Ακροδεξιά και μαχόμενη Δημοκρατία
Ζώης, Γεώργιος Θ.; Zois, Georgios T.
2025
Τα τελευταία χρόνια η Δημοκρατία αντιμετωπίζει διαδοχικές κρίσεις, οι οποίες προσλαμβάνουν κάθε φορά διαφορετικά χαρακτηριστικά, ανάλογα με την τεχνολογική και οικονομική εξέλιξη. Η επιβίωση του ακροδεξιού λαϊκισμού έχει αναδειχθεί σε ιδιαίτερο φαινόμενο που μελετάται από πολλούς κοινωνικούς, πολιτικούς και νομικούς επιστήμονες, αλλά και από ψυχολόγους, λόγω του δυναμικού χαρακτήρα με τον οποίο εξελίσσονται τα διάφορα ακροδεξιά κινήματα. Η κρίση αυτή της Δημοκρατίας φανερώνεται εντονότερα με την εμφάνιση στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ κομμάτων και πολιτικών προσώπων που ασπάζονται και υιοθετούν λαϊκιστικές-ακροδεξιές απόψεις, οι οποίες βρίσκουν ευήκοα ώτα σε διόλου ευκαταφρόνητο υψηλό ποσοστό ψηφοφόρων, όπως αποδεικνύει μία σειρά εκλογικών αναμετρήσεων τα τελευταία χρόνια. Οπωσδήποτε, καθοριστικός οδηγός για την κατανόηση των φαινομένων αυτών είναι η ιστορική εμπειρία του Μεσοπολέμου, με την ανάπτυξη των φασιστικών και ναζιστικών κινημάτων, αν και δεν θα πρέπει να υποπέσει κανείς στο λάθος να συγκρίνει ανόμοιες καταστάσεις. Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι η ιστορική αποτίμηση των γεγονότων του Μεσοπολέμου, αλλά: α) οι απειλές που αναδύονται στο σημερινό πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και γεωπολιτικό γίγνεσθαι, οι οποίες στρέφονται εναντίον της δημοκρατίας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων και β) οι μέθοδοι αναχαίτισης και αντιμετώπισής των. Η κατάρρευση της δημοκρατίας στον Μεσοπόλεμο στην πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κρατών –με εξαίρεση τη Γαλλία, τις χώρες της Benelux, τις σκανδιναβικές χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο- και η καταστροφική εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, που υπήρξε άμεση συνέπεια της επικράτησης του φασισμού και του ναζισμού, λειτούργησαν παιδαγωγικά. Τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, στα οποία μεταπολεμικά επικράτησαν κοινοβουλευτικά πολιτεύματα (εξαιρούνται οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που βρέθηκαν υπό τον πολιτικό έλεγχο της ΕΣΣΔ), υιοθέτησαν το κεϋνσιανό μοντέλο οικονομικής διαχείρισης, προκειμένου να αποφευχθούν κρίσεις όπως εκείνη του 1929, το οποίο λειτούργησε ικανοποιητικά, καθώς, αφενός ευνόησε την οικονομική ανόρθωση και ανάπτυξη μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και αφετέρου μείωσε αισθητά τις κοινωνικές ανισότητες. Η αμφισβήτηση, όμως, του μοντέλου αυτού μετά τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και 1979, οδήγησαν στην υιοθέτηση και την επικράτηση ενός ακραία νεοφιλελεύθερου προτύπου, ιδίως μετά την εκλογή της M. Thacher στο Ηνωμένο Βασίλειο και του R. Reagan στις ΗΠΑ. Το νέο αυτό μοντέλο επιβλήθηκε ως το κυρίαρχο οικονομικό πρότυπο, ιδίως μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου. Η κυριαρχία του, που υπήρξε συνέπεια της ιδεοληπτικής του υπεράσπισης και εφαρμογής του εκ μέρους των θιασωτών του, όχι μόνο διεύρυνε τις κοινωνικές ανισότητες, αλλά οδήγησε σε κρίσεις πρωτοφανούς έντασης και έκτασης, όπως η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009, η οποία εξελίχθηκε σε δημοσιονομική, αλλά, δεν κλόνισε τα θεμέλιά του, μολονότι η ίδια υπήρξε συνέπεια της «ευλαβικής» του εφαρμογής. Οι επιπτώσεις της κυριαρχίας της «ελεύθερης αγοράς» των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών ήταν επόμενο να εκφραστούν και σε επίπεδο πολιτικής εκπροσώπησης, γεγονός που επηρέασε το ποιόν του φιλελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος. Οι ακραίες κοινωνικές ανισότητες που προκάλεσαν η ασύλληπτη συσσώρευση πλούτου και η κατάρρευση της μεσαίας τάξης, σε συνδυασμό με τις μεταναστευτικές ροές, ιδίως από χώρες της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής προς την Ευρώπη ευνόησαν την εμφάνιση και διεύρυνση εθνικολαϊκιστικών πολιτικών μορφωμάτων. Θεμέλιο της ανάπτυξης των μορφωμάτων αυτών είναι ο ανορθολογισμός που κάνει επίκληση στο συναίσθημα και αναζητά μία αόριστη ταυτοτική προσέγγιση, η οποία χρησιμοποιεί είτε αυτόνομα, είτε συνδυαστικά, στοιχεία εθνικιστικού, ρατσιστικού ή θρησκευτικού φανατισμού, που κατά κανόνα συνοδεύονται από θεωρίες συνωμοσίας, οι οποίες εξαπλώνονται με ταχύτατους ρυθμούς μέσω των σύγχρονων διαύλων επικοινωνίας: το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όλα τα ανωτέρω στοιχεία εκφράζονται από δημαγωγούς, οι οποίοι αυτοπροβάλλονται ως εκπρόσωποι μίας αόριστης «αντισυστημικής» ιδεολογίας και κατορθώνουν να υπονομεύσουν τη φιλελεύθερη δημοκρατία και τις δικαιοκρατικές αρχές, εκμεταλλευόμενοι -κατά κανόνα- τα υπάρχοντα φαινόμενα προπαγάνδας και παραπληροφόρησης («Fake News»), την έλλειψη αυθεντικής ενημέρωσης, την αδρανοποίηση της κριτικής σκέψης που επιφέρει η υπερπληροφόρηση (και δη η διαδικτυακή) και την επίκληση στο συναίσθημα. Κατά κανόνα, η άρνηση της δημοκρατίας προσλαμβάνει αρχικά τη μορφή μίας απαίτησης για «πραγματική» δημοκρατία, η οποία εδράζεται στην άρνηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών και την ανάδειξη του «λαού» ως κεντρικής έννοιας για τη διαμόρφωση ενός νέου -υποτίθεται- πολιτικού και κοινωνικού πλαισίου. Αν, όμως, σε ένα πρώτο επίπεδο, ο ανορθολογικός λαϊκισμός περιορίστηκε σε έναν λόγο διαμαρτυρίας και έκφρασης δυσαρέσκειας, σήμερα μεταλλάσσεται, προσλαμβάνοντας ένα αντιδραστικό προσωπείο, και τούτο διότι σε μεγάλο βαθμό οδηγεί σε μια μεταμοντέρνα εκδοχή εκφασισμού των δυτικών κοινωνιών. Συνιστώσα κεντρικής σημασίας αποτελεί η πολιτική βία και η εν γένει ανυπακοή στο Δίκαιο που η ίδια εμπεριέχει. Στην αντίληψη μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης, η πολιτική βία συνδέεται συνήθως με τον εξτρεμισμό και την τρομοκρατία, τις επιθέσεις εναντίον πολιτικών και, στο πρόσφατο παρελθόν, όλο και περισσότερο με βίαιες ταραχές. Διάφοροι ακαδημαϊκοί κλάδοι, όπως η φιλοσοφία, η ιστορία, η κοινωνιολογία, η πολιτική επιστήμη και η ανθρωπολογία προσφέρουν ένα ευρύ φάσμα ορισμών της βίας. Λόγω του μεγάλου αριθμού διαφορετικών τυπολογιών, είναι αδύνατο να δοθεί ένας καθολικά έγκυρος ορισμός της πολιτικής βίας. Γίνεται μια θεμελιώδης διάκριση μεταξύ της δομικής βίας, αφενός, και των συγκεκριμένων δράσεων ή της στρατηγικής συμπεριφοράς αφετέρου. Η διαρθρωτική βία αναφέρεται στις ιεραρχίες, τις σχέσεις εξουσίας και την άνιση κατανομή των πόρων στην κοινωνία, οι οποίες αντανακλώνται στις άνισες ευκαιρίες ζωής, στην περιθωριοποίηση και τις διακρίσεις ορισμένων ομάδων ή ατόμων. Παραδείγματα αποτελούν ο ρατσισμός, ο σεξισμός, ο εθνικισμός και ο ηλικιακός ρατσισμός. Συγκριτικά, οι συγκεκριμένες δράσεις φαίνονται πιο εύκολα αντιληπτές. Το παρόν έργο θέτει την εξής στοχοθεσία: Α) μία συνοπτική ανάγνωση της μορφολογίας του ακροδεξιού λαϊκισμού, μέσα από τη σύγκριση των διαφόρων ακροδεξιών μορφωμάτων που δραστηριοποιήθηκαν από το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου μέχρι σήμερα στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, την Αυστρία και την Ελλάδα, Β) το κατά πόσον τα διάφορα ακροδεξιά κινήματα επηρεάζουν αρνητικά σήμερα τη Δημοκρατία από την οπτική των ιστορικών διδαγμάτων, Γ) την ανίχνευση των κοινωνικών συνιστωσών που τροφοδοτούν το φαινόμενο του ακροδεξιού λαϊκισμού, καθώς και τα φαινόμενα της πολιτικής βίας και Δ) την αναζήτηση εκείνων των μεθόδων για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των διαφόρων αντιδημοκρατικών μορφωμάτων, η οποία συνδέεται με την ανάπτυξη των δύο επικρατέστερων μοντέλων δημοκρατίας, ήτοι του ανεκτικού (με πιο χαρακτηριστικό εκπρόσωπο το ελληνικό σύστημα) και του μαχόμενου ή αμυνόμενου (με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το γερμανικό συνταγματικό πλαίσιο). Μεταξύ άλλων, ερευνάται η διαπίστωση της ανάγκης, της πιθανής αποτελεσματικότητας και των προοπτικών της «μαχόμενης» ή «αμυνόμενης» δημοκρατίας κατά τον 21ο αιώνα. Τίθεται, λοιπόν, το ζήτημα, αν είναι επιτρεπτή η αντιμετώπιση των εχθρών της δημοκρατικής συνταγματικής τάξης μέσω της απαγόρευσης ή, έστω, του περιορισμού της δράσης των αντιδημοκρατικών κομμάτων και ομάδων ή οργανώσεων. Μελετάται επίσης η αποτελεσματικότητα (ή μη αποτελεσματικότητα) των υφιστάμενων μοντέλων και η πιθανότητα ανάπτυξης νέων τρόπων αντιμετώπισης του φαινομένου. Ειδικά, ως προς την Ελλάδα εξετάζεται το ενδεχόμενο αναθεώρησης του άρθρου 29 του Συντάγματος προς την κατεύθυνση ενός μικτής φύσης μοντέλου.
Download PDF
View in repository
Browse all collections