Η κρίση ως πολιτική ικανότητα στην σκέψη της Hannah Arendt: τα προβλήματα συγκρότησης της πολιτικής πράξης διά της διευρυμένης σκέψης, της φρονήσεως και της ρητορικής

Μπουροδήμος, Στυλιανός Δ.

2021

H διερεύνηση της κρίσης ως πολιτικής ικανότητας στην σκέψη της Arendt είναι δυσχερής, γιατί πρέπει κανείς να ανασυγκροτήσει τα διάσπαρτα και ατελή αποσπάσματά της, αλλά και να προσπαθήσει να λύσει τα προβλήματα που ανακύπτουν από το συγκερασμό της διευρυμένης σκέψης του Kant με την φρόνηση και την ρητορική αρχαίων ελλήνων και ρωμαίων συγγραφέων. Έχοντας πραγματευτεί την ακρισία της λογικής του Ολοκληρωτισμού και την απερισκεψία της κοινοτοπίας του κακού, η Arendt στρέφεται εκλεκτικά στην κλασική παράδοση και στο Διαφωτισμό για να κατασκευάσει μια νέα έννοια κρίσης που θα ανασυγκροτήσει διά της αναστοχαστικής κρίσης την πολιτική ως τον δημόσιο χώρο διαβούλευσης και σύμπραξης μεταξύ των ανθρώπων. Στις παραδόσεις της για τον πολιτικό Kant, ξεκινάει από την συνύφανση διαφωτιστικών προταγμάτων, όπως το Selbstdenken, το να σκέφτεται κανείς από μόνος του, την αρχή της δημοσιότητας, και μια ιστορική ματιά υπό πρίσμα κοσμοπολιτικό, για να τα συνταιριάξει στη συνέχεια με τους όρους δυνατότητας της καλαισθητικής κρίσης και, κατόπιν, να τα παραλληλίσει με τα δημοκρατικά στοιχεία, τις τέχνες και τις αρετές της ελληνικής πόλεως και της ρωμαϊκής res publica. Προσπαθεί δηλαδή να αποσπάσει από τον Kant μια θεωρία πολιτικής κρίσης που να πληροί τα κριτήρια της καλαισθητικής κρίσης, και, συνάμα, να την συμφιλιώσει με την πολιτική αρετή της φρονήσεως που την συνδράμει η ρητορική τέχνη ως πειθούς δημιουργός. Όμως, από αυτόν τον θεωρητικό συγκρητισμό, γεννιούνται τρία προβλήματα. Το πρώτο πρόβλημα είναι η πολιτικοποίηση της καλαισθητικής κρίσης. Η αποσύνδεσή της από την τελεολογία, αισθητικοποιεί την πολιτική πράξη υπό τους όρους αναστόχασης ενός έργου τέχνης ή μιας επανάστασης. Έτσι, η διευρυμένη σκέψη τίθεται ως προϋπόθεση και αυτοσκοπός της πολιτικής, ενώ ο χωρίς συμφέρον θεατής αξιώνει καθολική αποδοχή λόγω της αμεροληψίας του. Το δεύτερο, είναι η αισθητικοποίηση της φρονήσεως. Η πρόσδεση της προαίρεσής της, της ευφυούς επιλογής των μέσων για την ευόδωση ενός σκοπού, με την βούληση που προτάσσει ένα σκοπό καθ’ εαυτόν και η σύνδεση της διαβούλευσής της με την διευρυμένη νοοτροπία, συγκροτούν τον φρόνιμο δρώντα ως τον οξυδερκή πολιτικό που σκέπτεται και κρίνει ad hoc με ηθικά ελατήρια. Και το τρίτο, είναι η οικειοποίηση της πειθούς και η παραγνώριση της κρίσης της ρητορικής. Η αγνόηση της ικανότητας ευρέσεως των τόπων για την παραγωγή δύο αμφισβητούντων λόγων, ως προϋπόθεση της δικανικής και πολιτικής κρίσης, και η παρερμηνεία των μέσων πειθούς της μετατρέπουν την ρητορική τέχνη, από θεωρία της κρίσης που εξασφαλίζει την κυριαρχία του ακροατή, σε τεχνική πειθούς του καθολικεύσιμου πορίσματος της αναστοχαστικής κρίσης, και άρα σε θεραπαινίδα του θεατή, που αποφασίζει να δράσει μεταξύ ανθρώπων με γνώμονα την humanitas. Αυτά όμως, με τη σειρά τους, γεννούν μία σοβαρή επιπλοκή και εγείρουν πολλές ενστάσεις. Διότι, οι επιχειρούμενες διαθλάσεις των κλασικών κειμένων μέσα από τις υπαρξιστικές αναπροσαρμογές των καντιανών μετατρέπουν, ενώ διακυβεύεται η επανάκαμψη στοιχείων του Ολοκληρωτισμού, την θεωρία σε ποίηση. Αντί λοιπόν της διακριτικής ανακατασκευής ενός ελληνορωμαϊκού και ενός καντιανού μοντέλου κρίσης μέσω ενός νηφάλιου θεωρεῖν, η Arendt θα επιλέξει την αναχρονιστική κατασκευή μιας νέας έννοιας κρίσης μέσω ενός επείγοντος ποιεῖν. Γι’ αυτό και η ίδια θα μπει στη θέση του αγωνοδίκη μεταξύ αρχαίας και μοντέρνας κρίσης, θέλοντας να εκτελέσει πρωτότυπα, αλλά μεροληπτικά, την καντιανή κριτική διαθήκη σε βάρος της ελληνορωμαϊκής κρίσης, αναιρώντας όμως έτσι την κριτική δύναμη της ουμανιστικής κληρονομιάς που προγραμματικά επιζητούσε.

Download PDF

View in repository

Browse all collections