Εκκρεμείς επιτελέσεις και επιθυμίες: για ένα έμφυλο αρχείο σιωπών
Θεοδοσίου, Αλίκη Σ.
2017
Το θέμα της παρούσας εργασίας είναι η σιωπή, όπως αυτή επιτελείται με έμφυλο τρόπο. Συντασσόμενη με την κριτική της Wendy Brown σε «ό,τι μπορεί να περιγραφεί ως υποχρεωτική φεμινιστική λογοθετικότητα και [σ]τα υποτιθέμενα δεινά των σιωπών», την οποία αντιλαμβάνομαι ως μέρος της ευρύτερης κριτικής στο φαλλογοκεντρισμό και το φωνοκεντρισμό της δυτικής φιλοσοφικής παράδοσης, απομακρύνομαι από εννοήσεις της σιωπής ως απλώς σιγής, ως απουσίας φωνής, και προβαίνω σε μια θεωρητική επεξεργασία της. Συγκεκριμένα, με απασχολούν ερωτήματα όπως, πώς η σιωπή μπορεί να εμπλέκεται στην παραγωγή του νοήματος, ποια η σχέση της με τη γλώσσα και το σώμα, ποιες οι επιτελεστικές δυνατότητες της, καθώς και αν και πώς η σιωπή μπορεί να λειτουργεί ως ηθικο-πολιτική σχέση, ως χώρος συνάντησης και συνύπαρξης με την ετερότητα. Για να επιχειρήσω μια απάντηση στα παραπάνω, στρέφομαι σε μεταδομιστικές πραγματεύσεις του έμφυλου υποκειμένου και της εξουσίας, αλλά και στη θεωρία της γλωσσικής επιτελεστικότητας του J. L. Austin, και προτείνω διαφορετικές αναγνώσεις της σιωπής – η σιωπή ως χρονικότητα, η σιωπή ως χειρονομία και η σιωπή ως απ-αλλοτρίωση. Ό,τι συνέχει τις παραπάνω αναγνώσεις, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί ως ελάχιστος ορισμός της σιωπής, είναι το αίτημα της αναγνωρισιμότητας της σιωπής ως σιωπής· μάλιστα, μιας αναγνωρισιμότητας που διαφοροποιείται σημαντικά από την αναγνωσιμότητα, από την ερμηνευτική ιδιοποίηση της σιωπής ως συναίνεσης, ως υποταγής, ως απουσίας – φωνής ή πρόθεσης ή νοήματος. Ό,τι εμποδίζει μια τέτοια αναγνώριση, είναι η αγωνία της κυριότητας, η οποία σε γλωσσικά περιβάλλοντα μεταφράζεται στην αγωνία για την κατάληψη της θέσης του υποκειμένου σε πρώτο πρόσωπο. Αν η σιωπή ανταγωνίζεται την πρωτοπρόσωπη άρθρωση, εντούτοις δεν αποτελεί εγκατάλειψη του εγώ και υποχώρηση από τη σημείωση. Όπως υποστηρίζω, η σιωπή μπορεί να λειτουργεί ως τρόπος κριτικής εμπλοκής και τότε φέρει μια παράδοξη επιτελεστική ισχύ, αναδεικνύοντας την απερίγραπτη συνθήκη του ανθρώπινου είναι-στη-γλώσσα και διατυπώνοντας, προς τις υπάρχουσες οικονομίες νοήματος, την πιθανότητα να μην βγαίνει πάντα νόημα. Ωστόσο, αυτή η πιθανότητα δεν δρα πάντοτε παραλυτικά, και τούτο γιατί δεν διαγράφει την επιθυμία – για την Άλλη, για την κοινότητα, για την αναγνώριση. Τούτη η επιθυμία, όχι λιγότερο από την οδύνη, είναι αποκαλυπτική για την απορητική ισχύ του άφατου και του απερίγραπτου, στη συνάντηση με τους άλλους και τις άλλες μας. Τέλος, αναζητώντας το καλύτερο δυνατό σχήμα για την ανάλυση της σιωπής, προτείνω το αρχείο. Μάλιστα, μιλώ για ένα έμφυλο αρχείο σιωπών που δεν θα αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά θα αναφέρεται και σε μελλοντικά συμβάντα, στις υποσχέσεις και στις εκκρεμότητες των σιωπηλών επιτελέσεων και επιθυμιών. Αυτές οι υποσχέσεις, αυτές οι εκκρεμότητες αποτελούν εντέλει τις δυνατότητες που η σιωπή επιμένει σκανδαλωδώς να μας υπενθυμίζει.
Download PDF
View in repository
Browse all collections