Η πρόσφατη νομολογία για τη διεθνή δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Μοράκου, Σοφία Π.
2016
Ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας στην ΕΕ σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις είναι η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης. Η ενίσχυση της αμοιβαίας αναγνώρισης δικαστικών αποφάσεων και η αναγκαία προσέγγιση των νομοθεσιών αποσκοπούν στη διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ των αρχών και στη δικαστική προστασία των ατομικών δικαιωμάτων. Ο τελικός στόχος της πολιτικής της αμοιβαίας αναγνώρισης είναι όλα τα είδη των δικαστικών αποφάσεων στον τομέα των αστικών και εμπορικών υποθέσεων να κυκλοφορούν ελεύθερα μεταξύ των κρατών μελών και έτσι να αναγνωρίζονται και να εκτελούνται σε άλλα κράτη μέλη (χωρίς ενδιάμεσα βήματα). Ένα βασικό στοιχείο στην εξέλιξη του δικαίου της ΕΕ από αυτήν την άποψη είναι η προοδευτική άρση των περιορισμών για την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων μεταξύ των δικαστικών συστημάτων των κρατών μελών. Η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων και η αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων στα πλαίσια της ευρωπαϊκής πολιτικής δικονομίας, και δη στο πεδίο των αστικών και εμπορικών υποθέσεων, απασχόλησε την ευρωπαϊκή έννομη τάξη ήδη από το 1968, με τη Σύμβαση των Βρυξελλών. Μεσολάβησαν τρεις και πλέον δεκαετίες διαρκών προσπαθειών στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης προκειμένου να ψηφιστεί και να εφαρμοστεί ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001, «Βρυξέλλες I», σύμφωνα με τον οποίο από θέσεως ισχύος του (01.03.2002) όλα τα κράτη-μέλη (συμπεριλαμβανομένης της αρχικώς εξαιρεθείσας Δανίας) δεσμεύονται να εφαρμόζουν κοινούς κανόνες δικαιοδοσίας, οι δε αποφάσεις που εκδίδονται δυνάμει αυτού αναγνωρίζονται και εκτελούνται ισότιμα σε όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη. Στις 21 Απριλίου 2009, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε πρόταση για την αναδιατύπωση του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001, διαπιστώνοντας προβλήματα που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια της οκταετούς εφαρμογής του. Αποτέλεσμα αυτής της νέας διαδικασίας ήταν εν τέλει η έγκριση του νέου Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215 της 12ης Δεκεμβρίου 2012, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, Κανονισμός «Βρυξέλλες Ibis». Ο ανωτέρω κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, με εξαίρεση φορολογικά, τελωνειακά ή διοικητικά ζητήματα, ή ζητήματα που αφορούν την κατάσταση ή την ικανότητα δικαίου φυσικών προσώπων, τις γαμικές διαφορές, τις διαθήκες και ζητήματα κληρονομικής διαδοχής. Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι το κενό αυτό καλύπτεται εν μέρει με τη θέσπιση του κανονισμού 2201/2003, μέσω του οποίου επιτυγχάνεται η θεσμοθέτηση κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας, αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων σε αστικές υποθέσεις που σχετίζονται με το διαζύγιο, το δικαστικό χωρισμό, την ακύρωση γάμου («γαμικές διαφορές») και τη γονική μέριμνα. Αντιθέτως, δεν ασχολείται με τους λόγους διαζυγίου ή το εφαρμοστέο δίκαιο σε υποθέσεις διαζυγίων ή σε συναφή θέματα, όπως οι υποχρεώσεις διατροφής, οι περιουσιακές συνέπειες του γάμου και ζητήματα της κληρονομικής διαδοχής. Οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 3 καθορίζουν το κράτος μέλος του οποίου τα δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία και τον τρόπο με τον οποίο οι αποφάσεις διαζυγίου που εκδίδονται σε ένα κράτος μέλος αναγνωρίζονται από τις αρχές των υπολοίπων κρατών μελών αλλά όχι το δικαστήριο το οποίο είναι αρμόδιο στο εσωτερικό αυτού του κράτους μέλους. Το εθνικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους είναι αυτό που καθορίζει ποιά δικαστήρια είναι αρμόδια για τις ανωτέρω υποθέσεις. Συνεπώς, σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η ενδελεχής διερεύνηση της πρόσφατης νομολογίας του ΔΕΕ αναφορικά με τη διεθνή δικαιοδοσία-αναγνώριση-εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων σε ζητήματα αστικών και εμπορικών υποθέσεων (αποφάσεις C-649/13, C-375/13 και C-297/14 κλπ) στο πλαίσιο του κανονισμού 44/2001 εν συναρτήσει με την εξέταση της πρόσφατης νομολογίας του ΔΕΕ αναφορικά με τη διεθνή δικαιοδοσία-αναγνώριση-εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων σε ζητήματα γονικής μέριμνας και γαμικών διαφορών (αποφάσεις C-296/10, C-656/13, C-498/14PPU και C-455/15PPU κλπ) για να διακριβωθούν τυχόν σημεία αλληλεπίδρασης-διάδρασης ή και διαφοροποίησης στην ερμηνεία και εφαρμογή των δύο κανονισμών ανάλογα με το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής εκάστου εξ αυτών, καθώς ο πρώτος καταλαμβάνει πλήρως και τις υποθέσεις χρηματοπιστωτικού και τραπεζικού δικαίου και τα σχετικά συμπεράσματα θα ισχύουν κανονικώς και για τις υποθέσεις αυτές.
Download PDF
View in repository
Browse all collections