Οι ουσιαστικοί περιορισμοί και η διαδικασία αναθεώρησης του ισχύοντος Συντάγματος του 1975/86/01/08
Αυγέρου, Γεωργία Η.
2016
Η αναθεώρηση έχει χαρακτηριστεί ως το μείζον νομικό εγχείρημα. Για την πραγματοποίησή της απαιτείται στενή ερμηνεία των σχετικών διατάξεων λόγω του αυστηρού χαρακτήρα του Συντάγματος. Επιτρέπεται η μερική και όχι η ολική αναθεώρηση. Πρέπει να επισημανθεί ότι η αναθεώρηση αποτελεί τον κανόνα, ενώ η απαγόρευση αναθεώρησης είναι η εξαίρεση. Έχουν τεθεί, ενόψει των ανωτέρω, ορισμένα όρια (ουσιαστικά και διαδικαστικά) στην άσκηση της αναθεωρητικής λειτουργίας από το συντακτικό νομοθέτη, μέσα στα οποία ασκεί την αναθεωρητική λειτουργία ο αναθεωρητικός νομοθέτης. Τα ουσιαστικά όρια αφορούν διατάξεις, που απαγορεύεται να θιγούν, οι οποίες αποτελούν το σκληρό πυρήνα των μη υποκείμενων σε αναθεώρηση διατάξεων. Τα όρια αυτά διέπονται από τον απολύτως αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος. Τα διαδικαστικά όρια αφορούν τη διαδικασία της αναθεώρησης, η οποία πραγματοποιείται υπό πολύ αυστηρές προϋποθέσεις, και διέπονται από το σχετικά αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος Στόχος αυτών των περιορισμών είναι η αποφυγή συχνών αναθεωρήσεων, η διατήρηση της συνέχειας και της ιστορίας του Συντάγματος, η προστασία του δημοκρατικού, φιλελεύθερου και κοινοβουλευτικού χαρακτήρα του πολιτεύματος, της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας. Ειδικότερα, αναφορικά με τα ουσιαστικά όρια, πρόκειται για τον προαναφερόμενο σκληρό πυρήνα μη αναθεωρητέων διατάξεων, ο οποίος περιλαμβάνει δύο κατηγορίες διατάξεων: α) αυτές που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος ως Προεδρευομένης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Πιο συγκεκριμένα, προστατεύονται οι διατάξεις που αφορούν θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος, δηλαδή τη δημοκρατική, την προεδρευομένη και την κοινοβουλευτική μορφή του πολιτεύματος και επιπροσθέτως, τις βάσεις τους, δηλαδή την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, το αιρετό του Προέδρου της Δημοκρατίας και το κοινοβουλευτικό σύστημα, αντιστοίχως. Πρέπει να αναφερθεί συνοπτικά η απαγόρευση εισαγωγής στοιχείων προεδρικής υφής ως ζήτημα που έχει απασχολήσει πολλάκις τη θεωρία. Κάτι τέτοιο θα προσέκρουε στην κοινοβουλευτική αρχή, διότι θα συνυπήρχαν αυξημένες αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας μαζί με το εδραιωμένο κοινοβουλευτικό σύστημα με λιγότερες αρμοδιότητες συγκριτικά με αυτές που ανατίθενται στο Κοινοβούλιο με βάση το ισχύον Σύνταγμα. Ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας μετά το 1986 είναι καθαρά συμβολικός. Αποτελεί το ρυθμιστή του πολιτεύματος και έχει στάση υπερκομματική. Επίσης, η Κυβέρνηση είναι το μόνο αρμόδιο όργανο για τη χάραξη της γενικής πολιτικής της χώρας. Επιπροσθέτως, στο σκληρό πυρήνα εντάσσονται οι διατάξεις που αφορούν τον πολυκομματισμό, τους θεσμούς συμμετοχικής δημοκρατίας, τα δικαιώματα ομαδικής δράσης, όλα αυτά ως ενισχυτικά στοιχεία του πλουραλισμού της δημοκρατίας. Περαιτέρω, εντάσσεται ολόκληρος ο κατάλογος των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, καθώς και το δικαίωμα τρίτης γενιάς στο περιβάλλον. Οι διατάξεις περί δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση, λόγω του αυστηρού χαρακτήρα του Συντάγματος. Αν δεν προστατεύονταν, η νομοθετική εξουσία θα εξέδιδε νόμους κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων και αυτοί θα καθίσταντο δικαστικά ανέλεγκτοι. Αναφορικά με τη δυνατότητα εισαγωγής στο Σύνταγμα θεσμών ημιάμεσης δημοκρατίας, αυτό θα αντίκειτο στην κοινοβουλευτική αρχή και το αντιπροσωπευτικό σύστημα. β) Δεύτερη κατηγορία που εντάσσεται στο σκληρό πυρήνα αποτελούν οι ρητά απαριθμούμενες στο άρθρο 110 παρ. 1 διατάξεις (π.χ. η προστασία της αξίας του ανθρώπου της αρχής της ισότητας, της προσωπικής ελευθερίας, της διάκρισης των λειτουργιών). Σε γενικές γραμμές, κάθε διάταξη που νοηματικά διαδραματίζει ορισμένο ρόλο στη διαμόρφωση των ουσιωδών συστατικών του πολιτεύματος πρέπει να θεωρείται μη αναθεωρητέα. Οποιαδήποτε τροποποίηση είναι θεμιτή αρκεί να παραμένουν αλώβητα τα παραπάνω στοιχεία. Μία ενδεχόμενη αναθεώρηση της διάταξης του άρθρου 110 παρ. 1 θα έπληττε ό, τι αυτή θέλει να διασφαλίσει και θα αυτοαναιρούνταν η αυστηρότητά της. Ό, τι απαγορεύει έμμεσα, δεν μπορεί να γίνει άμεσα με την τροποποίηση ή της κατάργησή της. Η συστολή του σκληρού πυρήνα θα αποτελούσε πρόδηλη καταστρατήγηση του Συντάγματος. Η διαστολή του δεν θα έθιγε αυτό που θέλει να προστατεύσει ο συντακτικός νομοθέτης, αλλά αυτό δεν εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων του αναθεωρητικού νομοθέτη. Αναφορικά με τα διαδικαστικά όρια τη αναθεώρησης, αποκλειστικά αρμόδιο όργανο για την άσκηση της αναθεωρητικής λειτουργίας είναι η Αναθεωρητική Βουλή, η οποία διαφοροποιείται από το απλό νομοθετικό όργανο. Η αναθεωρητική διαδικασία πραγματοποιείται σε τρία στάδια: α) Η πρόταση περί αναθεώρησης υποβάλλεται στην ήδη υπάρχουσα Βουλή συνοδευόμενη από αιτιολογική έκθεση. Εν συνεχεία, διαπιστώνεται η ανάγκη διεξαγωγής της αναθεώρησης για συγκεκριμένες διατάξεις και συστήνεται Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή Αναθεώρησης. Η απόφαση λαμβάνεται σε δύο διαφορετικές ψηφοφορίες, οι οποίες απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον ένα μήνα (ώριμος χρόνος) με πλειοψηφία είτε των 3/5 του όλου αριθμού των Βουλευτών (180/300), είτε την απόλυτη πλειοψηφία (151/300). β) Λαμβάνει χώρα η διεξαγωγή γενικών βουλευτικών εκλογών για ανάδειξη της Αναθεωρητικής Βουλής (ενεργοποίηση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας). Ο λαός παίρνει έμμεσα θέση και ψηφίζει τους αντιπροσώπου του. γ) Εξετάζεται από την Αναθεωρητική Βουλή η πρόταση της πρώτης Βουλής. Η Αναθεωρητική Βουλή δέχεται ή απορρίπτει εν όλω την πρόταση. Τηρείται υποχρεωτικά ο κατάλογος των διατάξεων που κατατέθηκε στην πρώτη Βουλή (δεν δύναται να αναθεωρηθεί διάταξη, η οποία δεν υπήρχε στον κατάλογο. Μπορεί, όμως, να μην αναθεωρηθεί διάταξη που υπήρχε στον κατάλογο), αλλά η Αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύεται ως προς το περιεχόμενο που έδωσε η πρώτη Βουλή στις προς αναθεώρηση διατάξεις. Στη συνέχεια, ψηφίζεται η αναθεώρηση. Η πλειοψηφία που απαιτείται εξαρτάται από εκείνη με την οποία ελήφθη η απόφαση περί αναθεώρησης της πρώτης Βουλής. Αν εκείνη ελήφθη με πλειοψηφία των 3/5, αρκεί για τη λήψη απόφασης της Αναθεωρητικής Βουλής η απόλυτη πλειοψηφία (151/300) και αντιστρόφως. Η αναθεώρηση πραγματοποιείται για κάθε διάταξη ξεχωριστά και κάθε ψηφιζόμενη αναθεώρηση δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εντός δεκαήμερης προθεσμίας. Τέλος, ττίθεται σε ισχύ με ειδικό ψήφισμα της Αναθεωρητικής Βουλής. Αναφορικά με τη δυνατότητα αναθεώρησης των διατάξεων του άρθρου 110 παρ. 2 – 6, οι εν λόγω διατάξεις δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση αν θίγεται ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος. Επιτρέπεται απλούστευση της διαδικασίας εντός των ορίων που θέτει το Σύνταγμα, διατηρώντας αλώβητα τα ουσιώδη στοιχεία της αναθεωρητικής διαδικασίας (αυξημένες πλειοψηφίες, χρονικός περιορισμός, έκφραση αρχής λαϊκής κυριαρχίας μέσω βουλευτικών εκλογών, δύο διαδοχικές Βουλές). Απαγορεύεται η πραγματοποίηση της αναθεωρητικής διαδικασίας μέσω δημοψηφίσματος, διότι θα υποκαθίστατο το συνταγματικώς αποκλειστικό αρμόδιο όργανο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως προς την πρωτοβουλία εκκίνησης της αναθεωρητικής διαδικασίας και από το λαό ως προς τη διεξαγωγή της αναθεώρησης σε όλες τις φάσεις. Όσον αφορά το ζήτημα εάν επιτρέπεται ο δικαστικός έλεγχος της αναθεώρησης, πρέπει να αναφερθεί ότι ελέγχεται δικαστικά η ανάδειξη της Αναθεωρητικής Βουλής μέσω των βουλευτικών εκλογών από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. Περαιτέρω, είναι δυνατό να ελεγχθεί αν τηρήθηκαν τα ουσιαστικά όρια και δεν τα υπερέβη το αρμόδιο όργανο. Εάν δεν ελέγχονταν, ο αυστηρός χαρακτήρας που διέπει την αναθεωρητική λειτουργία στο σύνολό της, θα αναιρούνταν. Τα διαδικαστικά όρια αποτελούν interna corporis της Βουλής και είναι δύσκολο να ελεγχθεί δικαστικά αν τηρήθηκαν. Συμπερασματικά, η αναθεώρηση αντιμετωπίζεται ως ένα διαρκές πρόβλημα ερμηνείας του Συντάγματος. Για να διευκολύνεται η άσκηση της αναθεωρητικής λειτουργίας, η ερμηνεία των σχετικών διατάξεων πρέπει να πραγματοποιείται με γνώμονα τη βούληση του συντακτικού νομοθέτη και τη διατήρηση της ιστορίας, της συνέχειας και του αυστηρού χαρακτήρα του Συντάγματος.
Download PDF
View in repository
Browse all collections