Η ισχύς των διαιτητικών ρητρών

Δηλέ, Παναγιώτα Β.

2014

Με τη διεθνοποίηση των εμπορικών συναλλαγών και την πολυπλοκότητα των αναφυόμενων προβλημάτων που επέφερε, δημιουργήθηκε η ανάγκη για επιτάχυνση και τυποποίησή τους, αναδεικνύοντας τη διαιτησία ως εναλλακτική μέθοδο επίλυσης διαφορών, ως της κατεξοχήν εκδήλωσης ιδιωτικής αυτονομίας στο πεδίο απονομής της δικαιοσύνης. Σε κάθε δικαιοκρατούμενη πολιτεία προβλέπεται τρόπος επίλυσης των διαφορών, οι οποίες ανακύπτουν μεταξύ των πολιτών. Σύμφωνα με το άρθρο 87 I Συντ., η δικαιοσύνη απονέμεται από τα τακτικά δικαστήρια, τα οποία συγκροτούνται από δικαστές που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία. Παράλληλα δε προς την πολιτειακή δικαιοδοτική έννομη τάξη κινείται η διαιτησία, η οποία αποτελεί άσκηση δικαιοδοσίας όχι όμως από πολιτειακά όργανα. Το κυριότερο στοιχείο, το οποίο διαφοροποιεί τη διαιτησία από την κρατική δικαιοδοσία, είναι το είδος του οργάνου, το οποίο επιλαμβάνεται για να επιλύσει τη διαφορά: Στην πρώτη περίπτωση είναι κάποιο τρίτο πρόσωπο, και μάλιστα κατά κανόνα ιδιώτης, ενώ στη δεύτερη περίπτωση είναι το κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αρμόδιο δικαστήριο, που συγκροτείται από τακτικούς δικαστές και είναι πολιτειακό όργανο. Τα στάδια της διαιτησίας είναι η διαιτητική συμφωνία, ο διορισμός διαιτητών, η διαιτητική διαδικασία και τέλος η επίλυση της διαφοράς με τη διαιτητική απόφαση. Θεμέλιο της διαιτησίας, αποτελεί η ελευθερία της βούλησης των μερών, στοιχείο που κυριαρχεί σε όλα τα στάδια. Η διεθνής διαιτησία αποτέλεσε αντικείμενο ειδικής νομοθετικής προβλέψεως σχετικά πρόσφατα. Ο όρος «διεθνής διαιτησία» εισήχθη για πρώτη φορά με το ν. 1816/1988, ο οποίος όμως ρύθμισε δευτερεύοντα ζητήματα, όπως η ανάθεση καθηκόντων διαιτητή σε δικαστές και ο καθορισμός της αμοιβής των διαιτητών. Ανάλογα είναι και τα θέματα διεθνούς διαιτησίας που κάλυψε ο ν. 2331/1995 : το ύψος της αμοιβής των διαιτητών ιδιωτών, ή δικαστών κλπ. Για πρώτη φορά η διεθνής εμπορική διαιτησία ρυθμίστηκε ολοκληρωμένα με το ν. 2735/1999. Πρόκειται για μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του Πρότυπου Νόμου UNCITRAL ο οποίος δεν αποτελεί σύμβαση αλλά προτείνεται στις Κυβερνήσεις και κάθε ενδιαφερόμενο Κράτος, που θεωρεί ότι ο πρότυπος νόμος καλύπτει μια ανάγκη, τον υιοθετεί και ενσωματώνει στην εθνική έννομη τάξη του, ως εσωτερική νομοθεσία, με ή χωρίς επιμέρους τροποποιήσεις. Η εσωτερική διαιτησία ωστόσο διέπεται από τα άρθρα 867-903 ΚΠλοΔ. Θεμέλιο του θεσμού της διαιτησίας αποτελεί η συμφωνία περί διαιτησίας, η οποία αφορά διαφορές υφιστάμενες ή μελλοντικές από κάθε είδους έννομη σχέση. Η διαιτητική συμφωνία καθορίζει δεσμευτικά την έννομη σχέση, η οποία θα αποτελέσει της βάση της διαιτητικής επιλύσεως αλλά και το ποιες διαφορές θα εμπέσουν σε αυτή. Με τον όρο συμφωνία περί διαιτησίας εννοούμε σήμερα τόσο το συνυποσχετικό (submission, compromis), δηλαδή τη συμφωνία για επίλυση από διαιτητές διαφορών που έχουν ήδη δημιουργηθεί, όσο και τη διαιτητική ρήτρα (arbitration clause, clause compromissoire) δηλαδή τη συμφωνία για επίλυση από διαιτητές μελλοντικών διαφορών. Η παλαιά διάκριση μεταξύ ρήτρας διαιτησίας, που εκλαμβανόταν απλώς ως προσύμφωνο και συνυποσχετικού, που παρήγαγε άμεσα διαθετικά αποτελέσματα ως προς τη δικαιοδοσία των πολιτειακών δικαστηρίων, δεν ισχύει πλέον στο δίκαιο που καθιέρωσε ο ΚΠολΔ. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα τελευταία χρόνια ορισμένα από τα πλέον σημαντικά κείμενα της διεθνούς διαιτησίας υπέστησαν παρεμβάσεις ή αλλαγές. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των αλλαγών συνιστά η απομάκρυνση από πρότυπα εθνικής προέλευσης και η υιοθέτηση διεθνικά ισχυουσών αρχών και πρακτικών. Με την παρούσα επιχειρείται μια παρουσίαση της χρησιμότητας των συμφωνιών περί διαιτησίας στις διεθνείς και εγχώριες εμπορικές ή μη συναλλαγές, η εφαρμογή τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή αλλά και στην αυτοτέλειά τους σε σχέση με την κύρια σύμβαση, τα προβλήματα που μπορεί να ανακύψουν με το εφαρμοστέο δίκαιο και τέλος ο έλεγχος τους κύρους τους τόσο από τα τακτικά όσο και από τα διαιτητικά δικαστήρια. Για την πληρότητα του λόγου κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια σύντομη αναφορά στο θεσμό της διαιτησίας, ο οποίος, ως εναλλακτική μέθοδος επίλυσης διαφορών στηρίζεται πρωτίστως στην βούληση των μερών, η οποία εκφράζεται μεταξύ άλλων και με τις διαιτητικές ρήτρες.

Download PDF

View in repository

Browse all collections