Μεταπτυχιακές εργασίες
Μόνιμο URI για αυτήν τη συλλογήhttps://pandemos.panteion.gr/handle/123456789/37
Περιήγηση
Πρόσφατες Υποβολές
Τεκμήριο Ο Λουί Αλτουσέρ για την ψυχανάλυσηΤσιρίτας, Γεώργιος; Μπαλτάς, Αριστείδης, 1943-; Φουρτούνης, Γιώργος; Fourtounis, Giorgos; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025-10-29)Η παρούσα μελέτη διερευνά την κριτική προσέγγιση της ψυχανάλυσης από τον Λουί Αλτουσέρ, δίνοντας έμφαση στη σχέση της με την ψυχολογία, τη φιλοσοφία και τις ανθρωπιστικές επιστήμες, προσέγγιση μέσα από την οποία η ψυχανάλυση ιδώνεται ως επιμέρους πεδίο μέσα στο συνολικό πεδίο της θεωρίας όπως αυτό ορίζεται στα συμφραζόμενα του δομισμού. Ο Αλτουσέρ, αντλώντας από την επεξεργασία της φροϋδικής θεωρίας από τον Λακάν, επανατοποθετεί την ψυχανάλυση στο επιστημονικό επίπεδο της θεωρίας αποδίδοντάς της το στάτους της επιστήμης του ασυνείδητου, και ευθυγραμμίζοντάς τη με τον ιστορικό υλισμό. Απορρίπτει την ψυχολογιστική στροφή που δέχτηκε η ψυχανάλυση, κυρίως με τη μορφή της ψυχολογίας του εγώ και στην ερμηνεία της κληρονομιάς του Φρόυντ από την Άννα Φρόυντ, και την τοποθετεί σε άμεση σχέση με την ιδεολογία και την αναπαραγωγή των κοινωνικών δομών. Για τον Αλτουσέρ, η ιδεολογία δεν είναι μια ψευδής συνείδηση που πρέπει να διορθωθεί, αλλά ένα συμβολικό και ταυτόχρονα υλικό σύστημα που συγκροτεί το υποκείμενο μέσω διαδικασιών διαλόγου, πράγμα που τη φέρνει σε άμεση σχέση με το ασυνείδητο, το επίκεντρο της ψυχαναλυτικής έρευνας. Εξετάζεται το πώς ο Αλτουσέρ διακρίνει την ψυχανάλυση από την ψυχολογία, ασκώντας κριτική στις ανθρωπιστικές και ατομικιστικές παραδοχές της τελευταίας, και προτείνοντας αντ'αυτού μια δομιστική κατανόηση της υποκειμενικότητας. Αναλύεται περαιτέρω το πώς η ψυχανάλυση αλληλεπιδρά με άλλες ανθρωπιστικές επιστήμες, όπως η φιλοσοφία, η κοινωνιολογία και η ανθρωπολογία, στο πλαίσιο της φιλοσοφίας του Αλτουσέρ, υπογραμμίζοντας τη χρησιμότητά της για την ανάλυση της διαμόρφωσης της υποκειμενικότητας εντός των ιδεολογικών κρατικών μηχανισμών. Η διαπλοκή της ψυχαναλυτικής και της μαρξιστικής θεωρίας από τον Αλτουσέρ επιτρέπει μια ισχυρή κριτική του τρόπου με τον οποίο τα άτομα διαμορφώνονται ιδεολογικά και εντάσσονται στα κοινωνικά συστήματα. Δίνεται, έτσι, έμφαση στη συμβολή του Αλτουσέρ τόσο στην κριτική θεωρία όσο και στις ανθρωπιστικές επιστήμες, επιβεβαιώνοντας, ταυτόχρονα τον ρόλο που μπορεί να έπαιξε η ψυχανάλυση στην ανάπτυξη της θεωρίας για την ιδεολογική και τη δομική σύσταση του υποκειμένου.Τεκμήριο Ο χρόνος και η φαντασία στο φιλοσοφικό έργο του Κορνήλιου ΚαστοριάδηΘεοδωρακοπούλου, Μαρία-Ανδριάννα; Ξηροπαΐδης, Γιώργος; Xiropaidis, Georgios; Μπαλτάς, Αριστείδης, 1943-; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025-10-30)Η παρούσα εργασία εξετάζει τις έννοιες του χρόνου και της φαντασίας στο φιλοσοφικό έργο του Κορνήλιου Καστοριάδη, εστιάζοντας στον μαγματικό χαρακτήρα της πραγματικότητας όπως αυτός εκδηλώνεται στο άτομο, την κοινωνία και τον κόσμο. Η προσέγγιση που υιοθετείται αποσκοπεί στη φιλοσοφική αποσαφήνιση των εννοιών αυτών, αποσπώντας τες από τις άμεσες πολιτικές αναφορές του καστοριαδικού έργου, προκειμένου να αναδειχθεί η οντολογική και κοσμολογική τους διάσταση. Αρχικά, η εργασία επιχειρεί μια σταδιακή εισαγωγή στη σκέψη του Καστοριάδη, με αφετηρία την ανθρώπινη ψυχή ως πηγή δημιουργίας μορφών και συγκρότησης του κόσμου, καθώς και τη θεμελιώδη σχέση της με τον Άλλον. Στη συνέχεια, αναλύεται ο κύκλος της Δημιουργίας ως βασική λειτουργία του Είναι, από την οποία αναδύονται οι θεσμοί, οι κοινωνικές νόρμες και οι συλλογικές σημασίες. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σύλληψη της κοινωνίας ως κοσμικού συνόλου, στη δημιουργική της βάση, αλλά και στη σχέση της με το Χάος και την Άβυσσο ως τόπους γένεσης και καταστροφής του κόσμου. Η ανάλυση αυτή οδηγεί στη διερεύνηση της έννοιας του μάγματος και της λειτουργίας των μαγματικών μορφών, οι οποίες καθιστούν δυνατή την κατανόηση του προτάγματος της αυτονομίας. Στο κεντρικό μέρος της εργασίας εξετάζεται ο καστοριαδικός χρόνος, η πολλαπλότητα και η ετερογένεια των χρονικοτήτων, καθώς και η έννοια του άχρονου ή υπερχρονικού χρόνου. Η ανάλυση αυτή λειτουργεί ως βάση για τη διερεύνηση της φαντασίας ως θεμελίου του κόσμου και του ιδιοκόσμου, ως οργανωτικού παράγοντα της κοινωνικής ζωής και ως πεδίου ετερότητας και διαφοράς. Τέλος, η εργασία προσεγγίζει την έννοια του παρόντος και τον ψευδο-χαρακτήρα του κοινωνικού, προτείνοντας συμπεράσματα και ανοίγοντας προοπτικές για περαιτέρω φιλοσοφική έρευνα.Τεκμήριο Ο επαναπατρισμός των πολιτικών προσφύγων και η αποτύπωσή του μέσα από τον ΤύποΧατζηγεωργίου, Σοφία; Λαγάνη, Ειρήνη; Βεντούρα, Λίνα; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2026-02-07)Το τέλος του εμφυλίου πολέμου, το 1949, προκάλεσε τον μαζικό εκπατρισμό περίπου 56.000 ανθρώπων, που καθιερώθηκε να ονομάζονται Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες του Εμφυλίου Πολέμου, παρόλο που ποτέ δεν αναγνωρίστηκαν με αυτήν την ιδιότητα, ούτε από την Ελλάδα, ούτε από τους διεθνείς οργανισμούς, ούτε από τις χώρες υποδοχής τους. Από την αρχή του εκπατρισμού τους, σταθερή προσδοκία και πάγιο αίτημά τους ήταν ο επαναπατρισμός τους. Η επιστροφή τους, όμως στην πατρίδα, έπρεπε να είναι μαζική, να συνοδεύεται από την αναγνώριση του έργου της Εθνικής Αντίστασης και τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ, από τη χορήγηση γενικής αμνηστίας και την απόδοση ελληνικής ιθαγένειας. Κατά συνέπεια συναρτήθηκε με την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, τα εθνικά ζητήματα, τις διακρατικές σχέσεις και τις ενέργειες των διεθνών οργανισμών. Ειδικές κατηγορίες προσφύγων, όπως μικρός αριθμός παιδιών από τη Γιουγκοσλαβία, αιχμάλωτοι του τακτικού στρατού και όμηροι, επέστρεψαν στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Αντιθέτως, το διάστημα 1947-1962, αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια από 15.000 σλαβόφωνους, των οποίων οι περιουσίες δημεύτηκαν και επαναποικίστηκαν από αμιγώς ελληνόφωνους πληθυσμούς. Κατά τις δεκαετίες 1950, 1960 και 1970, κυριάρχησε ο επαναπατρισμός σε ατομική βάση, κατά κανόνα, λίγων προσφύγων, που συνοδευόταν από δηλώσεις εθνικοφροσύνης. Το καλοκαίρι του 1982 αναγνωρίστηκε η Εθνική (Εαμική) Αντίσταση και στις 29/12/1982 επιτράπηκε ο επαναπατρισμός και η απόδοση ελληνικής ιθαγένειας σε όλους τους «Έλληνες το γένος» πολιτικούς πρόσφυγες. 40 χρόνια μετά από τη λήξη του ελληνικού εμφυλίου, τον Αύγουστο του 1989, νομοθετήθηκε η «άρση των συνεπειών του Εμφυλίου Πολέμου». Οι πολιτικοί πρόσφυγες έμειναν εκπατρισμένοι για τρεις γενιές, επομένως η ολοκληρωμένη εικόνα επιβάλλει την αναφορά στις συνθήκες ζωής στην υπερορία, σε ζητήματα εργασιακής απασχόλησης, εκπαίδευσης, οργάνωσης κοινοτήτων και δεσμών με την πατρίδα. Η μακρά διάρκεια της επιστροφής τους, συνδέθηκε με την εσωτερική πολιτική κατάσταση και τις ιδεολογικές και πολιτικές διεργασίες της Μεταπολίτευσης, καθώς το ζήτημα ήταν πρόσφορο για κομματική εκμετάλλευση και αυτοπροσδιορισμό από όλες τις πλευρές. Η Μεταπολίτευση δεν ήταν απλώς μια δημοκρατική πολιτειακή μετάβαση, αλλά αποτέλεσε την τομή για τη δικαίωση αιτημάτων και την ολοκλήρωση διεργασιών που κυοφορούνταν σε όλη την μετεμφυλιακή περίοδο. Κατά συνέπεια, όλες οι νομοθετικές και θεσμικές εξελίξεις και οι ιδεολογικές και κοινωνικές ανακατατάξεις, σχετίστηκαν με ζητήματα που είχαν μείνει ανοικτά, από τη δεκαετία του ’40. Βασική προϋπόθεση για την οικοδόμηση του δημοκρατικού βίου ήταν η στοιχειώδης πολιτική συναίνεση, για τη διαχείριση του τραυματικού παρελθόντος. Η επάνοδός τους υπήρξε σημαντικός συντελεστής του εκδημοκρατισμού της χώρας, της κατοχύρωσης των ατομικών δικαιωμάτων, της διαφορετικής ανάγνωσης του πρόσφατου ιστορικού παρελθόντος και της διαμόρφωσης νέων πολιτικών στάσεων και ταυτοτήτων. Όλα τα παραπάνω, καθώς και τα προσκόμματα και οι δυσκολίες στην (επαν)ένταξή τους, εξετάζονται και βιβλιογραφικά, αλλά και όπως καταγράφηκαν στον μεταπολιτευτικό, κυρίως, Τύπο.Τεκμήριο Το πρόβλημα του μεθοδολογισμού : η πραγμοποιημένη συνείδηση και ο αφηρημένος φορμαλισμός του νεοκαντιανισμούΦράγκος, Γιώργος; Φαράκλας, Γιώργος, 1962-; Ιακώβου, Βίκυ; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025-10-27)Η εργασία «Το Πρόβλημα του Μεθοδολογισμού: Η πραγμοποιημένη συνείδηση και ο αφηρημένος φορμαλισμός του νεοκαντιανισμού» εξετάζει τον μεθοδολογισμό ως κεντρικό επιστημολογικό φαινόμενο της νεωτερικής γνωσιολογίας. Ως μεθοδολογισμός ορίζεται η τάση να διαχωρίζονται η επιστημολογία και η μεθοδολογία διερεύνησης ενός επιστημονικού πεδίου από το αντικείμενό τους και, ως εκ τούτου, να απολυτοποιούνται ως αυτόνομα, προθεωρητικά θεμέλια της γνώσης, αποκομμένα τόσο από τα συγκεκριμένα περιεχόμενα του εμπειρικού αντικειμένου τους όσο και από τις κοινωνικές συνθήκες συγκρότησής τους. Η εργασία υποστηρίζει ότι αυτή η στάση δεν αποτελεί απλώς φιλοσοφική επιλογή, αλλά δομικό επιστημολογικό πρόβλημα που οδηγεί σε έναν αφηρημένο φορμαλισμό στην επιστημολογία, ο οποίος προκαθορίζει γνωσιολογικά το αντικείμενό του, απαγορεύοντας στο αντικείμενο να «συνομιλήσει» με την επιστημολογία και τη μέθοδο διερεύνησής του και να τις μετασχηματίσει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο χάνεται η διαλεκτική σχέση διαμεσολάβησης και αλληλοσυγκρότησης μεταξύ επιστημολογίας και μεθόδου, αφενός, και γνωστικού αντικειμένου, αφετέρου. Στο πρώτο κεφάλαιο ανασυγκροτείται η νεοκαντιανή γνωσιοθεωρία της σχολής του Μαρβούργου και της Νοτιοδυτικής Γερμανίας (Cohen, Natorp, Cassirer, Windelband, Rickert), με έμφαση στη διαδικασία της Begriffsbildung και στην υπερβατολογική θεμελίωση των κοινωνικών επιστημών του Heinrich Rickert ως παραδειγματική και εκλεπτυσμένη περίπτωση μεθοδολογισμού. Στο δεύτερο κεφάλαιο ανασυγκροτείται η θεωρία της αξιακής μορφής στο Κεφάλαιο του Marx, με σκοπό να αναδειχθεί πώς οι διαδικασίες πραγματικής αφαίρεσης που συγκροτούν τις θεμελιώδεις σχέσεις της κοινωνικής αναπαραγωγής διαμεσολαβούν τη φιλοσοφική σκέψη (και την κοινωνική ολότητα εν γένει), με αποτέλεσμα την αναγκαία ανάδυση φορμαλιστικών γνωσιοθεωρητικών παραδόσεων, οι οποίες επιχειρούν να συλλάβουν το αντικείμενό τους σε αφαίρεση από τα περιεχόμενά του και τους κοινωνικούς καθορισμούς της γνωσιακής διαδικασίας. Στον βαθμό που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τους κοινωνικούς καθορισμούς της γνώσης (πραγματική αφαίρεση, πραγμοποίηση της συνείδησης), η γνώση του επιστημονικού μας αντικειμένου (της κοινωνίας) επιστρέφει πίσω στην επιστημολογία και την μεθοδολογία της, την ενημερώνει και την μετασχηματίζει. Σε αντίθεση με τον μεθοδολογισμό, εδώ η γνώση του αντικειμένου ανατροφοδοτεί και μετασχηματίζει την αντίληψή μας περί της φύσεως του αντικειμένου μας, τι είναι αυτό που θεωρούμε αλήθεια του, τους όρους της δικής μας εμπολοκής στην γνωσιακή διαδικασία, αλλά και τι θεωρούμε έγκυρη μέθοδο απόκτησης γνώσης. Το τρίτο κεφάλαιο ολοκληρώνει την κριτική στον νεοκαντιανισμό και επιχειρεί να εξηγήσει όχι μόνο τους ιστορικο-κοινωνικούς εμφάνισης του της φορμαλιστικής σκέψης και του μεθοδολογισμού, αλλά και τους εκείνους τους όρους υπέρβασης τους.Τεκμήριο Μαξ Στίρνερ και αναρχισμόςΣακαρίκου, Σταυρούλα; Μπαλτάς, Αριστείδης, 1943-; Φαράκλας, Γιώργος, 1962-; Faraklas Matorikos, Georgios; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2026-02-05)Η παρούσα εργασία εξετάζει συνοπτικά τις βασικές θέσεις της φιλοσοφίας του Max Stirner και τη σχέση τους με τον αναρχισμό. Αρχικά παρουσιάζονται κεντρικές έννοιες της σκέψης του, ενώ στη συνέχεια ακολουθεί συγκριτική μελέτη με τον κλασικό αναρχισμό. Έπειτα αναλύεται η σύνδεση του Στίρνερ με τον ατομικιστικό αναρχισμό, αναδεικνύοντας τις θεωρητικές συγγένειες και αποκλίσεις. Τέλος, διατυπώνονται συμπεράσματα σχετικά με το πώς η σκέψη του Stirner θα μπορούσε να συμβάλει γόνιμα στη σύγχρονη αναρχική θεωρία.Τεκμήριο Το ριζικό κακό, το διαβολικό κακό και η ελευθερία της προαίρεσης στον Kant: μια σχέση αντινομίαςΓκουτζούνη, Ελένη; Ξηροπαΐδης, Γιώργος; Xiropaidis, Georgios; Σαγκριώτης, Γιώργος; Sagriotis, Georgios; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025-10-31)Μία επίδικη έννοια της καντιανής ηθικής φιλοσοφίας είναι εκείνη της ροπής προς το κακό που αναπτύσσεται στο πρώτο μέρος της Θρησκείας (1793). Ο κύριος στόχος του Kant στο εν λόγω μέρους του έργου είναι να υποστηρίξει την ρηξικέλευθη για την εποχή θεωρία ότι το κακό είναι ριζικό, δηλαδή ριζωμένο ως εγγενές χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης, ενώ ταυτόχρονα τα υποκείμενα μπορούν να το επιλέξουν ελεύθερα και γι’ αυτό καθίστανται ηθικώς υπεύθυνα για την απόκτησή του. Συνεπώς, η ροπή στο κακό έχει μία διφυή και αντιφατική υπόσταση: αφενός χαρακτηρίζεται από τον Kant ως φυσική ροπή, διότι προϋποτίθεται ως υποκειμενικώς αναγκαία για το ανθρώπινο γένος ταυτίζοντάς την με το προπατορικό αμάρτημα· αφετέρου χαρακτηρίζεται ως ηθική ροπή, καθώς είναι αποτέλεσμα της αντικειμενικής τυχαιότητας της επιλογής της από όλα τα υποκείμενα μέσω της ελευθερίας της προαίρεσης, οπότε γίνεται λόγος για ένα παράγωγο αμάρτημα. Τα βασικά ερωτήματα που θέτει η σύγχρονη βιβλιογραφία στην καντιανή θεωρία περί κακού είναι δύο: πρώτον, κατά πόσον ο Kant μπορεί να συμβιβάσει την παραπάνω αντινομία της ροπής στο κακό, γεγονός που αποδίδεται με τον όρο συμβατισμός· δεύτερον, εάν η εν λόγω θεωρία, που περιγράφει ένα ευρύ φάσμα της ηθικής κατάστασης του ανθρώπινου γένους, μπορεί να περιλάβει και να εξηγήσει τις ακραίες περιπτώσεις του απόλυτου ηθικού καλού και κακού. Για την απάντηση αυτών των ερωτημάτων έχουν αναπτυχθεί τέσσερις ερμηνευτικές προσεγγίσεις της καντιανής θεωρίας του κακού: η υπερβατολογική, η εμπειρική-ανθρωπολογική, εκείνη των αρνητών της υπερβατολογικής ερμηνείας και η οιονεί υπερβατολογική. Η παρούσα διπλωματική εργασία αποσκοπεί στην απάντηση των παραπάνω ερωτημάτων υποστηρίζοντας την οιονεί υπερβατολογική ερμηνεία. Προς κατάδειξη αυτού, η εργασία χωρίζεται σε τέσσερα κεφάλαια. Το πρώτο αφορά στην ανάλυση των βασικών εννοιών του Kant, δηλαδή της ελευθερίας της προαίρεσης, της σχέσης της υπερβατολογικής με την εμπειρική ελευθερία, και της ιεραρχικής δομής των γνωμόνων, μέσω της οποίας διαχωρίζεται η δυνατότητα από την πραγμάτωση του ανθρώπινου κακού. Το δεύτερο κεφάλαιο επικεντρώνεται στην απόδειξη του συμβατισμού της ροπής μέσω της οιονεί υπερβατολογικής ερμηνείας. Το τρίτο κεφάλαιο αφορά στη δυνατότητα της πραγμάτωσης ενός άγιου φρονήματος, οπότε πραγματεύεται το ζήτημα του απόλυτου καλού μέσω της έννοιας του ύψιστου αγαθού. Τέλος, στο τέταρτο κεφάλαιο αναλύεται η δυνατότητα πραγμάτωσης του διαβολικού κακού από τους ανθρώπους μέσω του σχολιασμού αποσπασμάτων της ΜτΗ, όπου ο Kant δίνει νέα στοιχεία για το διαβολικό φρόνημα οπότε εξηγείται μέσω της αναλογίας του με το άγιο φρόνημα.Τεκμήριο Πτυχές και όψεις της ιστοριογραφίας της περιόδου 1917-1920: "η δικτατορία των φιλελευθέρων"Λεβαντής, Αθανάσιος; Μπογιατζής, Βασίλης Α, 1971-; BOGIATZIS, VASSILIOS; Κατσάπης, Κώστας; KATSAPIS, KOSTAS; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025-09-30)Η παρούσα μελέτη θα επιχειρήσει να προσεγγίσει την περίοδο 1917–1920 και να φωτίσει ιστοριογραφικές πτυχές και όψεις της μέσα από μελέτες που συνδέονται με την εν λόγω περίοδο. Πιο συγκεκριμένα η μελέτη πραγματεύεται, βάσει των ιστορικών ευρημάτων, τα χαρακτηριστικά άσκησης της εξουσίας της Βενιζελικής παράταξης καθώς και την δοκιμότερη δυνατή ερμηνευτική προσέγγιση της. Πρόκειται για την περίοδο όχι της εθνικής συμφιλίωσης αλλά της συνέχειας του εθνικού διχασμού ο οποίος υπήρξε απόκοτο της διαφωνίας Βενιζέλου και Κωνσταντίνου σε σχέση με την εξωτερική πολιτική της χώρας, τη συμμετοχή ή μη στον Α΄Παγκόσμιο πόλεμο. Η διαφωνία αυτή εξελίχθηκε σε ακήρυχτο εμφύλιο πόλεμο κατά την περίοδο 1915-1917 ο οποίος συνεχίστηκε και μετά την επικράτηση, με την αρωγή του ξένου παράγοντα-των Συμμαχικών Δυνάμεων, της Βενιζελικής παράταξης που άσκησε την εξουσία με τρόπο τυπικά συνταγματικό αλλά ουσιαστικά υπερσυνταγματικό-δικτατορικό. Οι υπο μελέτη ιστοριογραφικές πηγές αντιμετωπίστηκαν ως ιστορικά αξιοποιήσιμες, υποτιμημένες και πιθανά ικανές να αποτελέσουν αφετηρία νέων συζήτησεων, προβληματισμών και αναστοχασμού γύρω από την εποχή στην οποία αναφέρονται αλλά και του τρόπου αποτύπωσης και ερμηνείας της.Τεκμήριο Από τον Althusser στο Deleuze: έρευνα για την ενδεχομενικότητα και την διαφορική οντολογία εντός της ταξικής πάληςΚωνσταντινίδη-Μπέη, Δήμητρα; Φουρτούνης, Γιώργος; Fourtounis, Giorgos; Μπαλτάς, Αριστείδης, 1943-; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2026-01-31)Η έννοια της δομής αποτέλεσε κεντρικό άξονα της θεωρητικής σκέψης του 20ού αιώνα, σηματοδοτώντας μια ριζική επιστημολογική στροφή στην κατανόηση της γλώσσας, της κοινωνικής πραγματικότητας και της υποκειμενικότητας. Η σημειωτική τομή που εγκαινίασε ο Ferdinand de Saussure, μέσω της σύλληψης της γλώσσας ως συστήματος διαφορών και σχέσεων μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου, υπονόμευσε την προτεραιότητα της σταθερής Ουσίας και της συνειδησιακής υποκειμενικότητας, θέτοντας τις βάσεις του δομισμού και του μεταδομισμού στη γαλλική θεωρητική παράδοση. Παράλληλα, η κριτική στη διαλεκτική και η απομάκρυνση από ανθρωποκεντρικά μοντέλα σκέψης ανέδειξαν νέες μορφές κατανόησης της ιστορικότητας, της γνώσης και της επιστημονικής πρακτικής. Η παρούσα εργασία διερευνά την οντολογία της δομής όπως αναπτύσσεται στα κύρια έργα του Louis Althusser και του Gilles Deleuze, με στόχο την ανάδειξη σημείων σύγκλισης μεταξύ των δύο φιλοσόφων. Υποστηρίζεται ότι αμφότεροι διαμορφώνουν μια εμμενή, διαφορική και ενδεχομενική οντολογία της δομής, η οποία απορρίπτει τη στατική και υπερβατική σύλληψη της Ουσίας υπέρ ενός δυναμικού γίγνεσθαι. Η δομή νοείται όχι ως κλειστό και αμετάβλητο πλαίσιο, αλλά ως πεδίο εσωτερικών διαφοροποιήσεων και ενδεχομενικών μετασχηματισμών. Μέσα από τη συγκριτική ανάλυση των εννοιών της επικαθορισμένης δομής στον Althusser και της διαφοράς, της πολλαπλότητας και του δυνάμει στον Deleuze, η εργασία εξετάζει τις συνθήκες ανάδυσης του Νέου και τις πολιτικές συνέπειες αυτής της οντολογίας, ιδίως ως προς την κατανόηση της ταξικής πάλης και των κοινωνικών μετασχηματισμών.Τεκμήριο Από το κράτος πρόνοιας στο κράτος εθνικής ασφάλειας: η πολιτική διαχείριση της δημοσιονομικής κρίσης του 2008 και της πανδημίας του 2020Πάνου, Γεώργιος; Σεφεριάδης, Σεραφείμ Ι.; Seferiades, Seraphim; Κοτρωνάκη, Λουκία; Τομπάζος, Σταύρος; Kotronaki, Loukia; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2022)Σκοπός της παρούσα εργασίας είναι η κριτική διαπραγμάτευση του τρόπου με τον οποίο οι ελληνικές κυβερνήσεις διαχειρίστηκαν την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και αντίστοιχα το καθεστώς διαχείρισης της πανδημίας που ξέσπασε το 2020.Η διαπραγμάτευση των δύο κρίσεων εν αντιθέσει με τις διακηρύξεις της πολιτικής εξουσίας δεν αποτελεί αντανακλαστική απάντηση του κράτους έναντι μιας αναπάντεχης κατάστασης με γνώμονα το «γενικό συμφέρον» . Απεναντίας, η διαχείριση των κρίσεων αποτελεί για το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο ευκαιρία ενεργοποίησης πολιτικών εργαλείων για τη δρομολόγηση διαδικασιών που ελάχιστη σχέση έχουν με τα αφηγήματα που αναπαράγονται κατά κόρον από τα μείζονα κανάλια επικοινωνίας. Αναζητώντας τη θεωρητική καταγωγή αυτών των εργαλείων, μπορούμε να διακρίνουμε τη σύνδεση των πολιτικών που εφαρμόστηκαν για τη διαχείριση της χρηματοπιστωτικής και της υγειονομικής κρίσης με τις προγραμματικές αρχές του νεοφιλελευθερισμού και συγκεκριμένα της αμερικανικής του εκδοχής, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τα μέσα του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα. Μέσα από τη αντιπαραβολή του κράτους πρόνοιας και του κράτους ασφαλείας, θα επιχειρηθεί η ανάδειξη της μακροϊστορικής συγγένειας του τελευταίου με το αστικό κράτος των αρχών της καπιταλιστικής ανάπτυξης και το πώς η κατίσχυση του νεοφιλελεύθερου κυβερνητικού παραδείγματος συνδέεται με την ανάδυση των αντικειμενικών συνθηκών για τη λειτουργία ενός ολοκληρωτικού, παγκόσμιου καπιταλισμού. Επιπλέον, στη βάση της παραπάνω υπόθεσης θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε την αντίφαση ανάμεσα στο δημοκρατικό ιδεώδες και τον αυταρχικό παρεμβατισμό, συμφυή στην πολιτική οργάνωση του ακραίου ανταγωνισμού της αγοράς. Παράλληλα με την υλοποίηση των όρων λειτουργίας μιας ανταγωνιστικής οικονομίας της αγοράς, οι πολιτικές αυτές παρουσιάζουν και μια δεύτερη πτυχή που δε συνδέεται άμεσα με το οικονομικό, παρότι η πραγματοποίησή της είναι απαραίτητη για την βέλτιστη λειτουργία της πρώτης. Πρόκειται για την ιδεολογικοπολιτική ευθυγράμμιση του κοινωνικού συνόλου με τα συμφέροντα της καπιταλιστικής τάξης και την φυσικοποίηση της εξουσίας της στις συνθήκες μιας ακραίως ανταγωνιστικής, παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Μέσω της συγκριτικής αντιπαραβολής των ενεργειών της πολιτικής ηγεσίας θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε την σταδιακή εδραίωση των μηχανισμών του κράτους ασφαλείας κατά τη μνημονιακή περίοδο και την κλιμάκωσή τους με αφορμή την πανδημία.Τεκμήριο Εθνικισμός, λαϊκισμός και νοσταλγία στο δημόσιο λόγο της Georgia MeloniΒολτέρα, Μαρία; Τυπάλδου, Σοφία; Tipaldou, Sofia; Παπαδημητρίου, Δέσποινα Ι.; PAPADIMITRIOU, DESPINA; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025-10-29)Στην παρούσα μελέτη επιδιώκεται να διερευνηθούν οι ρητορικές και ιδεολογικές στρατηγικές που χρησιμοποιεί η Giorgia Meloni μέσα από το πρίσμα τριών αλληλένδετων εννοιολογικών αξόνων: του εθνικισμού, του λαϊκισμού και της νοσταλγίας. Σκοπός της εργασίας αυτής είναι να συμβάλλει σε ένα αυξανόμενο σώμα ερευνών που επιδιώκουν να εξηγήσουν πώς οι ακροδεξιές ρητορικές αποκτούν νομιμότητα εντός των φιλελεύθερων δημοκρατικών κοινωνιών. Ακολουθώντας αυτή τη ρητορική συνέχεια πέρα από τα πολιτικά όρια, η έρευνα ρίχνει φως στο πώς η ιδεολογικά φορτισμένη ρητορική διατηρείται, ενισχύεται ή αναδιατυπώνεται στρατηγικά κατά τη μετάβαση από την αντιπολίτευση στην διακυβέρνηση.Το εμπειρικό υλικό που αναλύεται σε αυτή τη διατριβή αποτελείται από μια επιλεγμένη συλλογή δημόσιων ομιλιών και πολιτικών αναφορών της Giorgia Meloni που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 2019 και 2024. Η χρονική διαίρεση του υλικού είναι κεντρική για το σχεδιασμό της έρευνας. Η πρώτη φάση καλύπτει την περίοδο από το 2019 έως το 2022, Η δεύτερη φάση καλύπτει την περίοδο από το 2022 έως το 2024, μετά τον διορισμό της ως πρωθυπουργού.Τεκμήριο Λαϊκισμός και εξωτερική πολιτική: συγκριτική μελέτη των θέσεων της Μαρίν Λεπέν και του Ζαν-Λυκ Μελανσόν για τη ΡωσίαΧατζηγιάννη, Μελπομένη; Τυπάλδου, Σοφία; Tipaldou, Sofia; Ρόρη, Λαμπρινή; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2026-01-11)Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον ρόλο και τη θέση της Ρωσίας στον πολιτικό λόγο του δεξιού και αριστερού λαϊκισμού στη Γαλλία, εστιάζοντας συγκριτικά στις αφηγήσεις της Μαρίν Λεπέν και του Ζαν-Λυκ Μελανσόν. Αφετηρία της έρευνας αποτελεί η άνοδος του λαϊκισμού στην Ευρώπη και η αυξανόμενη επιρροή του στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής, καθώς και η σημασία της ουκρανικής κρίσης ως πεδίου αντιπαράθεσης μεταξύ Ρωσίας και Δύσης. Κεντρικό ερευνητικό ερώτημα είναι το πώς οι δύο πολιτικοί ηγέτες πλαισιώνουν τη Ρωσία στον λόγο τους και με ποιους τρόπους οι ιδεολογικές τους ταυτότητες επηρεάζουν τις σχετικές τους τοποθετήσεις. Η εργασία υιοθετεί ποιοτική ανάλυση περιεχομένου, βασίζεται στη συγκριτική εξέταση πολιτικών προγραμμάτων, ομιλιών, συνεντεύξεων, δημόσιων δηλώσεων και γραπτών παρεμβάσεων των δύο ηγετών κατά την περίοδο 2012–2022, και οργανώνεται γύρω από τέσσερις χρονικές τομές: τις προεδρικές εκλογές του 2012, του 2017 και του 2022, καθώς και το 2014 ως έτος καμπής στις σχέσεις Ρωσίας-Δύσης. Η Γαλλία επιλέγεται ως μελέτη περίπτωσης λόγω της ισχυρής παρουσίας λαϊκιστικών κομμάτων και στα δύο άκρα του ιδεολογικού φάσματος καθώς και της κεντρικής της θέσης στην ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική. Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι, παρά τις σημαντικές ιδεολογικές διαφορές μεταξύ δεξιού και αριστερού λαϊκισμού, η Ρωσία λειτουργεί και για τους δύο ως εναλλακτικός πόλος απέναντι στη δυτική ηγεμονία. Ωστόσο, οι λόγοι αυτής της στάσης διαφοροποιούνται ουσιωδώς: στο λόγο της Μαρίν Λεπέν, η Ρωσία προβάλλεται ως φορέας εθνικής κυριαρχίας, κρατικής ισχύος και παραδοσιακών, συντηρητικών αξιών, ενώ ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν εντάσσει τη Ρωσία σε έναν ευρύτερο αντιιμπεριαλιστικό και αντιδυτικό λόγο, όχι ως θετικό πρότυπο, αλλά ως στοιχείο ενός διεθνούς συστήματος που οφείλει να απεξαρτηθεί από την αμερικανική μονοκρατορία. Μετά το 2022, και οι δύο προβαίνουν σε ρητορικές αναπροσαρμογές χωρίς πλήρη ρήξη με τις προγενέστερες θέσεις τους. Συμπερασματικά, η εργασία δείχνει ότι ο λαϊκισμός, αν και λειτουργεί ως κοινό πλαίσιο αναφοράς, δεν παράγει ομοιογενή εξωτερική πολιτική. Αντιθέτως, οι «παχιές» ιδεολογίες της δεξιάς και της αριστεράς καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο η Ρωσία αξιοποιείται ως εργαλείο πολιτικής νοηματοδότησης για την αμφισβήτηση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, με πιθανές σημαντικές συνέπειες για τη γαλλική εξωτερική πολιτική και ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας.Τεκμήριο Συλλογικές δράσεις και κοινωνικά κινήματα στην εποχή του ψηφιακού καπιταλισμούΓιάνναρος, Ανδρέας; Σεφεριάδης, Σεραφείμ Ι.; Seferiades, Seraphim; Καβουλάκος, Κάρολος-Ιωσήφ; Kavoulakos, Karolos Iosif; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025)Σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι να διερευνηθούν οι δυνατότητες, οι προϋποθέσεις, οι προοπτικές, καθώς και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σήμερα τα παραδοσιακά αλλά και τα νέα κοινωνικά κινήματα, την εποχή της έξαρσης της ψηφιακής τεχνολογίας, αλλά και της κυριαρχίας των μεγάλων εταιρειών, που λειτουργώντας ως τα νέα μονοπώλια του μετασχηματιστικού ψηφιακού καπιταλισμού, μπορούν να συλλέγουν, να αναλύουν και να εμπορεύονται προσωπικά και συμπεριφορικά δεδομένα και να αποτελούν εν τέλει την νέα μεγάλη συγκέντρωση ιδιωτικού πλούτου και ισχύος παγκοσμίως, με σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομία, την πολιτική, το περιβάλλον, καθώς και τα ατομικά και πολιτικά μας δικαιώματα. Ξεκινώντας ως αφετηρία της έρευνάς μας, στην ιστορική αναγκαιότητα του πρώιμου εργατικού κινήματος, που στηρίχθηκε σε μια εκστρατεία συλλογικών αιτημάτων και διεκδικήσεων έναντι των κατεστημένων αρχών και εξουσιών με την δημιουργία ενώσεων και συνασπισμών και την ενεργοποίηση πρωτοπόρων για την εποχή εκείνη πολιτικών δράσεων, όπως δημόσιες εκδηλώσεις, συλλαλητήρια, διαδηλώσεις, εκστρατείες που διαμόρφωσαν ουσιαστικά το λεγόμενο ρεπερτόριο του κοινωνικού κινήματος, φτάνουμε στην περίοδο των μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών μετασχηματισμών του 20ου αιώνα, που αποτέλεσαν και την απαρχή για την αναγέννηση των κοινωνικών κινημάτων με ραχοκοκαλιά το μεγάλο εργατικό κίνημα που συνοδεύτηκε από μια επιθετική ατζέντα κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και υλοποίησης αιτημάτων με χειραφετική και εξισωτική πολιτική. Για να καταλήξουμε στον 21ο αιώνα και την απαρχή των νέων αλλεπάλληλων κρίσεων (χρηματοπιστωτική, οικονομική, δημοσιονομική) που επιτάχυναν τον μετασχηματισμό του καπιταλισμού και την επέκταση του στον κόσμο των ψηφιακών αγορών, και όπου επηρέασαν σημαντικά και την πολιτική δράση των κινημάτων. Στη σημερινή εποχή, τα κοινωνικά κινήματα συνεχίζουν να αποτελούν βασικό μηχανισμό κοινωνικής αλλαγής, προωθώντας αιτήματα για δικαιοσύνη, ισότητα, περιβαλλοντική προστασία και ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά καλούνται να λειτουργήσουν μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον, και με τους συσχετισμούς δύναμης να έχουν δραστικά μεταβληθεί ενάντια στα συμφέροντα των εργαζόμενων τάξεων που εκπροσωπούν και που πάντα έχουν ως προμετωπίδα των συλλογικών διεκδικήσεων.Τεκμήριο «Η άνοδος και καθιέρωση του σοσιαλιστικού κινήματος (1848-1914): το πρόβλημα της βίας και οι κοινοβουλευτικές στρατηγικές στη σκέψη των K. Marx, F. Engels, Vl. Lenin, R. Luxemburg και K. Kautsky»Γαλιατσάτος, Πέτρος; Μοσχονάς, Γεράσιμος; Καρπόζηλος, Κωστής; Karpozilos, Kostis; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025-12-22)Η εργασία εξετάζει τη θεμελιώδη διαλεκτική σχέση μεταξύ επαναστατικής βίας και κοινοβουλευτικού δρόμου στο διεθνές Σοσιαλιστικό Κίνημα κατά την περίοδο 1848-1914, μέσα από τη σκέψη των Karl Marx, Friedrich Engels, Karl Kautsky, Vladimir Lenin και Rosa Luxemburg. Μετά την αποτυχία των ευρωπαϊκών επαναστάσεων του 1848, η οικονομική ανάπτυξη της περιόδου 1850-1870 και η παράλληλη διεύρυνση του εκλογικού δικαιώματος δημιούργησαν νέες πολιτικές συνθήκες. Στις αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες με ισχυρή αστική δημοκρατία, το Σοσιαλιστικό Κίνημα εγκατέλειψε σταδιακά τη στρατηγική της επαναστατικής βίας χάριν του κοινοβουλευτικού αγώνα, θεωρώντας αυτόν προσφορότερο μέσο για τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Οι Marx και Engels διατήρησαν μια ευέλικτη προσέγγιση, αναγνωρίζοντας τόσο το αναπόφευκτο της καταφυγής στην επαναστατική βία για την κοινωνικό μετασχηματισμό σε περιόδους κρίσεων, όσο και την αναγκαιότητα του κοινοβουλευτικού αγώνα ως μέσο πολιτικής ωρίμανσης του προλεταριάτου, ιδίως σε περιόδους καπιταλιστικής ανάπτυξης, όταν η επαναστατική διαδικασία βρίσκετε σε ύφεση. Ο Karl Kautsky, αρχικά υπερασπιστής της επαναστατικής φύσης της Σοσιαλδημοκρατίας, εξελίχθηκε προοδευτικά από επαναστάτη σε μεταρρυθμιστή. Τελικά το 1914 κατέληξε στο «Σοσιαλσοβινισμό», υποστηρίζοντας τις πολεμικές πιστώσεις εν όψει του Α΄ Π.Π. Αντίθετα, ο Vladimir Lenin διατήρησε και εμβάθυνε την επαναστατική παράδοση του μαρξισμού, αναπτύσσοντας τη θεωρία της «επαναστατικής κατάστασης» και την αναγκαιότητα συνδυασμού νόμιμων και παράνομων μορφών αγώνα. Η Rosa Luxemburg αναγνώρισε τη μαζική απεργία ως μορφή της επανάστασης και συνέδεσε την επαναστατική θεωρία με τη δημοκρατική πρακτική στον τρόπο εφαρμογής της «δικτατορίας του προλεταριάτου». Τελικά, η κρίση του 1914 αποκάλυψε δραματικά τις εσωτερικές αντιφάσεις του Σοσιαλιστικού Κινήματος της περιόδου αυτής. Τα Σοσιαλδημοκρατικά Κόμματα που είχαν αφοσιωθεί στον κοινοβουλευτικό αγώνα στάθηκαν ανίκανα να αναχαιτίσουν τη φρενίτιδα του εθνικισμού που κατέκλυζε τις χώρες τους και τάχθηκαν με τις αστικές κυβερνήσεις τους, οδηγώντας όμως τη Β΄ Διεθνή σε διάλυση. Η μελέτη καταδεικνύει την αναγκαιότητα μιας διαλεκτικής προσέγγισης που συνδυάζει την επαναστατική βία και τις μεταρρυθμιστικές στρατηγικές, ανάλογα με τις εκάστοτε ιστορικές συνθήκες, διατηρώντας την επικαιρότητά της για το σύγχρονο Σοσιαλιστικό Κίνημα.Τεκμήριο Αναλύοντας τις στρατηγικές επικοινωνίας και συμμετοχής των δήμων στην ψηφιακή εποχή: οι περιπτώσεις των δήμων της ΑττικήςΣτασινόπουλος, Γεώργιος; Κουντούρη, Φανή; Kountouri, Fani; Κόλλιας, Ανδρέας, 1967-; Kollias, Andreas; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025-12-17)Το σύγχρονο τοπίο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένο από τις πρακτικές και τις στρατηγικές της πολιτικής επικοινωνίας. Σε μια εποχή κοινωνικών πιέσεων, αυξημένων προσδοκιών, ψηφιακών μεταβολών και θεσμικών δυσκολιών, η ικανότητα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) να επικοινωνούν με σαφήνεια και συνέπεια με τους πολίτες αποκτά καθοριστική σημασία. Όχι μόνο για τη διαφάνεια και τη λογοδοσία, αλλά και για την ίδια τη νομιμοποίησή τους στο δημοκρατικό πλαίσιο. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι να αποτυπώσει και να εξετάσει κριτικά τον τρόπο με τον οποίο οι Δήμοι στην Ελλάδα, και ειδικότερα στην Αττική, αντιλαμβάνονται και εφαρμόζουν στρατηγικές επικοινωνίας. Παράλληλα, διερευνάται σε ποιον βαθμό αυτές οι πρακτικές συμβάλλουν στην ενίσχυση της συμμετοχής των πολιτών, της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας της διοίκησης. Τα βασικά ερευνητικά ερωτήματα αφορούν το αν η επικοινωνία στους Δήμους λειτουργεί με στρατηγικό σχεδιασμό ή ως αντανακλαστική λειτουργία, καθώς και το ποιες πρακτικές μπορούν να αποτελέσουν πρότυπα για έναν πιο συστηματικό και αξιόπιστο τρόπο επικοινωνίας. Η εργασία βασίζεται σε μεθοδολογική αξιοποίηση ποιοτικών συνεντεύξεων με αιρετούς και διοικητικά στελέχη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η προσέγγιση που υιοθετείται αντλεί από το ερμηνευτικό παράδειγμα, με εννοιολογικά εργαλεία βασισμένα στην θεωρία της πολιτικής επικοινωνίας (Ψύλλα, McNair, Norris, Gerstlé κ.α.), αλλά και από πρακτικές που αφορούν τη δημόσια διοίκηση. Η δομή της εργασίας κινείται από το γενικό, δηλαδή την ανάλυση του θεωρητικού και θεσμικού πλαισίου, στο πιο ειδικό με τη διατύπωση τεσσάρων κεντρικών ερευνητικών ερωτημάτων που κατευθύνουν την ανάλυση. 1) Τι είδους στρατηγικές επικοινωνίας υιοθετούνται, 2) Πώς αξιοποιούνται τα ψηφιακά εργαλεία, 3) Ποιες βέλτιστες πρακτικές αναδεικνύονται στον τομέα της συμμετοχής και της διαφάνειας, 4) Ποια είναι τα βασικά εμπόδια και οι προοπτικές βελτίωσης. Αν κάτι αξίζει να αποτελέσει αφετηρία για μελλοντική έρευνα, είναι η ανάγκη να θεσμοθετηθούν με σαφή τρόπο οι επικοινωνιακές πρακτικές των Ο.Τ.Α., καθώς και να διαμορφωθεί μια ενιαία, εθνική στρατηγική για την πολιτική επικοινωνία στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Μια τέτοια κατεύθυνση θα μπορούσε να ενισχύσει ουσιαστικά την κοινωνική εμπιστοσύνη και να εδραιώσει μια πιο σταθερή κουλτούρα διοικητικής λογοδοσίας.Τεκμήριο Ο αντικομμουνισμός στον πολιτικό λόγο της Χρυσής Αυγής (2012-2015)Αμαργιωτάκης, Κωνσταντίνος; Γεωργιάδου, Βασιλική; Georgiadou, Vasiliki; Μπουκάλα, Σαλώμη; Boukala, Salomi; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025)Η διπλωματική εργασία μελετά τον αντικομμουνισμό στον πολιτικό λόγο της Χρυσής Αυγής και μέσω της ποιοτικής ανάλυσης περιεχομένου εντοπίζει κοινά μοτίβα με λόγους του παρελθόντος. Έπειτα, αναλύει την επιχειρηματολογία και την αξιοπιστία των ισχυρισμών στα κείμενα της Χρυσής Αυγής. Ως αποτέλεσμα, ο αντικομμουνισμός χρησιμοποιείται στον πολιτικό λόγο του ακροδεξιού κόμματος για την αποδόμηση των πολιτικών του αντιπάλων, την εκπαίδευση των μελών του και διατήρηση του εκλογικού κοινού, ενώ εμφανίζει ομοιότητες με αντικομμουνιστικά επιχειρήματα παρελθοντικών δεκαετιών της ελληνικής ιστορίας.Τεκμήριο Η πολιτική αντίληψη της δικαιοσύνης στη θεωρία της δικαιοσύνης και τον πολιτικό φιλελευθερισμό του John RawlsΧαρτουλάρης, Παναγιώτης; Δημητρίου, Στέφανος, 1968-; Ξηροπαΐδης, Γιώργος; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025-12-11)Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη συγκρότηση και τη νομιμοποίηση της πολιτικής αντίληψης της δικαιοσύνης στο έργο του John Rawls, από τη Θεωρία της Δικαιοσύνης έως τον Πολιτικό Φιλελευθερισμό. Αρχικά αναλύονται οι μεθοδολογικές βάσεις που θεμελιώνουν τη δικαιοσύνη ως ακριβοδικία, όπως η κριτική στον ωφελιμισμό, η θεωρία περί ηθικού προσώπου, η αναστοχαστική ισορροπία, η πρωταρχική θέση και τα πρωταρχικά αγαθά. Στη συνέχεια διερευνάται η μετάβαση από μια περιεκτική ηθική θεώρηση της δικαιοσύνης σε μια αυστηρά πολιτική κατασκευασιοκρατική προσέγγιση, μέσω της καντιανής κατασκευασιοκρατίας και της ρωλσιανής πολιτικής αναδιατύπωσης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην έννοια των εύλογων δογμάτων, στα βάρη της κρίσης και στην επάλληλη συναίνεση, ως μηχανισμούς που καθιστούν δυνατή τη σταθερή συνεργασία σε μια πλουραλιστική δημοκρατική κοινωνία. Τέλος, αναλύεται η λειτουργία του δημόσιου λόγου και η σύλληψη του αγαθού ως ορθολογικότητας ως θεμελιώδη στοιχεία ενός πολιτικού πολιτισμού ικανού να νομιμοποιεί τις αρχές δικαιοσύνης. Η εργασία συμπεραίνει ότι, παρά τη μεθοδολογική μετατόπιση του Rawls, ο πυρήνας της δικαιοσύνης ως πρώτιστης αρετής των κοινωνικών θεσμών παραμένει σταθερός, ενώ η πολιτική αναδιατύπωση επιτρέπει τη νομιμοποίησή της σε συνθήκες βαθύ πλουραλισμού.Τεκμήριο Η ευρωπαϊκή διακυβέρνηση, οι φυσικές καταστροφές και η κλιματική αλλαγή: αντιστάσεις και εναλλακτικές κινηματικές πολιτικέςΣταύρου, Πέτρος; Σεφεριάδης, Σεραφείμ Ι.; Seferiades, Seraphim; Τομπάζος Σταύρος; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025-10-21)Στη παρούσα εργασία εξετάζεται η πρόσληψη της κλιματικής αλλαγής και των συνεπειών της, από το θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και ερευνάται το κατά πόσον ο λόγος και οι στρατηγικές για την κλιματική αλλαγή επηρεάζουν τον τρόπο που λειτουργεί και εκδηλώνεται η διακυβέρνηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ή επηρεάζονται από αυτήν. Εξετάζονται επίσης και συγκρίνονται, έως ένα βαθμό, οι στρατηγικές αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής που πήραν το όνομα «Νέα Πράσινη Συμφωνία» στη Μεγάλη Βρετανία, στις ΗΠΑ και στην ΕΕ. Η σύγκριση δείχνει ότι η κλιματική αλλαγή, δηλαδή, η μακροχρόνια αλλαγή των κλιματικών συνθηκών που οφείλεται στην ανθρώπινη δραστηριότητα, που είναι υπαγμένη στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, καθώς και οι συνέπειες της, απαιτούν μια διαδικασία μετάβασης σε ένα άλλο κοινωνικό, παραγωγικό και κλιματικό καθεστώς. Με αφορμή αυτήν τη διαπίστωση, δημιουργείται το θεμελιακό ερώτημα του κατά πόσον η ΕΕ, οι θεσμοί της και το σύστημα διακυβέρνησης της μπορούν να μεταρρυθμιστούν ριζικά προς μια τέτοια βαθιά μετασχηματιστική διαδικασία. Διερευνάται, επίσης, για τον ρόλο που έχουν, η μπορούν να έχουν, οι κινηματικές αντιστάσεις στις οικονομικές και περιβαλλοντικές πολιτικές της ΕΕ και περιγράφονται οι θεσμικές και πολιτικές μετατοπίσεις που συνέβησαν, με αφορμή την κρίση χρέους και την συνεπακόλουθη κρίση του ευρώ, στο σύστημα διακυβέρνησης της ΕΕ. Τέλος, τ τίθενται οι αντικειμενικοί παράγοντες που υφίστανται και που επικαιροποιούν διαρκώς το ερώτημα της «ρήξης» με την ΕΕ, εφόσον οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, κάτω από τις αναπόδραστες συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, προτεραιοποιήσουν την αναγκαιότητα της μετάβασης σε μια άλλου είδους κοινωνική και οικονομική οργάνωση. Τέλος, σκιαγραφείται το ποια θα μπορούσε να είναι η συμβολή και ο ρόλος των περιβαλλοντικών και των συναφών κινημάτων και του συγκρουσιακού τους πεδίου σε μια περίπτωση «ρήξης» με την λογική της ευρωπαϊκής ενοποίησης και της διακυβέρνησής της. Διαπιστώνεται ότι τα ριζοσπαστικά περιβαλλοντικά κινήματα μπορούν να συνεισφέρουν σε ένα νέο συγκρουσιακό περιεχόμενο μιας ανανεωμένης διπλής στρατηγικής πολέμου Θέσεων και Κινήσεων. Το αίτημα της «αντι-λιτότητας» δεν επαρκεί για μια τέτοια προοπτική και θα πρέπει να μπει, επί τάπητος, το ζήτημα της μετάβασης σε μια άλλη παραγωγική και περιβαλλοντική λογική.Τεκμήριο Παραγγελιά ρε!: η υπόθεση του Νίκου Κοεμτζή στη συγχρονία της (1973)Γκολφινοπούλου, Ναταλία; Κατσάπης, Κώστας; KATSAPIS, KOSTAS; Ανδριάκαινα, Ελένη; Andriakaina Ανδριάκαινα, Eleni Ελένη; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025-11-27)Η παρούσα εργασία εξετάζει την υπόθεση του Νίκου Κοεμτζή μέσα από τον Τύπο της εποχής, από τις πρώτες δημοσιεύσεις έως και την κάλυψη της δίκης (26/02/1973–13/11/1973). Εκκινώντας από τη θέση ότι η ειδησεογραφία συγκροτεί –και δεν αναπαράγει απλώς– το έγκλημα ως κοινωνικό γεγονός, επιχειρείται η ανάλυση των ερμηνευτικών σχημάτων που νοηματοδότησαν τα γεγονότα της «παραγγελιάς». Στόχος είναι να αναδειχθεί τόσο ο τρόπος με τον οποίο οι βασικοί θεματικοί άξονες διασταυρώνονται με την υπόθεση, όσο και το πώς αυτή λειτουργεί ως πρίσμα ανάγνωσης της μετεμφυλιακής και δικτατορικής κοινωνικής πραγματικότητας. Στο πλαίσιο αυτό, αφού καταγραφεί η κάλυψη της υπόθεσης από τον Τύπο σε επίπεδο γεγονότων, στη συνέχεια διερευνώνται: (α) οι τρόποι σύνδεσης της υπόθεσης με τη μουσική και τη νυχτερινή διασκέδαση, με έμφαση στην ιστορική μετατόπιση και την πρόσληψη του ρεμπέτικου· (β) οι μορφές ανδρισμού και οι άγραφοι κώδικες τιμής που αποδίδονται στον Κοεμτζή, σε συσχέτιση με τα ηγεμονικά πρότυπα της εποχής· (γ) το εγκληματικό προφίλ που συγκροτείται γύρω από τον δράστη, η σύνδεσή του με τον «υπόκοσμο» και οι αντίστοιχες πολιτικές/ιδεολογικές συνεπαγωγές του φαινομένου. Συνολικά, συμπεραίνεται ότι ο Κοεμτζής γίνεται αντιληπτός ως απειλή τόσο για τη δημόσια τάξη όσο και για το αναδυόμενο πρότυπο του «φιλήσυχου, πειθαρχημένου» άντρα/πολίτη, ενώ ο ρόλος του περιθωρίου αναδεικνύεται καθοριστικός στον τρόπο πλαισίωσης των παραπάνω θεματικών, υποδεικνύοντας πως οι πολιτισμικοί κώδικες και οι λόγοι περί εγκληματικότητας λειτουργούν ως μηχανισμοί ταξινόμησης, πειθάρχησης και νομιμοποίησης στη δημόσια σφαίρα της ύστερης δικτατορίας.Τεκμήριο Οι γυναίκες στον Αριστοτέλη: τα αποσπάσματα, οι ερμηνείες και οι εντάσειςΚατσιλάκης, Αθανάσιος; Katsilakis, Athanasios; Ξηροπαΐδης, Γιώργος, 1958-; Xiropaidis, Georgios; Δημητρίου, Στέφανος, 1968-; Dimitriou, Stefanos; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025-11-27)Η παρούσα εργασία διερευνά τη θέση της γυναίκας στο φιλοσοφικό σύστημα του Αριστοτέλη. Ο βασικός σκοπός είναι τριμερής: (α) να συγκεντρωθούν τα σχετικά αποσπάσματα, (β) να εκτεθούν και να αξιολογηθούν οι ερμηνείες που έχουν προταθεί στη δευτερογενή βιβλιογραφία σχετικά με τα συγκεκριμένα αποσπάσματα και (γ) να αναδειχθούν οι λογικές εντάσεις που τυχόν προκύπτουν μεταξύ των αριστοτελικών αποσπασμάτων. Αρχικά, εξετάζεται ένα χωρίο από τα Μετὰ τὰ Φυσικά όπου ο Αριστοτέλης επεξεργάζεται τις διαφορές και τις ομοιότητες μεταξύ των φύλων από οντολογική σκοπιά. Στη συνέχεια, ακολουθεί η πραγμάτευση του Περὶ ζῴων γενέσεως, όπου, μεταξύ άλλων, η γέννηση θηλυκού ατόμου περιγράφεται ως μία παρεκτροπή από τη «φυσιολογική» δημιουργία αρσενικού απογόνου. Έπειτα, το ενδιαφέρον στρέφεται στο περίφημο ἄκυρον βουλευτικόν, την ψυχολογική ιδιαιτερότητα, δηλαδή, που ο Αριστοτέλης αποδίδει στη σύζυγο του ελεύθερου πολίτη. Τέλος, γίνεται αναφορά στον κοινωνικό ρόλο που επιφυλάσσει ο Αριστοτέλης για τις ελεύθερες γυναίκες στο πλαίσιο του οἴκου και της πόλεως. Από την παραπάνω πραγμάτευση συνάγονται τρεις κατηγορίες εντάσεων. Πρώτον, τα τέσσερα αίτια (υλικό, μορφικό, ποιητικό και τελικό) δεν εφαρμόζονται με απόλυτη συνέπεια στη μελέτη των διαφορών ανάμεσα στα δύο φύλα. Δεύτερον, παρατηρούνται ασυνέπειες αναφορικά με τον οικιακό και, ευρύτερα, κοινωνικό ρόλο που καλούνται να αναλάβουν οι γυναίκες. Τρίτον, απαντά ο αντιφατικός ισχυρισμός πως η γέννηση ενός θηλυκού απογόνου συνιστά μία παρεκβατική τερατογένεση, η οποία, όμως, παραμένει ἀναγκαία τῇ φύσει, ώστε να διασφαλιστεί η διαιώνιση των ειδών. Φαίνεται, έτσι, πως το αριστοτελικό corpus δεν διέπεται από μία ομοιόμορφη θεώρηση περί γυναικών, ενώ οι όποιες εντάσεις αναδύονται παραμένουν ανεπίλυτες, διότι τα αριστοτελικά χωρία που τις παράγουν είναι δύσκολο να εναρμονιστούν μεταξύ τους.Τεκμήριο Από την άνοδο στην κρίση: το πολιτικό Ισλάμ και οι ιδεολογικοί μετασχηματισμοί στη Μέση Ανατολή μέσα από τους Olivier Roy και Gilles Kepel (1960 – 2000)Κακολύρη, Ναταλία; Μπογιατζής, Βασίλης Α.; BOGIATZIS, VASSILIOS; Κατσάπης, Κώστας; KATSAPIS, KOSTAS; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025-10-30)Η παρούσα εργασία εξετάζει τους ιδεολογικούς μετασχηματισμούς του πολιτικού Ισλάμ, που λαμβάνουν χώρα στα εδάφη της Μέσης Ανατολής, από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έως και το γύρισμα του αιώνα, μέσα από τη συγκριτική ανάλυση των ερμηνειών των Gilles Kepel και Olivier Roy. Ο πρώτος, πολιτικός επιστήμονας και ειδικός στα ζητήματα περί Ισλάμ και μουσουλμάνων της Δύσης, διατελεί καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris Science et Lettres (PSL). Ο δεύτερος, επίσης πολιτικός επιστήμονας, και διευθυντής στο ερευνητικό Κέντρο CNRS (Centre National de la Recherche Scientifique) και στο EHESS (Ecole des hautes études en sciences sociales), διατελεί καθηγητής στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Φλωρεντίας. Μαζί, και οι δύο, αποτελούν από τους σημαντικότερους σύγχρονους μελετητές του φαινομένου. Στόχος λοιπόν, μέσα από την ανάλυση τεσσάρων δεκαετιών μουσουλμανικής και ισλαμικής πορείας, είναι να διερευνηθεί πώς ο ισλαμιστικός λόγος αναδύεται, εξελίσσεται και μετασχηματίζεται, υπό το βάρος των συνεχώς μεταβαλλόμενων κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών και γεωστρατηγικών μεταβλητών και συνθηκών. Η ανάλυση μας θα επεκταθεί και θα χωριστεί σε τρεις μεγάλες χρονικές περιόδους, που αντανακλούν τα διακριτά ιστορικά και ιδεολογικά φάσματα. Βάρος της έρευνας θα δοθεί, ως επί το πλείστον, σε κράτη της Νοτιοδυτικής Ασίας, που σηματοδοτούν τις τοπικές εκφάνσεις του φαινομένου. Παράλληλα, η συγκριτική ανάγνωση των δύο ερευνητών, θα μας επιτρέψουν να ανακαλύψουμε τις διαφορετικές οπτικές και προσλήψεις του πολιτικού Ισλάμ, ενώ θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε αυτή τη μη στατική διάσταση του φαινομένου, μέσα από τους διαξιφισμούς των δύο θεωρητικών, αλλά και από τις παρεμβάσεις τρίτων αναλυτών πάνω στις προσεγγίσεις τους. Συνολικά, θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε την πολυπλοκότητα του πολιτικού αυτού φαινομένου, και τις προκλήσεις με τις οποίες έρχεται τελικά αντιμέτωπος ο μουσουλμανικός κόσμος.
