Ο ύστερος καπιταλισμός κατά τη θεσμική σχολή (Th. Veblen) και την όψιμη φιλελεύθερη πολιτική οικονομία (J. A. Hobson)

Κελεμένης, Νικόλαος Π.

2013

Στόχος μας στην παρούσα διατριβή είναι η ανακατασκευή των κοινωνικοθεωρητικών επιχειρημάτων του Thorstein Veblen ως θεμελιωτή της «Θεσμικής Σχολής της Οικονομίας», και του John A. Hobson ως εκπροσώπου του όψιμου φιλελευθερισμού και συγκεκριμένα του ριζοσπαστικού ρεύματος του «Νέου Φιλελευθερισμού». Ειδικότερα, ερευνούμε την ερμηνεία και κριτική αποτίμησή τους για τις πολιτικοοικονομικές μεταβολές που υφίσταται η νεωτερική κοινωνία αφ' ης στιγμής ωριμάζει η κεφαλαιοκρατική οικονομία εν μέσω υφερπουσών συστημικών κρίσεων και αναδύεται ο επονομαζόμενος κλασικός ιμπεριαλισμός επαπειλώντας τον πρώτο γενικευμένο πόλεμο της παγκόσμιας ιστορίας. Παρά τις μεθοδολογικές διαφορές τους –στις οποίες έχει δοθεί η δέουσα προσοχή–, τα δύο επιχειρήματα συγκροτούν ένα κοινό τόπο, με σημασία που υπερβαίνει, θεωρούμε, τον ιστορικό ορίζοντα της διαμόρφωσής του. Μία ένδειξη για αυτό τον κοινό τόπο παρέχεται, όχι δίχως ιδεολογική χροιά, στην καθιερωμένη ιστορία των οικονομικών ιδεών όπου αμφότεροι καταγράφονται ως αιρετικοί ή ετερόδοξοι οικονομολόγοι. Σε επίπεδο μεθόδου, η εν λόγω ετεροδοξία προσδιορίζεται από τις ακόλουθες παραδοχές. Πρώτον, τη θεώρηση της οικονομικής διάστασης της κοινωνίας ως καθοριστικής για τη διάρθρωση και τη δυναμική της και ως εκ τούτου την ένταξη της κοινωνικής θεωρίας στο πλαίσιο της κλασικής πολιτικής οικονομίας και των κριτικών της. Δεύτερον, την απόκλιση από το ελεύθερο αξιών πρότυπο κοινωνικής επιστήμης και κατά συνέπεια την επεξεργασία, ρητά ή σιωπηρά, ενός συνόλου αξιών εναλλακτικού προς την κοινωνία της αγοράς. Τρίτον, τη ρήξη με τη νεοκλασική ορθοδοξία και ταυτόχρονα μία αμφίσημη αποστασιοποίηση από τη μαρξιστική παράδοση. Στη βάση αυτή, προκύπτει η κρίσιμη συμβολή αμφότερων των στοχαστών στην ερμηνεία της μετάβασης στο ιμπεριαλιστικό κράτος σε συνάρτηση προς την ωρίμανση της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας, ως διαδικασία που αναφέρεται στο βάθεμα της εκμηχανισμένης παραγωγής, τις εγγενείς στην κεφαλαιακή συσσώρευση επαναλαμβανόμενες κρίσεις, τον σχηματισμό μονοπωλιακών αγορών και την επέκταση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Προς αυτή την κατεύθυνση, ο Hobson κατασκευάζει μία συμπαγή θεωρία για τον ιμπεριαλισμό η οποία εστιάζει στις οικονομικές αιτίες του φαινομένου και στο πρακτικό επίπεδο εισηγείται μία σοσιαλδημοκρατική ρύθμιση της κεφαλαιοκρατίας. Το αδύνατο σημείο της θεωρίας εντοπίζεται στην ασυνέπεια αναφορικά με την εμπλοκή μη οικονομικών κινήτρων στην ιμπεριαλιστική πολιτική και τη σχέση των χρηματοδοτικών συμφερόντων έναντι του προβλήματος της ειρήνευσης και του πολέμου. Mε σχετικά διαφορετικό τρόπο, αλλά σε συνομιλία με τη θεωρία του Hobson, η μελέτη του κλασικού ιμπεριαλισμού από τον Veblen δεν συγκροτείται ως αυτόνομο πεδίο έρευνας εντός της θεσμικής κοινωνικής θεωρίας. Σε πρώτο χρόνο, εξετάζεται παρενθετικά από τη σκοπιά της υπαγωγής, τρόπον τινά, του νεωτερικού κράτους στους εν γένει φορείς του κεφαλαιοκρατικού συμφέροντος· σε δεύτερο χρόνο, επικαλύπτεται από την κοινωνιολογική μελέτη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Στην τελευταία του εκδοχή, το ζήτημα αποκτά το διευρυμένο περιεχόμενο του αιτιακού πλέγματος που ακυρώνει τις δυνατότητες τις οποίες έχει αναδείξει η νεωτερικότητα για την εδραίωση μίας μόνιμης ειρήνης. Εν προκειμένω υποδηλώνεται η επαναστατική άρση της κεφαλαιοκρατίας και του σύγχρονου εθνικού κράτος.

Download PDF

View in repository

Browse all collections