του συγκεκριμένου φιλικού, τα κίνητρα των πρωταγωνιστών του, τα τεκταινόμενα που έλαβαν μέρος, τα μηνύματα που εξέπεμψε, ο χαρακτήρας που αποδόθηκε σε αυτόν καθώς κι ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώθηκε στη συλλογική μνήμη. Μέσα από διάφορα επιχειρήματα που αφορούν κυρίως την επεξεργασία των συμβαινόντων πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την φιλική αναμέτρηση, αλλά και των προφίλ και των βιογραφικών των διοργανωτών και των συμμετεχόντων που επιστρατεύτηκαν για την υλοποίηση αυτής, επιχειρείται να απαντηθεί το ερώτημα εάν το συγκεκριμένο ποδοσφαιρικό παιχνίδι πράγματι σκόπευε να προβάλει μηνύματα αδελφοσύνης και ειρήνης μεταξύ των λαών με αντιπολεμικά κι αντιμιλιταριστικά χαρακτηριστικά, όπως μνημονεύεται μέχρι και σήμερα, ή εάν, αντιθέτως, έκανε λόγο για μια επιλεκτική και «στρατηγική» ειρήνη προς εξυπηρέτηση της ελληνικής και της σερβικής διπλωματίας, με γνώμονα το δεύτερο σκέλος της «διττής φύσεως» στρατηγικής της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Download PDF
View in repository
Browse all collections