Δαυίδ εναντίον Γολιάθ: εναλλακτικές στρατηγικές από λιγότερα ισχυρά κράτη έναντι ισχυρότερων δυνάμεων μετά τον ψυχρό πόλεμο

Αρβανίτης, Δημήτριος Ι.

2016

Στην παρούσα διπλωματική θα αναζητηθούν οι εναλλακτικές μορφές στρατηγικής που μπορούν να εφαρμόσουν τα λιγότερο ισχυρά κράτη έναντι των μεγάλων και ισχυρών δυνάμεων, προκειμένου να ανατρέψουν το αξίωμα που διατύπωσε ο ιστορικός Θουκυδίδης, σύμφωνα με το οποίο «μέσα στο άναρχο διεθνές περιβάλλον, ο ισχυρός επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του». Θεμελιώδης παράγοντας για να κατανοήσουμε τα κίνητρα που οδηγούν τα κράτη στην εφαρμογή διαφόρων στρατηγικών είναι η κατανόηση του διεθνούς περιβάλλοντος μέσα στο οποίο αυτά δραστηριοποιούνται. Το διεθνές περιβάλλον είναι ένα σύστημα άναρχο, καθώς απουσιάζει μια παγκόσμια εξουσία η οποία να ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των κρατών χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι μέσα σε αυτό υπάρχει αταξία και χάος. Στο παραπάνω διεθνές σύστημα κάθε μονάδα «αναγκαστικά στηρίζει την ασφάλειά της στην ισχύ της και έχει μόνιμα στραμμένη την προσοχή της στην ισχύ των γειτόνων της. Η ασφάλεια για το κράτος έχει θεμελιώδη σημασία καθώς χωρίς αυτήν, οι υπόλοιποι αντικειμενικοί του σκοποί όπως, η κοινωνική σταθερότητα και η ευημερία δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν. Τα κράτη αν και τυπικά θεωρούνται ισότιμα, καθώς έχουν ανάλογες λειτουργίες και δομές, ωστόσο όμως οι δυνατότητές τους να επηρεάζουν τη διεθνή πολιτική είναι διαφορετικές. Οι μεγάλες δυνάμεις πάντοτε αναζητούν ευκαιρίες για να αποκτήσουν ισχύ εξαλείφοντας οποιαδήποτε πιθανότητα αμφισβήτησης τους από κάποια άλλη μεγάλη δύναμη ενώ από την άλλη πλευρά, τα μικρά κράτη τα οποία δεν μπορούν να αποκτήσουν αρκετή ισχύ σε σχέση με τους υπόλοιπους κρατικούς δρώντες αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα στην κατοχύρωση της ασφάλειά και της ύπαρξή τους. Μέσα στο παραπάνω άναρχο, ανασφαλές και ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον, βασική προϋπόθεση μιας επιτυχημένης διεθνούς πολιτικής των μικρών και λιγότερο ισχυρών κρατών είναι αυτά να έχουν κατανοήσει ότι, στην περίπτωση που απειληθούν ή αμφισβητηθούν τα εθνικά τους συμφέροντα, δεν υπάρχει στο διεθνές σύστημα καμία κεντρική αρχή στην οποία να απευθυνθούν προκειμένου να ζητήσουν βοήθεια. Η στρατηγική τους πρέπει να στηρίζεται στην έννοια της αυτοβοήθειας καθώς, παρά την ύπαρξη των διεθνών οργανισμών και τη λειτουργία ισχυρών και θεσμοθετημένων συνεργατικών δομών μεταξύ των κρατών, τα κράτη και ιδιαίτερα τα μικρά και λιγότερο ισχυρά πρώτα από όλα, απαιτείται να φροντίσουν από μόνα τους την ασφάλεια και την προστασία τους καθώς σε αντίθετη περίπτωση θα τεθεί σε κίνδυνο η εδαφική τους ακεραιότητα και η ανεξαρτησία τους. Η στρατηγική που μπορεί να προσφέρει την ισχύ για την επίτευξη της παραπάνω ικανότητας είναι η "στρατηγική της εξισορρόπησης", η οποία είναι μια συμπεριφορά που απορρέει ή και εντάσσεται στο γενικότερο φαινόμενο εξισορρόπησης των αντιπάλων και στην θεωρία της «ισορροπίας ισχύος». Η εξισορρόπηση είναι μια στρατηγική περισσότερο αμυντική και συνίσταται στην αύξηση της ισχύος ενός κράτους με σκοπό την αντιμετώπιση της ισχύος ή της απειλής ενός ή περισσότερων αντιπάλων του και διακρίνεται σε «εσωτερική» και «εξωτερική». Με την "εσωτερική εξισορρόπηση", τα μικρά κράτη θα βελτιώσουν τους εγχώριους συντελεστές ισχύος τους, όπως πχ την οικονομία , τις Ένοπλες Δυνάμεις, την κρατική διοίκηση, την κοινωνική και πολιτική σταθερότητα, τις κοινωνικές και κρατικές υποδομές, τη χρήση και ανάπτυξη της τεχνολογίας, αυξάνοντας έτσι την συνολική τους ισχύ, παραθέτοντας την ποιότητα σε τομείς που υστερούν αριθμητικά ή ποσοτικά. Με την "εξωτερική εξισορρόπηση" θα δημιουργήσουν διαφόρων ειδών συμμαχίες (είτε με μεγάλες δυνάμεις, είτε με κράτη ανάλογης ή μικρότερης ισχύος) που θα τα βοηθήσουν στην άσκηση μιας επιτυχημένης εξωτερικής πολιτικής και στην αντιμετώπιση μαζί με άλλους, στη βάση του κοινού συμφέροντος, διαφόρων κινδύνων και απειλών. Η στρατηγική της "εξισορρόπησης" θα δώσει τη δυνατότητα στα μικρά κράτη να υποβαθμίσουν τις αδυναμίες τους όπως η μικρή έκταση, ή ο ολιγάριθμος πληθυσμός τους και να αναδείξουν τα πλεονεκτήματά τους που μπορούν να προέρχονται είτε από το φυσικό τους περιβάλλον (ενεργειακοί πόροι, ναυτιλία, τουρισμός κλπ) είτε από την γεωστρατηγική τους θέση (έλεγχο χερσαίων ή θαλάσσιων αξόνων κλπ) είτε από τις υποδομές και την τεχνολογία που έχουν αναπτύξει (λιμάνια, αεροδρόμια, πυρηνική ενέργεια κλπ). Η ανάπτυξη των παραπάνω πλεονεκτημάτων μπορούν να μετατρέψουν τις λιγότερες ισχυρές δυνάμεις σε υπολογίσιμους παίκτες οι οποίοι δεν θα αποδέχονται πάντα τον ρόλο του απλού πιονιού αλλά θα μπορούν να συμμετάσχουν ουσιαστικά και με επιτυχία στη σκακιέρα των διεθνών σχέσεων. Χαρακτηριστικά επιτυχημένα παραδείγματα της παραπάνω στρατηγικής είναι το Ισραήλ και η Σιγκαπούρη. Το Ισραήλ ένα κράτος με έκταση 20.770 τετρ. χλμ. και πληθυσμό 7.587.000 κατοίκων, περικυκλωμένο από εχθρικά προς αυτό κράτη κατάφερε μέσω των εναλλακτικών στρατηγικών της "εσωτερικής και εξωτερικής εξισορρόπησης", να αποκτήσει τέτοια ισχύ που το κατέστησε, πρωταγωνιστή του περιβάλλοντος ασφαλείας της Μέσης Ανατολής. Η χώρα χρησιμοποίησε με έξυπνο τρόπο το δόγμα της αυτοβοήθειας, κατορθώνοντας αρχικά να αναπτύξει τους εγχώριους συντελεστές ισχύος της ενώ στην συνέχεια ανέπτυξε συμμαχίες τόσο με υπερδυνάμεις όπως οι ΗΠΑ και η Ρωσία, όσο και με λιγότερο ισχυρές χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος. Το Ισραήλ στο πέρασμα των χρόνων διαμόρφωσε μια συνολική εναλλακτική στρατηγική η οποία ξεπέρασε τα όποια μειονεκτήματα του μετατρέποντας το σε μια ισχυρή περιφερειακή αλλά και παγκόσμια πολιτικοστρατιωτική δύναμη. Από την άλλη πλευρά η Σιγκαπούρη, η μικρότερη χώρα της Νοτιοανατολικής Ασίας, με έκταση μόλις 718 τετραγωνικά χιλιόμετρα και πληθυσμό 5.076.700 κατοίκους, κατάφερε να μετατρέψει το φαινομενικό του μειονέκτημα σε πλεονέκτημα οργανώνοντας όσο το δυνατόν καλύτερα τους συντελεστές ισχύος που είχε στη διάθεσή της, καταφέρνοντας να αναδειχθεί σε μια ισχυρή περιφερειακή και παγκόσμια οικονομική δύναμη καθώς εκμεταλλευόμενη τη γεωγραφική της θέση μετατράπηκε σε διεθνές κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου με το λιμάνι της να είναι ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο σε διακίνηση αγαθών. Οι ελιγμοί της Σιγκαπούρης αποδείχθηκαν ιδιαίτερα επιτυχημένοι καθώς και μόνο η συνέχιση της ύπαρξης της παρόλο που δεν διαθέτει καμία από τις παραδοσιακές, φυσικές πλουτοπαραγωγικές πηγές, δείχνει μία επιτυχημένη στρατηγική ενός μικρού και λιγότερου ισχυρού κράτους. Ολοκληρώνοντας την παραπάνω έρευνα θα μπορούσαμε με ασφάλεια να πούμε ότι το σύγχρονο διεθνές περιβάλλον έχει πάψει πλέον να αποτελεί έναν «παράδεισο» για τις ισχυρές δυνάμεις οι οποίες σήμερα δεν έχουν στον ίδιο βαθμό την δυνατότητα που είχαν στο παρελθόν, να επιβάλλουν τις πολιτικές τους χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα ή τις αντιδράσεις των μικρότερων και των λιγότερο ισχυρών κρατών. Το διεθνές σύστημα, ιδιαίτερα μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, χαρακτηρίζεται από το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης το οποίο έχει οδηγήσει όχι μόνο στην εξάπλωση αλλά και στην εντατικοποίηση των συνεργατικών δομών μεταξύ των κρατών σε όλους τους τομείς, όπως στην οικονομία, το εμπόριο, την πολιτική, την διπλωματία, την τεχνολογία την ασφάλεια κλπ. Στην ενίσχυση της παραπάνω κατεύθυνσης έχουν οδηγήσει και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει πλέον όχι ένα κράτος ή ένας αριθμός κρατών αλλά ολόκληρη η παγκόσμια κοινότητα. Καταλήγοντας θα μπορούσαμε να πούμε ότι στο σύγχρονο διεθνές σύστημα, τα μικρά και λιγότερο ισχυρά κράτη έχουν την δυνατότητα, εφόσον διαγνώσουν σωστά το διεθνές περιβάλλον και την κατανομή ισχύος, να ακολουθήσουν μια στρατηγική εξισορρόπησης των αντιπάλων τους μετατρέποντας τα σε ισχυρούς παίκτες οι οποίοι μπορούν να ανατρέψουν το αξίωμα που θέλει τους μικρούς να υποχωρούν πάντα στην επιθετική πολιτική των μεγάλων και ισχυρών. Δαυίδ εναντίον Γολιάθ: Εναλλακτικές στρατηγικές από λιγότερα ισχυρά κράτη έναντι ισχυρότερων δυνάμεων μετά τον ψυχρό πόλεμο ΠΕΡΙΛΗΨΗ Στην παρούσα διπλωματική θα αναζητηθούν οι εναλλακτικές μορφές στρατηγικής που μπορούν να εφαρμόσουν τα λιγότερο ισχυρά κράτη έναντι των μεγάλων και ισχυρών δυνάμεων, προκειμένου να ανατρέψουν το αξίωμα που διατύπωσε ο ιστορικός Θουκυδίδης, σύμφωνα με το οποίο «μέσα στο άναρχο διεθνές περιβάλλον, ο ισχυρός επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του». Θεμελιώδης παράγοντας για να κατανοήσουμε τα κίνητρα που οδηγούν τα κράτη στην εφαρμογή διαφόρων στρατηγικών είναι η κατανόηση του διεθνούς περιβάλλοντος μέσα στο οποίο αυτά δραστηριοποιούνται. Το διεθνές περιβάλλον είναι ένα σύστημα άναρχο, καθώς απουσιάζει μια παγκόσμια εξουσία η οποία να ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των κρατών χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι μέσα σε αυτό υπάρχει αταξία και χάος. Στο παραπάνω διεθνές σύστημα κάθε μονάδα «αναγκαστικά στηρίζει την ασφάλειά της στην ισχύ της και έχει μόνιμα στραμμένη την προσοχή της στην ισχύ των γειτόνων της. Η ασφάλεια για το κράτος έχει θεμελιώδη σημασία καθώς χωρίς αυτήν, οι υπόλοιποι αντικειμενικοί του σκοποί όπως, η κοινωνική σταθερότητα και η ευημερία δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν. Τα κράτη αν και τυπικά θεωρούνται ισότιμα, καθώς έχουν ανάλογες λειτουργίες και δομές, ωστόσο όμως οι δυνατότητές τους να επηρεάζουν τη διεθνή πολιτική είναι διαφορετικές. Οι μεγάλες δυνάμεις πάντοτε αναζητούν ευκαιρίες για να αποκτήσουν ισχύ εξαλείφοντας οποιαδήποτε πιθανότητα αμφισβήτησης τους από κάποια άλλη μεγάλη δύναμη ενώ από την άλλη πλευρά, τα μικρά κράτη τα οποία δεν μπορούν να αποκτήσουν αρκετή ισχύ σε σχέση με τους υπόλοιπους κρατικούς δρώντες αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα στην κατοχύρωση της ασφάλειά και της ύπαρξή τους. Μέσα στο παραπάνω άναρχο, ανασφαλές και ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον, βασική προϋπόθεση μιας επιτυχημένης διεθνούς πολιτικής των μικρών και λιγότερο ισχυρών κρατών είναι αυτά να έχουν κατανοήσει ότι, στην περίπτωση που απειληθούν ή αμφισβητηθούν τα εθνικά τους συμφέροντα, δεν υπάρχει στο διεθνές σύστημα καμία κεντρική αρχή στην οποία να απευθυνθούν προκειμένου να ζητήσουν βοήθεια. Η στρατηγική τους πρέπει να στηρίζεται στην έννοια της αυτοβοήθειας καθώς, παρά την ύπαρξη των διεθνών οργανισμών και τη λειτουργία ισχυρών και θεσμοθετημένων συνεργατικών δομών μεταξύ των κρατών, τα κράτη και ιδιαίτερα τα μικρά και λιγότερο ισχυρά πρώτα από όλα, απαιτείται να φροντίσουν από μόνα τους την ασφάλεια και την προστασία τους καθώς σε αντίθετη περίπτωση θα τεθεί σε κίνδυνο η εδαφική τους ακεραιότητα και η ανεξαρτησία τους. Η στρατηγική που μπορεί να προσφέρει την ισχύ για την επίτευξη της παραπάνω ικανότητας είναι η "στρατηγική της εξισορρόπησης", η οποία είναι μια συμπεριφορά που απορρέει ή και εντάσσεται στο γενικότερο φαινόμενο εξισορρόπησης των αντιπάλων και στην θεωρία της «ισορροπίας ισχύος». Η εξισορρόπηση είναι μια στρατηγική περισσότερο αμυντική και συνίσταται στην αύξηση της ισχύος ενός κράτους με σκοπό την αντιμετώπιση της ισχύος ή της απειλής ενός ή περισσότερων αντιπάλων του και διακρίνεται σε «εσωτερική» και «εξωτερική». Με την "εσωτερική εξισορρόπηση", τα μικρά κράτη θα βελτιώσουν τους εγχώριους συντελεστές ισχύος τους, όπως πχ την οικονομία , τις Ένοπλες Δυνάμεις, την κρατική διοίκηση, την κοινωνική και πολιτική σταθερότητα, τις κοινωνικές και κρατικές υποδομές, τη χρήση και ανάπτυξη της τεχνολογίας, αυξάνοντας έτσι την συνολική τους ισχύ, παραθέτοντας την ποιότητα σε τομείς που υστερούν αριθμητικά ή ποσοτικά. Με την "εξωτερική εξισορρόπηση" θα δημιουργήσουν διαφόρων ειδών συμμαχίες (είτε με μεγάλες δυνάμεις, είτε με κράτη ανάλογης ή μικρότερης ισχύος) που θα τα βοηθήσουν στην άσκηση μιας επιτυχημένης εξωτερικής πολιτικής και στην αντιμετώπιση μαζί με άλλους, στη βάση του κοινού συμφέροντος, διαφόρων κινδύνων και απειλών. Η στρατηγική της "εξισορρόπησης" θα δώσει τη δυνατότητα στα μικρά κράτη να υποβαθμίσουν τις αδυναμίες τους όπως η μικρή έκταση, ή ο ολιγάριθμος πληθυσμός τους και να αναδείξουν τα πλεονεκτήματά τους που μπορούν να προέρχονται είτε από το φυσικό τους περιβάλλον (ενεργειακοί πόροι, ναυτιλία, τουρισμός κλπ) είτε από την γεωστρατηγική τους θέση (έλεγχο χερσαίων ή θαλάσσιων αξόνων κλπ) είτε από τις υποδομές και την τεχνολογία που έχουν αναπτύξει (λιμάνια, αεροδρόμια, πυρηνική ενέργεια κλπ). Η ανάπτυξη των παραπάνω πλεονεκτημάτων μπορούν να μετατρέψουν τις λιγότερες ισχυρές δυνάμεις σε υπολογίσιμους παίκτες οι οποίοι δεν θα αποδέχονται πάντα τον ρόλο του απλού πιονιού αλλά θα μπορούν να συμμετάσχουν ουσιαστικά και με επιτυχία στη σκακιέρα των διεθνών σχέσεων. Χαρακτηριστικά επιτυχημένα παραδείγματα της παραπάνω στρατηγικής είναι το Ισραήλ και η Σιγκαπούρη. Το Ισραήλ ένα κράτος με έκταση 20.770 τετρ. χλμ. και πληθυσμό 7.587.000 κατοίκων, περικυκλωμένο από εχθρικά προς αυτό κράτη κατάφερε μέσω των εναλλακτικών στρατηγικών της "εσωτερικής και εξωτερικής εξισορρόπησης", να αποκτήσει τέτοια ισχύ που το κατέστησε, πρωταγωνιστή του περιβάλλοντος ασφαλείας της Μέσης Ανατολής. Η χώρα χρησιμοποίησε με έξυπνο τρόπο το δόγμα της αυτοβοήθειας, κατορθώνοντας αρχικά να αναπτύξει τους εγχώριους συντελεστές ισχύος της ενώ στην συνέχεια ανέπτυξε συμμαχίες τόσο με υπερδυνάμεις όπως οι ΗΠΑ και η Ρωσία, όσο και με λιγότερο ισχυρές χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος. Το Ισραήλ στο πέρασμα των χρόνων διαμόρφωσε μια συνολική εναλλακτική στρατηγική η οποία ξεπέρασε τα όποια μειονεκτήματα του μετατρέποντας το σε μια ισχυρή περιφερειακή αλλά και παγκόσμια πολιτικοστρατιωτική δύναμη. Από την άλλη πλευρά η Σιγκαπούρη, η μικρότερη χώρα της Νοτιοανατολικής Ασίας, με έκταση μόλις 718 τετραγωνικά χιλιόμετρα και πληθυσμό 5.076.700 κατοίκους, κατάφερε να μετατρέψει το φαινομενικό του μειονέκτημα σε πλεονέκτημα οργανώνοντας όσο το δυνατόν καλύτερα τους συντελεστές ισχύος που είχε στη διάθεσή της, καταφέρνοντας να αναδειχθεί σε μια ισχυρή περιφερειακή και παγκόσμια οικονομική δύναμη καθώς εκμεταλλευόμενη τη γεωγραφική της θέση μετατράπηκε σε διεθνές κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου με το λιμάνι της να είναι ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο σε διακίνηση αγαθών. Οι ελιγμοί της Σιγκαπούρης αποδείχθηκαν ιδιαίτερα επιτυχημένοι καθώς και μόνο η συνέχιση της ύπαρξης της παρόλο που δεν διαθέτει καμία από τις παραδοσιακές, φυσικές πλουτοπαραγωγικές πηγές, δείχνει μία επιτυχημένη στρατηγική ενός μικρού και λιγότερου ισχυρού κράτους. Ολοκληρώνοντας την παραπάνω έρευνα θα μπορούσαμε με ασφάλεια να πούμε ότι το σύγχρονο διεθνές περιβάλλον έχει πάψει πλέον να αποτελεί έναν «παράδεισο» για τις ισχυρές δυνάμεις οι οποίες σήμερα δεν έχουν στον ίδιο βαθμό την δυνατότητα που είχαν στο παρελθόν, να επιβάλλουν τις πολιτικές τους χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα ή τις αντιδράσεις των μικρότερων και των λιγότερο ισχυρών κρατών. Το διεθνές σύστημα, ιδιαίτερα μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, χαρακτηρίζεται από το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης το οποίο έχει οδηγήσει όχι μόνο στην εξάπλωση αλλά και στην εντατικοποίηση των συνεργατικών δομών μεταξύ των κρατών σε όλους τους τομείς, όπως στην οικονομία, το εμπόριο, την πολιτική, την διπλωματία, την τεχνολογία την ασφάλεια κλπ. Στην ενίσχυση της παραπάνω κατεύθυνσης έχουν οδηγήσει και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει πλέον όχι ένα κράτος ή ένας αριθμός κρατών αλλά ολόκληρη η παγκόσμια κοινότητα. Καταλήγοντας θα μπορούσαμε να πούμε ότι στο σύγχρονο διεθνές σύστημα, τα μικρά και λιγότερο ισχυρά κράτη έχουν την δυνατότητα, εφόσον διαγνώσουν σωστά το διεθνές περιβάλλον και την κατανομή ισχύος, να ακολουθήσουν μια στρατηγική εξισορρόπησης των αντιπάλων τους μετατρέποντας τα σε ισχυρούς παίκτες οι οποίοι μπορούν να ανατρέψουν το αξίωμα που θέλει τους μικρούς να υποχωρούν πάντα στην επιθετική πολιτική των μεγάλων και ισχυρών.

Download PDF

View in repository

Browse all collections