Διάστημα και Ελλάδα: στρατηγική στόχευση της χώρας

Πατσαρίζης, Ζήσης Δ.

2021

Στις 04 Οκτωβρίου 1957, η Σοβιετική Ένωση έθεσε σε τροχιά γύρω από τη Γη, τον πρώτο τεχνητό δορυφόρο τον Sputnik 1, σηματοδοτώντας την έναρξη του ανταγωνισμού για τον έλεγχο του Διαστήματος. Οι πρωτόγνωρες δυνατότητες που πρόσφερε η νέα αυτή τεχνολογία, προσέδιδε μοναδικά στρατηγικά πλεονεκτήματα, επαυξάνοντας τις στρατιωτικές ικανότητες. Στις πρώτες δεκαετίες, η επένδυση στις διαστημικές τεχνολογίες, λόγω της εξεζητημένης τεχνογνωσίας αλλά και των τεράστιων οικονομικών απαιτήσεων που είχαν σαν προϋπόθεση, αφορούσε μόνο τους πολύ ισχυρούς διεθνείς δρώντες και συγκεκριμένα τις κυβερνητικές υπηρεσίες τους. Η είσοδος τα τελευταία χρόνια στο χώρο, μη κρατικών φορέων και εταιρειών και η αξιοποίηση της διαστημικής τεχνολογίας και για εμπορικούς σκοπούς, πέραν των στρατιωτικών, επέφερε ακόμα μεγαλύτερες εξελίξεις και διεύρυνση των παρεχόμενων προϊόντων και εφαρμογών που δύναται να αξιοποιηθούν. Η επιλογή μιας χώρας αναφορικά με το βαθμό που θα αναπτύξει και θα εντάξει στις δομές της τις σύγχρονες διαστημικές τεχνολογίες, τις προτεραιότητες του κάθε σταδίου αυτής της διαδικασίας καθώς και ο τρόπος που θα επιχειρήσει να το επιτύχει, λαμβάνοντας υπόψη τις πολιτικές, εμπορικές, στρατιωτικές ανάγκες και τους διαθέσιμους πόρους, αποτελούν τη στρατηγική στόχευση της χώρας στο διαστημικό τομέα. Η επιλογή της προσφορότερης διαστημικής στρατηγικής, αποτελεί τελικά μια πολυπαραγοντική συνάρτηση απαιτήσεων και δεδομένων. Για την διαμόρφωση αντίληψης ως προς την πλέον ενδεδειγμένη διαστημική στρατηγική, που πρέπει να υιοθετήσει η Ελλάδα, τα επόμενα χρόνια, εξετάσθηκαν τα δορυφορικά προγράμματα και η στρατηγική προσέγγιση μεγάλων διεθνών δρώντων όπως οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα, αλλά και χώρες, που επιδρούν στο γεωπολιτικό μας περιβάλλον, όπως η Τουρκία, η Αίγυπτος, το Ισραήλ και τα ΗΑΕ και δυνητικά μας επηρεάζουν είτε ως απειλή είτε στο πλαίσιο συνεργασιών και συμμαχιών. Παράλληλα εξετάσθηκαν οργανισμοί που μετέχει η χώρα μας, όπως το ΝΑΤΟ και ΕΕ. Για τις χώρες ενδιαφέροντος της περιοχής μας, ιδιαίτερα, πέραν των δορυφορικών προγραμμάτων που έχουν αναπτύξει ή πρόκειται να θέσουν στο άμεσο μέλλον σε λειτουργία, εξετάστηκαν συγκριτικά και οι επιμέρους οικονομικοί τους δείκτες, όπως το ΑΕΠ, το ποσοστό των δαπανών για την Άμυνα, οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη, το ποσοστό υψηλής κατάρτισης επαγγελματιών, η επιχειρηματικότητα καθώς και οι άμεσες ξένες επενδύσεις. Παρά το γεγονός ότι η επένδυση σε διαστημικές τεχνολογίες παραμένει ένα εγχείρημα με υψηλό κόστος και απαιτεί εξεζητημένη τεχνογνωσία και υποδομές για να υλοποιηθεί σε εθνικό επίπεδο, η Ελλάδα διαθέτει χαρακτηριστικά που τις προσδίδουν θετική προοπτική σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Συμπερασματικά, η χάραξη της Ελληνικής διαστημικής στρατηγικής, θα πρέπει να γίνει στο πλαίσιο μιας σαφώς καθορισμένης εθνικής διαστημικής πολιτικής. Τα επιμέρους προγράμματα και δράσεις που θα περιλαμβάνει, μπορούν να ταξινομηθούν και να προτεραιοποιηθούν σε ενδιάμεσες φάσεις, που ενδεικτικά μπορεί να καθορίζονται σε βάθος δεκαετίας. Παράλληλα έχοντας ως γνώμονα, την σταδιακή επίτευξη υψηλού βαθμού αυτονομίας, ανάπτυξης εθνικών καινοτόμων βιομηχανικών προϊόντων αλλά και επαύξησης της αμυντικής ισχύος της χώρας, θα πρέπει να εξασφαλίζουν υψηλού βαθμού μεταφορά τεχνογνωσίας μέσα από στοχευμένες συνεργασίες και δράσεις.

Download PDF

View in repository

Browse all collections