Η γερμανική επίθεση στην Ελλάδα: ελληνικές και γερμανικές στρατηγικές
Παπαγεωργίου, Γεώργιος Θ.
2017
Η Ελλάδα ενεπλάκη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, λόγω της ιταλικής επίθεσης, η οποία ήταν δύσκολο να αποφευχθεί, δεδομένης της γενικότερης αναταραχής και πολεμικής εμπλοκής στο εγγύς αλλά και ευρύτερο περιβάλλον του γεωστρατηγικού ενδιαφέροντος της χώρας, αλλά και της κομβικής γεωστρατηγικής της θέσεως. Η γερμανική επίθεση που ακολούθησε έξι μήνες αργότερα, σηματοδότησε την τριπλή κατοχή της χώρας για τρεισήμισι χρόνια. Η Ελλάδα το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε της γερμανικής επίθεσης, αλλά και όταν αυτή εκδηλώθηκε, ακολούθησε στρατηγικές προσαρμοσμένες στο γεωπολιτικό περιβάλλον, με γνώμονα το εθνικό της συμφέρον. Η ελληνική ηγεσία επεδίωξε την αποφυγή της πολεμικής σύρραξης και όταν αυτό δεν κατέστη δυνατό προσπάθησε μέσω συμμαχιών και κυρίως βασισμένη στις πήγες ισχύος της χώρας να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των προκλήσεων που αντιμετώπιζε. Αντίστοιχα η γερμανική στρατηγική απέναντι στη χώρα μας, ευθυγραμμίστηκε στην γενικότερη στρατηγική του Άξονα απέναντί στις μικρότερες ευρωπαϊκές δυνάμεις, συσχετισμένη άμεσα με την υψηλή στρατηγική της Γερμανίας εκείνης της εποχής. Η Γερμανία ως η ανερχόμενη υπερδύναμη της εποχής, περιέλαβε την Ελλάδα ως στρατηγικό στόχο στην περιοχή, που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και τους στρατηγικούς στόχους που είχε θέσει στην Α. Μεσόγειο αρχικά και στην Α. Ευρώπη στη συνέχεια. Η Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Β΄ ΠΠ δεν ήταν ανεξάρτητη μεταβλητή στον ηγεμονικό πόλεμο του Άξονα στην Ευρώπη. Η χώρα επηρεάζονταν άμεσα από τα συμφέροντα των Υπερδυνάμεων με τον αγγλοσαξονικό άξονα να λειτουργεί εξισορροπητικά στην ευρωπαϊκή ήπειρο έναντι της ναζιστικής Γερμανίας. Η Ελλάδα βρίσκεται στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, διαθέτει μικρό στρατηγικό βάθος και ήταν ικανή να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά έναν ισχυρό αντίπαλο για περιορισμένο χρονικά διάστημα. Ο αγώνας της για εθνική ασφάλεια και ο ρόλος της στον ανταγωνισμό για επικράτηση στην ευρωπαϊκή ήπειρο την ανέδειξε σε ρυθμιστικό παράγοντα, λόγω κυρίως της γεωγραφικής της θέσης, αλλά και της στρατηγικής της επιλογής να σταθεί στο πλευρό των Δυτικών Συμμάχων. Η θεσμική οργάνωση της Ελλάδας, κυρίως λόγω του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου 1936, προετοίμασε τη χώρα για την ένοπλη σύγκρουση που θα γίνονταν στον ευρωπαϊκό χώρο. Η περίοδος κρίσης ανέδειξε το ρόλο της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας, οι οποίες κλήθηκαν να ανταποκριθούν στις ιστορικές απαιτήσεις. Οι δύο ηγεσίες κατόρθωσαν να θεμελιώσουν «θεωρία νίκης» για την Ελλάδα μέσα από τις στρατιωτικές επιτυχίες και κυρίως την επιλογή συμμάχων. Η ανάλυση του διεθνούς συστήματος της εποχής έγινε με γνώμονα τους διεθνείς κανόνες που ήταν σε ισχύ, το εθνικό συμφέρον και τις προσωπικές πεποιθήσεις των ηγετών. Η στρατιωτική υπεροχή του αντιπάλου με την είσοδο της Γερμανίας στη σύρραξη και ο θάνατος του πολιτικού ηγέτη της χώρας Ι. Μεταξά, δεν επέτρεψαν την ολοκλήρωση της εθνικής στρατηγικής την οποία διαμόρφωσαν. Γενικότερα σε εποχές κρίσης με τον παράγοντα «ηγέτης» να παίζει υψηλό ρόλο στη διαμόρφωση και κυρίως στην εφαρμογή της στρατηγικής, η Ελλάδα στερήθηκε το πολιτικό πρόσωπο που εφάρμοζε τη υψηλή στρατηγική της. Στον αντίποδα στη Γερμανία, με τη πολιτική ηγεσία να βρίσκεται στο απόγειο της, η στρατηγική συνθέτονταν και εφαρμόζονταν στην απόλυτη μορφή. Η προσπάθεια της Ελλάδας να μεταβάλει το σε βάρος της συσχετισμό δυνάμεων που δημιουργούνταν από τη γερμανική απειλή, έγινε με επιλογή ως συμμάχου της Υπερδύναμης Βρετανίας που θεωρήθηκε ότι θα λειτουργούσε ως πολλαπλασιαστής ισχύος για την Ελλάδα. Η συγκεκριμένη επιλογή, δεν δικαιώθηκε πρωτογενώς καθώς η στρατιωτική συνδρομή που έλαβε ήταν κατώτερη των προσδοκιών, αλλά αποδείχθηκε στρατηγικά ορθή καθώς μέσα από την εξέλιξη των γεγονότων η Δυτική Συμμαχία επικράτησε στον πόλεμο. Η Γερμανία ως αναθεωρητική Υπερδύναμη της εποχής, διαμόρφωσε τη δική της «θεωρία νίκης», μέσα από δική της ανάλυση του διεθνούς συστήματος, υπό το πρίσμα των κανόνων που ήθελε να αλλάξει, το εθνικό της συμφέρον και κυρίως των πολιτικών και ιδεολογικών αντιλήψεων της ηγεσίας της. Η διαχρονική θεωρητική αρχή του Θουκυδίδη κατά την οποία ο ισχυρός επιβάλει τη θέληση του (δίκαιο) και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του επιτρέπει η αδυναμία του, στην περίπτωση της γερμανικής επίθεσης εναντίον της Ελλάδας δε βρίσκει την απόλυτη εφαρμογή. Ενώ «λειτουργεί» ως προς το πρώτο σκέλος του ισχυρού (Γερμανία), δεν ανταποκρίνεται στο δεύτερο που αφορά τον αδύνατο, καθώς ο τελευταίος (Ελλάδα) επιλέγει να μην υποχωρήσει παρά την επίγνωση της αδυναμίας του. Η διπλωματία του καταναγκασμού, μέσω της πειθαναγκαστικής προσέγγισης που επιλέγει η Γερμανία εξελίσσεται σε χρήση βίας με σκοπό την επιβολή της θέλησης της. Η διαφορά στο συσχετισμό ισχύος μεταξύ της Ελλάδας και της Γερμανίας, λειτουργεί καταλυτικά υπέρ της Υπερδύναμης, περιορίζοντας δραματικά τις στρατηγικές επιλογές του αδυνάτου. Τα κίνητρα και η αιτιολόγηση των αποφάσεων που λαμβάνονταν από την ελληνική πλευρά μεταβάλλονταν ανάλογα με την εκάστοτε εξωτερική κατάσταση. Η τελευταία άλλαζε στο επίπεδο της βρετανικής συνδρομής, των φαινομενικών προθέσεων του Άξονα και της ευμετάβλητης πολιτικής και στρατιωτικής κατάστασης στη Βαλκανική. Με την κύρια στρατιωτική προσπάθεια της Ελλάδας στο μέτωπο της Αλβανίας, η αντιμετώπιση της γερμανικής απειλής απαιτούσε πόρους και μέσα τα οποία υπερέβαιναν τις ελληνικές δυνατότητες. Σε επίπεδο συμμαχιών η Ελλάδα δεν κατόρθωσε να προσελκύσει χώρες όπως η Γιουγκοσλαβία και η Τουρκία με την ευθύνη να βαραίνει κυρίως τους Βρετανούς. Επιπρόσθετα δεν κατάφερε να πείσει τη Μ. Βρετανία να ενισχύσει αποτελεσματικά με στρατεύματα για την αντιμετώπιση της γερμανικής απειλής. Στρατηγικά η άμυνα της Ελλάδας από άποψη στρατιωτικής λογικής ήταν εσφαλμένη λόγω του κατακερματισμού των δυνάμεων σε δύο αμυντικές τοποθεσίες και της αδυναμίας να ανακόψει τη γερμανική εισβολή και να διαφυλάξει το εθνικό έδαφος. Από πολιτικής άποψης χαρακτηρίζεται ορθή καθόσον ως επίσημη ηγεσία, δεν εγκατέλειψε εθνικό έδαφος χωρίς αντίσταση, δεν συνθηκολόγησε με τους Ιταλούς και τήρησε κοινή στάση στο πλευρό των Βρετανών. Αυτή ήταν η εθνική στρατηγική που είχε χαραχθεί στο ανώτατο επίπεδο, με σκοπό τη διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας και της ανεξαρτησίας της χώρας. Το εθνικό συμφέρον επέβαλε η χώρα να σταθεί αλληλέγγυα στη Μεγάλη Βρετανία στο διεξαγόμενο πόλεμο, να εκπληρώσει ως σύμμαχος μέχρι τέλους τις υποχρεώσεις της, οποιοδήποτε και αν ήταν το κόστος, όσο βαρύ και αν ήταν αυτό και τέλος να ελπίζει και να πιστεύει ότι και η Μεγάλη Βρετανία θα έκανε το ίδιο. Η ιστορική μεταπολεμική πραγματικότητα δικαίωσε τη συγκεκριμένη εθνική στρατηγική κατατάσσοντας την Ελλάδα στο πλευρό των νικητών και αναδεικνύοντας το γεωπολιτικό της στίγμα στο δυτικό κόσμο.
Download PDF
View in repository
Browse all collections