Ακροδεξιά και μαχόμενη Δημοκρατία

Μικρογραφία εικόνας

Ημερομηνία έκδοσης

2025

Μέλη εξεταστικής επιτροπής

Τίτλος Εφημερίδας

Περιοδικό ISSN

Τίτλος τόμου

Εκδότης

Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών

Περίληψη

Τα τελευταία χρόνια η Δημοκρατία αντιμετωπίζει διαδοχικές κρίσεις, οι οποίες προσλαμβάνουν κάθε φορά διαφορετικά χαρακτηριστικά, ανάλογα με την τεχνολογική και οικονομική εξέλιξη. Η επιβίωση του ακροδεξιού λαϊκισμού έχει αναδειχθεί σε ιδιαίτερο φαινόμενο που μελετάται από πολλούς κοινωνικούς, πολιτικούς και νομικούς επιστήμονες, αλλά και από ψυχολόγους, λόγω του δυναμικού χαρακτήρα με τον οποίο εξελίσσονται τα διάφορα ακροδεξιά κινήματα. Η κρίση αυτή της Δημοκρατίας φανερώνεται εντονότερα με την εμφάνιση στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ κομμάτων και πολιτικών προσώπων που ασπάζονται και υιοθετούν λαϊκιστικές-ακροδεξιές απόψεις, οι οποίες βρίσκουν ευήκοα ώτα σε διόλου ευκαταφρόνητο υψηλό ποσοστό ψηφοφόρων, όπως αποδεικνύει μία σειρά εκλογικών αναμετρήσεων τα τελευταία χρόνια. Οπωσδήποτε, καθοριστικός οδηγός για την κατανόηση των φαινομένων αυτών είναι η ιστορική εμπειρία του Μεσοπολέμου, με την ανάπτυξη των φασιστικών και ναζιστικών κινημάτων, αν και δεν θα πρέπει να υποπέσει κανείς στο λάθος να συγκρίνει ανόμοιες καταστάσεις. Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι η ιστορική αποτίμηση των γεγονότων του Μεσοπολέμου, αλλά: α) οι απειλές που αναδύονται στο σημερινό πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και γεωπολιτικό γίγνεσθαι, οι οποίες στρέφονται εναντίον της δημοκρατίας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων και β) οι μέθοδοι αναχαίτισης και αντιμετώπισής των. Η κατάρρευση της δημοκρατίας στον Μεσοπόλεμο στην πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κρατών –με εξαίρεση τη Γαλλία, τις χώρες της Benelux, τις σκανδιναβικές χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο- και η καταστροφική εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, που υπήρξε άμεση συνέπεια της επικράτησης του φασισμού και του ναζισμού, λειτούργησαν παιδαγωγικά. Τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, στα οποία μεταπολεμικά επικράτησαν κοινοβουλευτικά πολιτεύματα (εξαιρούνται οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που βρέθηκαν υπό τον πολιτικό έλεγχο της ΕΣΣΔ), υιοθέτησαν το κεϋνσιανό μοντέλο οικονομικής διαχείρισης, προκειμένου να αποφευχθούν κρίσεις όπως εκείνη του 1929, το οποίο λειτούργησε ικανοποιητικά, καθώς, αφενός ευνόησε την οικονομική ανόρθωση και ανάπτυξη μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και αφετέρου μείωσε αισθητά τις κοινωνικές ανισότητες. Η αμφισβήτηση, όμως, του μοντέλου αυτού μετά τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και 1979, οδήγησαν στην υιοθέτηση και την επικράτηση ενός ακραία νεοφιλελεύθερου προτύπου, ιδίως μετά την εκλογή της M. Thacher στο Ηνωμένο Βασίλειο και του R. Reagan στις ΗΠΑ. Το νέο αυτό μοντέλο επιβλήθηκε ως το κυρίαρχο οικονομικό πρότυπο, ιδίως μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου. Η κυριαρχία του, που υπήρξε συνέπεια της ιδεοληπτικής του υπεράσπισης και εφαρμογής του εκ μέρους των θιασωτών του, όχι μόνο διεύρυνε τις κοινωνικές ανισότητες, αλλά οδήγησε σε κρίσεις πρωτοφανούς έντασης και έκτασης, όπως η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009, η οποία εξελίχθηκε σε δημοσιονομική, αλλά, δεν κλόνισε τα θεμέλιά του, μολονότι η ίδια υπήρξε συνέπεια της «ευλαβικής» του εφαρμογής. Οι επιπτώσεις της κυριαρχίας της «ελεύθερης αγοράς» των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών ήταν επόμενο να εκφραστούν και σε επίπεδο πολιτικής εκπροσώπησης, γεγονός που επηρέασε το ποιόν του φιλελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος. Οι ακραίες κοινωνικές ανισότητες που προκάλεσαν η ασύλληπτη συσσώρευση πλούτου και η κατάρρευση της μεσαίας τάξης, σε συνδυασμό με τις μεταναστευτικές ροές, ιδίως από χώρες της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής προς την Ευρώπη ευνόησαν την εμφάνιση και διεύρυνση εθνικολαϊκιστικών πολιτικών μορφωμάτων. Θεμέλιο της ανάπτυξης των μορφωμάτων αυτών είναι ο ανορθολογισμός που κάνει επίκληση στο συναίσθημα και αναζητά μία αόριστη ταυτοτική προσέγγιση, η οποία χρησιμοποιεί είτε αυτόνομα, είτε συνδυαστικά, στοιχεία εθνικιστικού, ρατσιστικού ή θρησκευτικού φανατισμού, που κατά κανόνα συνοδεύονται από θεωρίες συνωμοσίας, οι οποίες εξαπλώνονται με ταχύτατους ρυθμούς μέσω των σύγχρονων διαύλων επικοινωνίας: το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όλα τα ανωτέρω στοιχεία εκφράζονται από δημαγωγούς, οι οποίοι αυτοπροβάλλονται ως εκπρόσωποι μίας αόριστης «αντισυστημικής» ιδεολογίας και κατορθώνουν να υπονομεύσουν τη φιλελεύθερη δημοκρατία και τις δικαιοκρατικές αρχές, εκμεταλλευόμενοι -κατά κανόνα- τα υπάρχοντα φαινόμενα προπαγάνδας και παραπληροφόρησης («Fake News»), την έλλειψη αυθεντικής ενημέρωσης, την αδρανοποίηση της κριτικής σκέψης που επιφέρει η υπερπληροφόρηση (και δη η διαδικτυακή) και την επίκληση στο συναίσθημα. Κατά κανόνα, η άρνηση της δημοκρατίας προσλαμβάνει αρχικά τη μορφή μίας απαίτησης για «πραγματική» δημοκρατία, η οποία εδράζεται στην άρνηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών και την ανάδειξη του «λαού» ως κεντρικής έννοιας για τη διαμόρφωση ενός νέου -υποτίθεται- πολιτικού και κοινωνικού πλαισίου. Αν, όμως, σε ένα πρώτο επίπεδο, ο ανορθολογικός λαϊκισμός περιορίστηκε σε έναν λόγο διαμαρτυρίας και έκφρασης δυσαρέσκειας, σήμερα μεταλλάσσεται, προσλαμβάνοντας ένα αντιδραστικό προσωπείο, και τούτο διότι σε μεγάλο βαθμό οδηγεί σε μια μεταμοντέρνα εκδοχή εκφασισμού των δυτικών κοινωνιών. Συνιστώσα κεντρικής σημασίας αποτελεί η πολιτική βία και η εν γένει ανυπακοή στο Δίκαιο που η ίδια εμπεριέχει. Στην αντίληψη μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης, η πολιτική βία συνδέεται συνήθως με τον εξτρεμισμό και την τρομοκρατία, τις επιθέσεις εναντίον πολιτικών και, στο πρόσφατο παρελθόν, όλο και περισσότερο με βίαιες ταραχές. Διάφοροι ακαδημαϊκοί κλάδοι, όπως η φιλοσοφία, η ιστορία, η κοινωνιολογία, η πολιτική επιστήμη και η ανθρωπολογία προσφέρουν ένα ευρύ φάσμα ορισμών της βίας. Λόγω του μεγάλου αριθμού διαφορετικών τυπολογιών, είναι αδύνατο να δοθεί ένας καθολικά έγκυρος ορισμός της πολιτικής βίας. Γίνεται μια θεμελιώδης διάκριση μεταξύ της δομικής βίας, αφενός, και των συγκεκριμένων δράσεων ή της στρατηγικής συμπεριφοράς αφετέρου. Η διαρθρωτική βία αναφέρεται στις ιεραρχίες, τις σχέσεις εξουσίας και την άνιση κατανομή των πόρων στην κοινωνία, οι οποίες αντανακλώνται στις άνισες ευκαιρίες ζωής, στην περιθωριοποίηση και τις διακρίσεις ορισμένων ομάδων ή ατόμων. Παραδείγματα αποτελούν ο ρατσισμός, ο σεξισμός, ο εθνικισμός και ο ηλικιακός ρατσισμός. Συγκριτικά, οι συγκεκριμένες δράσεις φαίνονται πιο εύκολα αντιληπτές. Το παρόν έργο θέτει την εξής στοχοθεσία: Α) μία συνοπτική ανάγνωση της μορφολογίας του ακροδεξιού λαϊκισμού, μέσα από τη σύγκριση των διαφόρων ακροδεξιών μορφωμάτων που δραστηριοποιήθηκαν από το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου μέχρι σήμερα στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, την Αυστρία και την Ελλάδα, Β) το κατά πόσον τα διάφορα ακροδεξιά κινήματα επηρεάζουν αρνητικά σήμερα τη Δημοκρατία από την οπτική των ιστορικών διδαγμάτων, Γ) την ανίχνευση των κοινωνικών συνιστωσών που τροφοδοτούν το φαινόμενο του ακροδεξιού λαϊκισμού, καθώς και τα φαινόμενα της πολιτικής βίας και Δ) την αναζήτηση εκείνων των μεθόδων για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των διαφόρων αντιδημοκρατικών μορφωμάτων, η οποία συνδέεται με την ανάπτυξη των δύο επικρατέστερων μοντέλων δημοκρατίας, ήτοι του ανεκτικού (με πιο χαρακτηριστικό εκπρόσωπο το ελληνικό σύστημα) και του μαχόμενου ή αμυνόμενου (με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το γερμανικό συνταγματικό πλαίσιο). Μεταξύ άλλων, ερευνάται η διαπίστωση της ανάγκης, της πιθανής αποτελεσματικότητας και των προοπτικών της «μαχόμενης» ή «αμυνόμενης» δημοκρατίας κατά τον 21ο αιώνα. Τίθεται, λοιπόν, το ζήτημα, αν είναι επιτρεπτή η αντιμετώπιση των εχθρών της δημοκρατικής συνταγματικής τάξης μέσω της απαγόρευσης ή, έστω, του περιορισμού της δράσης των αντιδημοκρατικών κομμάτων και ομάδων ή οργανώσεων. Μελετάται επίσης η αποτελεσματικότητα (ή μη αποτελεσματικότητα) των υφιστάμενων μοντέλων και η πιθανότητα ανάπτυξης νέων τρόπων αντιμετώπισης του φαινομένου. Ειδικά, ως προς την Ελλάδα εξετάζεται το ενδεχόμενο αναθεώρησης του άρθρου 29 του Συντάγματος προς την κατεύθυνση ενός μικτής φύσης μοντέλου.
In recent years, Democracies have faced a series of crises, each taking on different characteristics depending on technological and economic developments. The persistence of far-right populism has emerged as a distinct phenomenon studied by many social scientists, political scientists, and legal scholars, as well as psychologists, due to the dynamic nature of the various far-right movements. This crisis of Democracy is becoming increasingly evident with the emergence in Europe and the United States of parties and politicians who espouse and adopt populist far-right views, which find a receptive audience among a significant percentage of voters, as evidenced by a series of elections in recent years. In any case, the historical experience of the interwar period—with the rise of fascist and Nazi movements— serves as a key guide to understanding these phenomena, although one should not make the mistake of comparing dissimilar situations. The issue at hand today is not a historical assessment of the events of the interwar period, but rather: a) the threats emerging in today’s political, economic, social, and geopolitical landscape, which are directed against democracy and fundamental rights, and b) the methods for halting and countering them. The collapse of democracy in the interwar period in most European countries—with the exception of France, the Benelux countries, the Scandinavian countries, and the United Kingdom—and the catastrophic experience of World War II, which was a direct consequence of the rise of fascism and Nazism, served as a lesson. Most European countries, where parliamentary systems prevailed in the postwar period (with the exception of the countries of Central and Eastern Europe that came under the political control of the USSR), adopted the Keynesian model of economic management, in order to avoid crises such as that of 1929. This model functioned satisfactorily, as it both facilitated economic recovery and growth after World War II and significantly reduced social inequalities. However, the questioning of this model following the oil crises of 1973 and 1979 led to the adoption and prevalence of an extreme neoliberal model, particularly after the election of M. Thatcher in the United Kingdom and R. Reagan in the US. This new model established itself as the dominant economic paradigm, particularly after the end of the Cold War. Its dominance, which was the result of its dogmatic defense and implementation by its proponents, not only widened social inequalities, but also led to crises of unprecedented intensity and scope, such as the financial crisis of 2008–2009, which evolved into a fiscal crisis; yet it did not shake its foundations, even though the crisis itself was a consequence of its “devout” implementation. The consequences of the dominance of the “free market” over the past four decades were bound to manifest themselves in the realm of political representation as well, a development that has shaped the nature of the liberal democratic system. The extreme social inequalities caused by the unimaginable accumulation of wealth and the collapse of the middle class, combined with migration flows, particularly from African and Middle Eastern countries to Europe, have facilitated the emergence and expansion of nationalist-populist political movements. The foundation of these movements’ growth is irrationalism, which appeals to emotion and seeks a vague, identity-based approach that employs, either independently or in combination, elements of nationalist, racist, or religious fanaticism, which are typically accompanied by conspiracy theories that spread at a rapid pace through modern communication channels: the internet and social media. All of the above views are expressed by demagogues who present themselves as representatives of a vague “anti-establishment” ideology and succeed in undermining liberal democracy and the principles of the rule of law, exploiting—as a rule—existing phenomena of propaganda and misinformation (“Fake News”), the lack of reliable information, the numbing of critical thinking caused by information overload (particularly online), and the appeal to emotion. In the most cases, the rejection of democracy initially takes the form of a demand for “real” democracy, which is based on the rejection of representative institutions and the elevation of the “people” as the central concept for the formation of a new—supposedly—political and social framework. Initially, irrational populism was limited to a discourse of protest and the expression of discontent; today, it is mutating, taking on a reactionary guise, and this is because, to a large extent, it leads to a postmodern version of the fascistization of Western societies. A key component is political violence and the general disregard for the law that it entails. In the perception of a large part of the public, political violence is usually associated with extremism and terrorism, attacks against politicians, and, in the recent past, increasingly with violent riots. Various academic disciplines, such as philosophy, history, sociology, political science, and anthropology, offer a wide range of definitions of violence. Due to the large number of different typologies, it is impossible to provide a universally valid definition of political violence. A fundamental distinction is made between structural violence, on the one hand, and specific actions or strategic behavior, on the other. Structural violence refers to hierarchies, power relations, and the unequal distribution of resources in society, which are reflected in unequal life opportunities, marginalization, and discrimination against certain groups or individuals. Examples include racism, sexism, nationalism, and ageism. In comparison, these specific actions are easier to recognize. This study sets the following objectives: A) to provide a concise overview of the characteristics of far-right populism by comparing the various far-right groups that have been active from the end of World War II to the present day in France, in Italy, the Federal Republic of Germany, Austria, and Greece, B) the extent to which various far-right movements currently negatively impact democracy from the perspective of historical lessons, C) the identification of the social factors fueling the phenomenon of far-right populism, as well as the phenomena of political violence, and D) the search for methods to more effectively counter various anti-democratic formations, which is linked to the development of the two predominant models of democracy, namely the tolerant model (most notably represented by the Greek system) and the combative or defensive model (most notably exemplified by the German constitutional framework). Among other things, the study examines the necessity, potential effectiveness, and prospects of a “militant” or “defensive” democracy in the 21st century. The question thus arises as to whether it is permissible to counter the enemies of the democratic constitutional order by banning or, at the very least, restricting the activities of anti-democratic parties, groups, or organizations. The effectiveness (or ineffectiveness) of existing models and the possibility of developing new ways to address the phenomenon are also examined. Specifically, with regard to Greece, the possibility of revising Article 29 of the Constitution toward a hybrid model is examined.

Περιγραφή

Λέξεις-κλειδιά

Σύνταγμα, Μαχόμενη Δημοκρατία, Αμυνόμενη Δημοκρατία, Ανεκτική Δημοκρατία, Ακροδεξιά, Φασισμός, Ναζισμός, Λαϊκισμός, Εθνικολαϊκισμός,, Έννομη τάξη, Κοινοβούλιο, Βουλή, Βία, Πολιτική βία, Κράτος δικαίου,, Δικαιοσύνη, Συνταγματικό Δικαστήριο, Φιλελευθερισμός, Ρατσισμός, Μετανάστευση, Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, Μοντέλο δημοκρατίας, Κομματικό σύστημα, Constitution, Militant democracy, Defensive democracy, Tolerant democracy, Far-right, Fascism, Nazism, Populism, National populism, Parliament, House of Representatives, Constitutional Court, Rule of law, Political violence, Political parties, Protection of democracy, Economic crisis, Crisispolitical system, Model of democracy

Παραπομπή

Άδεια Creative Commons

Εκτός εάν σημειώνεται διαφορετικά, η άδεια αυτού του αντικειμένου περιγράφεται ως Attribution-NonCommercial-NoDerivatives 4.0 International

Παραπομπή ως

Ζώης, Γ. Θ., & Zois, G. T. (2025). Ακροδεξιά και μαχόμενη Δημοκρατία. Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. https://pandemos.panteion.gr/handle/123456789/24717
Προσοχή! Οι παραπομπές μπορεί να μην είναι πλήρως ακριβείς