Ο ρόλος και η συμβολή των μουσείων στην άσκηση πολιτιστικής διπλωματίας

Ανανιάδου, Αργυρώ Ι.

2024

Ο όρος «πολιτιστική διπλωματία» εμφανίστηκε κατά την δεκαετία του 1990 και, έκτοτε, έχει απασχολήσει έντονα την ακαδημαϊκή κοινότητα, καθώς η πολυσχιδής φύση του πεδίου και ο συσχετισμός του όρου με παρεμφερείς έννοιες δυσχεραίνουν την διατύπωση ενός σαφούς ορισμού. Η παρούσα εργασία διερευνά το πεδίο της πολιτιστικής διπλωματίας και εστιάζει στον χώρο των μουσείων ως πολιτιστικών ιδρυμάτων που διαθέτουν αξιοπιστία, τεχνογνωσία, δίκτυα και πόρους και, κατά συνέπεια, μπορούν να επηρεάσουν τις διακρατικές και διαπολιτισμικές σχέσεις. Επιχειρείται η αποσαφήνιση της έννοιας της πολιτιστικής διπλωματίας, η εξέταση των κυριότερων φορέων άσκησής της και των τρόπων με τους οποίους αυτή πραγματώνεται, και, ειδικότερα, διερευνάται ο ρόλος και η συμβολή των μουσείων ως φορέων άσκησης πολιτιστικής διπλωματίας. Η έρευνα βασίστηκε στην ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία των τελευταίων δύο δεκαετιών και την άντληση συγκεκριμένων παραδειγμάτων από τον χώρο των μουσείων. Από την έρευνα προκύπτει ότι ο πολιτισμός αποτελούσε ανέκαθεν μέσο για την διαχείριση των σχέσεων μεταξύ των κρατών· άλλοτε ως μέσο για την προβολή θετικής εικόνας μιας χώρας και την άσκηση «γοητείας» εκ μέρους της, άλλοτε ως δίαυλος επικοινωνίας και πεδίο διαλόγου με σκοπό την αμοιβαία κατανόηση και άλλοτε ως εργαλείο προπαγάνδας, πολιτισμικού ιμπεριαλισμού ή εξυπηρέτησης πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων. Οι στόχοι που επιδιώκονται κάθε φορά ποικίλλουν και εξαρτώνται, κυρίως, από τα συμβαλλόμενα μέρη της σχέσης. Τις τελευταίες δεκαετίες, οι φορείς άσκησης πολιτιστικής διπλωματίας αναδύονται όλο και πιο πολύ από τον χώρο της κοινωνίας των πολιτών και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και δεν περιορίζονται αποκλειστικά στα κράτη, τα οποία, βέβαια, δεν παύουν να αποτελούν σημαντικούς δρώντες. Ειδικότερα τα μουσεία, καθώς αναπτύσσουν έντονη διεθνή δραστηριότητα και διαθέτουν την δύναμη να ενθαρρύνουν την συμμετοχή της κοινότητας, νομιμοποιούνται ως φορείς άσκησης διπλωματίας που άλλοτε ακολουθούν την κυβερνητική εξωτερική πολιτική και άλλοτε την αγνοούν ή και αντιτίθενται σε αυτήν, υπηρετώντας τις δικές τους ατζέντες και συμφέροντα. Το έργο τους στην διεθνή σκηνή εμπλουτίζεται συνεχώς με νέες πρακτικές, όπως οι λεγόμενες “blockbusters” εκθέσεις, το φαινόμενο των μουσείων «δορυφόρων» ή η αποαποικιοποίηση των συλλογών και των αντιλήψεων μουσείων με αποικιοκρατικό παρελθόν. Στην Ελλάδα επικρατεί το κρατικό μοντέλο άσκησης πολιτιστικής διπλωματίας από κρατικούς και εποπτευόμενους από το κράτος μηχανισμούς, όπως είναι τα Υπουργεία Εξωτερικών, Πολιτισμού και Παιδείας, καθώς και το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, ενώ βασικοί άξονες γύρω από τους οποίους κινείται η ελληνική πολιτιστική διπλωματία είναι η πολιτισμική κληρονομιά, η ελληνική διασπορά, ο τουρισμός και το διαχρονικό αίτημα της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα. Η εξέταση των περιπτώσεων του Εθνικού Μουσείου Ελληνισμού στο Σικάγο, του Μουσείου της Φιλικής Εταιρείας στην Οδησσό και του Μουσείου της Ακρόπολης επαληθεύει την σύνδεση της ελληνικής πολιτιστικής διπλωματίας με το «ένδοξο» παρελθόν και την αναγωγή του σε προασπιστή της διεθνούς εικόνας της χώρας και διαμεσολαβητή στις διεθνείς σχέσεις της σήμερα.

Download PDF

View in repository

Browse all collections