Ο ρόλος των Ενόπλων Δυνάμεων στην άσκηση εξωτερικής και οικονομικής πολιτικής: το παράδειγμα της Ρωσίας

Βάσιος, Γεώργιος Κ.

2017

Την ίδρυση της Ρωσικής Ομοσπονδίας το 1991 ακολούθησε μια δεκαετία σοβαρής παρακμής, η οποία είχε σοβαρή επίπτωση στο αμυντικό οικοδόμημα της χώρας. Με την άνοδό του στην εξουσία, ο χαρισματικός πρόεδρος Βλάντιμιρ Πούτιν, εκμεταλλεύτηκε την ευνοϊκή οικονομική συγκυρία και ανέλαβε πρωτοβουλίες για την αποκατάσταση της στρατιωτικής ισχύος της χώρας. Οι αρχικές, αποσπασματικές προσπάθειες εντατικοποιήθηκαν μετά τα πενιχρά αποτελέσματα του πολέμου της Γεωργίας το 2008, με την ανάληψη μιας ριζοσπαστικής στρατιωτικής μεταρρύθμισης που σκοπό είχε την αναδιοργάνωση και τον επανεξοπλισμό του στρατεύματος και τον εκσυγχρονισμό της αμυντικής βιομηχανίας. Παρότι η διαδικασία βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και αντιμετωπίζει σοβαρές τεχνολογικές και οικονομικές προκλήσεις, τα θετικά αποτελέσματα είναι ήδη ορατά. Η αναβάθμιση της ισχύος των Ενόπλων Δυνάμεων έχει συνοδευτεί με στοχευμένες αλλαγές στη δομή διοικήσεως, ώστε να είναι ευχερέστερη η χρησιμοποίησή τους και με μια ανανεωμένη στρατιωτική στρατηγική, που ενσωματώνει συμβατικά, πυρηνικά και ασύμμετρα στοιχεία ισχύος με σκοπό την κατασκευή μιας περίπλοκης στρατιωτικής «εργαλειοθήκης» για την αντιμετώπιση κάθε πρόκλησης. Η Ρωσία ασκεί εξωτερική πολιτική με όρους ισχύος, στη βάση των αρχών του ρεαλισμού, επιζητώντας πρωτίστως τη διαφύλαξη του κύρους της και την αναγνώρισή της ως παγκόσμιας υπερδύναμης. Η προώθηση των ρωσικών επιδιώξεων τα τελευταία χρόνια, έχει στηριχθεί σε μια επιθετική εκδοχή της στρατιωτικής διπλωματίας, γεγονός που δεν θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη δεδομένου ότι οι λοιποί δείκτες σκληρής ισχύος της χώρας βρίσκονται σε ύφεση. Η στρατιωτική διπλωματία εκδιπλώνεται σε όλες τις εκφάνσεις της: παραβάσεις, παραβιάσεις, επιδείξεις δύναμης, ασκήσεις μεγάλης κλίμακας, συνεκπαιδεύσεις με άλλους στρατούς, πολεμικά παίγνια, εγκαθίδρυση βάσεων εκτός συνόρων, εξαγωγές όπλων, στρατιωτικές επεμβάσεις υβριδικού (Κριμαία, Ουκρανία) και «αμερικανικού» τύπου (Συρία) κατευθύνονται κατά περίπτωση, έναντι φίλων και εχθρών, με μοναδικό γνώμονα την προάσπιση του ρωσικού συμφέροντος, όπως το αντιλαμβάνεται το Κρεμλίνο. Οι υπόψη δραστηριότητες πλαισιώνονται με τα κατάλληλα προπαγανδιστικά μηνύματα και προβάλλονται έντεχνα σε παγκόσμια κλίμακα, δια των ρωσικής επιρροής, μέσων ενημέρωσης και του διαδικτύου. Σκοπό έχουν στο εξωτερικό να απειλήσουν, να αποθαρρύνουν και να πειθαναγκάσουν τους αντιπάλους, να εξασφαλίσουν την αφοσίωση των φίλων και να προωθήσουν τις πωλήσεις όπλων, ενώ στο εσωτερικό να διατηρήσουν ένα πολεμικό κλίμα και μια αίσθηση επαπειλούμενου κινδύνου, προκειμένου να μεγιστοποιήσουν την υποστήριξη του λαού στο καθεστώς και να «νομιμοποιήσουν» τις δαπάνες της στρατιωτικής μεταρρύθμισης. Οι ρωσικές γεωπολιτικές επιδιώξεις είναι ποικίλες στη μορφή και παγκόσμιες στην έκταση. Σε διαφορετικές περιοχές, επιδιώκονται διαφορετικοί στόχοι ενώ δεν συγκροτούνται σταθερές συμμαχίες αλλά ακολουθείται μια ευέλικτη εξωτερική πολιτική που προσβλέπει στη δημιουργία συνασπισμών με τον κατάλληλο κάθε φορά εταίρο. Στην Κ. Ασία, με όργανο τον CSTO επιδιώκεται η διατήρηση των κρατών υπό ρωσική επιρροή και η αποτροπή ισλαμιστικών εξεγέρσεων. Στη Μ. Ανατολή και στη Β. Αφρική, με άξονα την εκστρατεία στη Συρία, καταβάλλεται προσπάθεια εδραίωσης της ρωσικής παρουσίας και αύξησης των πωλήσεων όπλων. Στην Ασία προωθείται η συνεργασία με την Κίνα, την Ινδία και άλλες σύμμαχες χώρες, για την εξισορρόπηση της αμερικανικής ηγεμονίας. Στην Ευρώπη, στρατηγικό στόχο συνιστά η πολιτική ή/και στρατιωτική κυριαρχία επί των χώρων του «εγγύς εξωτερικού». Η προσπάθεια δυτικοποίησης της Ουκρανίας, οδήγησε στη διάρρηξη των σχέσεων Ρωσίας - Δύσης. Η διατήρηση της εστίας της έντασης ενεργής, εξυπηρετεί συγκεκριμένες ομάδες συμφερόντων, όμως στο γενικότερο πλαίσιο κρίνεται αντιπαραγωγική. Η ομαλοποίηση των σχέσεων είναι σκόπιμη και αναγκαία, επί του παρόντος όμως οι προσδοκίες είναι χαμηλές. Στο άμεσο μέλλον, εκτιμάται ότι η Ρωσία θα προσπαθήσει να αποφύγει μια άμεση στρατιωτική εμπλοκή, πλην περιπτώσεων αναλόγων της Συρίας, όπου με μικρό ρίσκο, δύναται να επιτύχει πολλαπλά οφέλη. Σε ότι αφορά στην Ελλάδα, οι σχέσεις με τη Ρωσία είναι φιλικές, όχι στρατηγικά εναρμονισμένες, ενώ προσδιορίζονται από την ιδιότητα της χώρας μας ως μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Η εντεινόμενη ρωσοτουρκική συνεργασία, είναι αναγκαίο να παρακολουθείται στενά, για την αποφυγή πολιτικού και στρατιωτικού αιφνιδιασμού. Τέλος, η ρωσική στρατιωτική μεταρρύθμιση δύναται να αποτελέσει χρήσιμο οδηγό για την αναδιοργάνωση και εκσυγχρονισμό των ελληνικών ΕΔ.

Download PDF

View in repository

Browse all collections