Δίκαιο και διακυβέρνηση της θαλάσσιας ρύπανσης από πλοία σε παγκόσμιο, ευρωπαϊκό και μεσογειακό επίπεδο: προκλήσεις και προοπτικές
Χαραλάμπους, Αγγελική Ν.
2020
Το διεθνές δίκαιο και η διακυβέρνηση του περιβάλλοντος έχει φτάσει σε ένα επίπεδο υψηλών προδιαγραφών τις τελευταίες δεκαετίες. Η ναυτιλία και ειδικότερα η ρύπανση του θαλάσσιου περιβάλλοντος που προέρχεται από τα πλοία αποτελεί μία ιδιαίτερη πτυχή της διαδικασίας πολυκεντρικής περιβαλλοντικής διακυβέρνησης. Το ρυθμιστικό πλαίσιο της θαλάσσιας ρύπανσης συνδέεται με την πολλαπλότητα των συμβατικών καθεστώτων που διαχειρίζονται την προστασία του περιβάλλοντος και την βιώσιμη ανάπτυξη σε αλληλεπιδρώντα περιφερειακά και παγκόσμια επίπεδα. Αυτή η πολυκεντρικότητα στη διεθνή περιβαλλοντική διακυβέρνηση είναι εγγενής στο διεθνές σύστημα και δεν μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητή εάν δεν προσεγγίζεται ταυτόχρονα ως πολλαπλότητα συμβατικών καθεστώτων διακυβέρνησης και ως διαδικασία συνεχούς και δομημένης διαπραγμάτευσης σε μια οριζόντια αναπτυσσόμενη διεθνή τάξη που απαιτεί τη νομιμοποίηση της συναίνεσης μεταξύ των κρατών και προϋποθέτει την εθνική κάθετης τάξης τους . Κάθε ένα από αυτά τα συμβατικά περιβαλλοντικά καθεστώτα έχει ως στόχο να είναι όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικό υπό το πρίσμα των υφιστάμενων και μελλοντικών συνθηκών που θα μπορούσαν να απειλήσουν το θαλάσσιο περιβάλλον. Ωστόσο ακόμα και τα πιο πλήρως εφαρμοζόμενα και επιβεβλημένα καθεστώτα δεν θα ήταν σε θέση να αποτρέψουν την εμφάνιση νέων απειλών ή την αλλαγή των υφιστάμενων. Έχουν περάσει πάνω από 65 χρόνια από τότε που άρχισαν οι προσπάθειες για τη ρύθμιση της ρύπανσης από πλοία σε ολοκληρωμένη κλίμακα. Πολλά έχουν αλλάξει κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου όπως το μέγεθος και ο τύπος των ρυπογόνων πλοίων, η φύση και ο κίνδυνος των εμπλεκομένων ρύπων, το αυξανόμενο ενδιαφέρον των κρατών και των πολιτών για το περιβάλλον αλλά και η κλιματική αλλαγή. Οι παγκόσμιοι κανονισμοί που σχετίζονται με τον έλεγχο της ρύπανσης από πλοία προέρχονται είτε από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας 1982 (LOSC) είτε από τους «γενικά αποδεκτούς διεθνείς κανονισμούς και πρότυπα», όπως εγκρίθηκαν από τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΙΜΟ). Ιστορικά ο έλεγχος της θαλάσσιας ρύπανσης από τα παράκτια και λιμενικά κράτη έχει οδηγήσει ουσιαστικά στον ρυθμιζόμενο περιορισμό του παραδοσιακού δικαιώματος της «ελεύθερης ναυσιπλοΐας» και έχει προκαλέσει αντιπαραθέσεις ή και συγκρούσεις μεταξύ των κρατών αυτών και των κρατών με σημαντικά ναυτικά και εμπορικά θαλάσσια συμφέροντα. Οι διατάξεις της LOSC επιδιώκουν την επίλυση αυτών των προβλημάτων καθορίζοντας με μεγαλύτερη ακρίβεια θέματα δικαιοδοσίας. Ταυτόχρονα σε περιφερειακό επίπεδο η ΕΕ και τα παράκτια κράτη της Μεσογείου μέσα από φορείς που δρουν στο ρυθμιστικό καθεστώς της ΕΕ και του Συστήματος της Βαρκελώνης καταβάλουν συστηματική προσπάθεια για την αποτελεσματική προστασία των θαλασσών τους από τη ρύπανση. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια, τα συχνά περιστατικά ρύπανσης από πλοία, τόσο εκ προθέσεως όσο και τυχαία, έχουν δημιουργήσει ερωτήματα σχετικά με το γιατί αυτά τα περιστατικά συνεχίζουν να συμβαίνουν παρά την ύπαρξη πολλών ρυθμιστικών κανόνων, θεσμών και πρακτικών. Το αναπόφευκτο συμπέρασμα φαίνεται να είναι ότι οι ισχύοντες διεθνείς κανόνες και πρότυπα, κυρίως εκείνοι που θεσπίστηκαν από τον ΙΜΟ, δεν έχουν επιφέρει αποτελεσματική και επαρκή συμμόρφωση στα κράτη μέλη του. Αυτό που είναι σαφές είναι ότι οι σύγχρονες διαρθρωτικές πραγματικότητες εντός των οποίων λειτουργεί το σύστημα θαλάσσιων συναλλαγών αφήνουν περιθώρια για ανεπαρκή εφαρμογή και επιβολή των σχετικών κανόνων ελέγχου της ρύπανσης και ίσως σήμερα - αν όχι περισσότερο από αρκετές δεκαετίες πριν -καθίσταται επιτακτική η ανάγκη να διατηρηθεί η επαγρύπνηση για την πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης από πλοία.
Download PDF
View in repository
Browse all collections