Η εξέλιξη της ενδοοικογενειακής βίας στην Ελλάδα την τελευταία πενταετία: χωρική κατανομή
Σταθοπούλου, Βασιλική Ε.
2024
Σκοπός της διπλωματικής αυτής εργασίας είναι η μελέτη του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας στην Ελλάδα την τελευταία πενταετία, λαμβάνοντας υπόψη τη χωρική ταυτότητα των περιφερειών, καταλήγοντας με τον τρόπο αυτό στην εξέταση της ύπαρξης σχέσης μεταξύ των περιστατικών και της συγκέντρωσης αυτών σε περιβάλλοντα με συγκεκριμένο χαρακτηριστικά (αστεακό περιβάλλον – περιβάλλον υπαίθρου). Επιπλέον, στόχο αποτελεί και η διερεύνηση της ύπαρξης μεταβολής των περιστατικών ως συνέπεια της πανδημίας Covid-19, ενώ επιχειρείται και η ανάδειξη μιας πιθανής τυπολογίας δραστών, θυμάτων και πράξης, μέσα από τη σύγκριση των δύο βασικών στατιστικών πηγών, της Ελληνικής Αστυνομίας και της Γενικής Γραμματείας Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αν και οι μεθοδολογικές δυσκολίες που προκύπτουν καθιστούν αδύνατο το εγχείρημα αυτό για το σύνολο των υπό εξέταση παραγόντων. Για την πλαισίωση του θέματος, προηγείται η εννοιολογική οριοθέτηση της βίας, της οικογένειας και της ενδοοικογενειακής βίας, με στόχο τη μετάβαση στη θεωρητική επισκόπηση του φαινομένου υπό το πρίσμα των υποπολιτισμικών, κοινωνιο-ψυχολογικών, διαφόρων κοινωνιολογικών και τέλος, περιβαλλοντικών προσεγγίσεων. Επιπλέον, παρουσιάζονται ορισμένα νομικά ζητήματα, καθώς και η θεσμική αντιμετώπιση της βίας στο οικογενειακό και συντροφικό περιβάλλον, ενώ στο δεύτερο μέρος αναλύεται η φαινομενολογία μέσα από εμπειρικές έρευνες της διεθνούς βιβλιογραφίας, οδηγώντας έτσι στην παρουσίαση της έρευνας της γράφουσας, η οποία συνδυάζει στατιστικά στοιχεία τόσο από την Ελληνική Αστυνομία, όσο και από τη Γενική Γραμματεία Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Καταληκτικά, τα πορίσματα από τη σύγκριση των δεδομένων των υπό μελέτη ετών φανερώνουν υπεροχή των περιστατικών αυτών σε περιβάλλοντα με έντονο αστεακό χαρακτήρα, ενώ διαφορετικά είναι τα αποτελέσματα που προκύπτουν από τα στοιχεία των ως άνω φορέων αναφορικά με την επίδραση της πανδημίας στο φαινόμενο. Ταυτόχρονα, αναδεικνύονται και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των εμπλεκόμενων στο φαινόμενο μερών, ικανά να συνδράμουν σε μια στοχευμένη αντεγκληματική πολιτική πρόληψης, μείωσης των ευκαιριών διάπραξης και ορθής αντιμετώπισης. Εν κατακλείδι, οι προαναφερθείσες μεθοδολογικές δυσχέρειες της σύγκρισης των στατιστικών, οι οποίες οφείλονται στη διαφορετική καταγραφή από τους δύο εμπλεκομένους φορείς φανερώνουν τη γενικότερη προσέγγιση που έχουν οι δύο υπηρεσίες απέναντι στο φαινόμενο, αυτό όμως δεν αναιρεί τη σπουδαιότητα των στοιχείων τους, ούτε και των ευρημάτων της παρούσας ερευνητικής προσπάθειας.
Download PDF
View in repository
Browse all collections