Το δικαίωμα πρόσβασης σε συνήγορο κατά την ενωσιακή δικαιοταξία και την Ε.Σ.Δ.Α.

Γιαννακόπουλος, Μιχαήλ- Ιωάννης-Θεοχάρης Ν.

2024

Με την παρούσα διπλωματική εργασία γίνεται μια προσπάθεια σκιαγράφησης, παρουσίασης και ανάλυσης ενός εκ των θεμελιωδών δικαιωμάτων που πρέπει να απολαμβάνει ένα υποκείμενο κατά την εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας, τόσο στο στάδιο που καλείται απλώς ως ύποπτος, όσο και στο στάδιο που φέρει πλέον την ιδιότητα του κατηγορουμένου. Πρόκειται για ένα δικαίωμα που θα μπορούσε κανείς να πει ότι δημιουργεί δύο σκέλη: αφ’ ενός μεν, την δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος αυτού από τα ανωτέρω πρόσωπα και αφ’ ετέρου δε, την υποχρέωση των φορέων να φροντίζουν ώστε αυτό το δικαίωμα να ασκείται στην πλήρη έκτασή του. Η σημασία του δικαιώματος πρόσβασης σε συνήγορο αποτυπώνεται στις συνεχόμενες ενέργειες τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με την θέσπιση κανόνων δικαίου, σε μια προσπάθεια προστασίας του υπόπτου και του κατηγορουμένου, δίνοντάς σε αυτόν δικονομικά όπλα αντίκρουσης τυχόν αυθαιρεσιών. Από τα μεγαλύτερα εγχειρήματα στο πεδίο αυτό αποτέλεσε και η Οδηγία 2013/48/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας του και με το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας. Παρά την προσπάθεια του εθνικού νομοθέτη με την ενσωμάτωσή της με το Ν. 4478/2017, η πραγματική ενσωμάτωση τμημάτων της στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας έλαβε χώρα μετά την τροποποίησή του το έτος 2019. Με βάση τα ανωτέρω, θα πρέπει κανείς πρώτα να αναλογιστεί κατά πόσο γίνεται σεβαστό από τους φορείς το δικαίωμα σε συνήγορο, αλλά και ποια είναι τα δικονομικά όπλα με τα οποία εξοπλίζεται το υποκείμενο, ήδη από το σημείο απόκτησης της ιδιότητας του υπόπτου και του κατηγορουμένου. Εν συνεχεία, και με δεδομένο ότι η νομική πραγματικότητα της χώρας μας μεταβάλλεται με βάση τις 4 ευρωπαϊκές εξελίξεις, θα πρέπει να απαντηθεί, τελικώς, εάν το περιστατικά παραβίασης του ανωτέρω δικαιώματος λαμβάνουν χώρα λόγω αδυναμίας εναρμόνισης με τις ενωσιακές επιταγές ή απλώς είναι αποτέλεσμα απαξίας των νομοθετικών προβλέψεων από τα ίδια τα Κράτη Μέλη ή από τους παράγοντες αυτών. Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει στην συμβολή της νομολογίας των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων, στην διαμόρφωση πεποίθησης στον εθνικό νομοθέτη.

Download PDF

View in repository

Browse all collections