Οι επιπτώσεις της βιομηχανικής συγκέντρωσης, της διαφοροποίησης των προϊόντων και της αποτελεσματικότητας στην κερδοφορία των επιχειρήσεων

Παπαδόπουλος, Αθανάσιος Ι.

2016

Οι αιτίες των υπερκερδών έχουν διερευνηθεί από μια σειρά θεωρητικών και εμπειρικών μελετών της βιομηχανικής οικονομικής και της οικονομικής των επιχειρήσεων. Διαφορετικές προσεγγίσεις έχουν αναπτυχθεί ως προς αυτό το θέμα. Σύμφωνα με το υπόδειγμα της Δομής - Συμπεριφοράς - Απόδοσης (SCP), οι μεγάλες επιχειρήσεις σε αγορές με υψηλή συγκέντρωση έρχονται σε συμφωνία μεταξύ τους με σκοπό να επιβάλουν υψηλότερες τιμές εις βάρος των καταναλωτών με αποτέλεσμα να αποκομίζουν μονοπωλιακά κέρδη (Mason, 1939, Bain, 1951, Stigler, 1964). Αντίθετα με αυτές τις απόψεις, η θεωρία της σχετικής δύναμης στην αγορά (RM) υποστηρίζει ότι οι επιχειρήσεις που έχουν μεγάλο μερίδιο στην αγορά μπορούν να επωφελούνται από υπερκέρδη, γιατί προσφέρουν διαφοροποιημένα προϊόντα, για τα οποία οι πελάτες είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν υψηλότερες τιμές (Shepherd, 1982, Rhoades, 1985). Μια τρίτη, η προσέγγιση της αποτελεσματικής δομής (ES) επικρίνει τις προηγούμενες δύο προσεγγίσεις, υποστηρίζοντας ότι τα υψηλότερα κέρδη και μερίδια αγοράς οφείλονται στη ανωτερότητα ορισμένων επιχειρήσεων ως προς την αποτελεσματικότητα, η οποία τους επιτρέπει να πωλούν και σε χαμηλότερες τιμές στην αγορά και να έχουν υψηλότερα κέρδη (Demsetz, 1973, Peltzman, 1977). Στην περίπτωση αυτή, όμως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η βιομηχανική συγκέντρωση συνεπάγεται ευνοϊκότερες τιμές για τους καταναλωτές και υψηλότερα κέρδη για τους παραγωγούς (Berger, 1995). Σε αντίθεση με όλες τις παραπάνω αντιλήψεις, η θεωρία της ήσυχης ζωής (QL) που προτείνει ο Hicks (1935) αναγνωρίζει την πιθανότητα μιας αρνητικής σχέσης μεταξύ της συγκέντρωσης και της αποτελεσματικότητας. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, η μείωση του ανταγωνισμού μειώνει τα κίνητρα των επιχειρήσεων για αύξηση της απόδοσης τους με αποτέλεσμα τη μείωση της αποδοτικότητας και την αύξηση του κόστους στο σύνολο σχεδόν του κλάδου. Στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης, αρκετές εμπειρικές έρευνες επιχείρησαν να ελέγξουν την εγκυρότητα των υποθέσεων σχετικά με τις αιτίες υπερκερδών (Berger, 1995, Berger και Hannan, 1998, Garcia, 2012, Setiawan, 2012, Azzam και Rettab, 2013), χρησιμοποιώντας παραδοσιακές οικονομικές μεθόδους. Με άξονα αυτές τις θεωρητικές και εμπειρικές εργασίες, θα επιχειρήσουμε να διασαφηνίσουμε τις σχέσεις μεταξύ της βιομηχανικής συγκέντρωσης, της διαφοροποίησης, της αποτελεσματικότητας και της κερδοφορίας στον κλάδο παραγωγής ελαιολάδου στην Ελλάδα. Ειδικότερα, θα εκτιμήσουμε την αποτελεσματικότητα με τη μέθοδο της DEA bootstrap που έχει προτείνει ο Simar και Wilson (2002), η οποία παρέχει έγκυρες εκτιμήσεις της αποτελεσματικότητας. Στη συνέχεια θα εξετάσουμε κατά πόσο τα υπερκέρδη στις ελληνικές επιχειρήσεις παραγωγής ελαιολάδου οφείλονται στη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή στη μεγαλύτερη δύναμη στην αγορά. Δεδομένης της αλληλεπίδρασης μεταξύ της κερδοφορίας, της βιομηχανικής συγκέντρωσης, της διαφοροποίησης και της αποτελεσματικότητας, η παρούσα εργασία χρησιμοποιεί τη μέθοδο των δικτύων Bayesian και τη μοντελοποίηση Μερικών Ελάχιστων Τετραγώνων (PLS) μέσω δομικών εξισώσεων (SEM), προκειμένου να ελέγξει την κατεύθυνση αιτιότητας μεταξύ των μεταβλητών ενδιαφέροντος, με σκοπό να αποτιμήσει τη στατιστική τους σημαντικότητα. Οι μέθοδοι αυτοί προσφέρουν, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία (Wu, 2012), μια ελκυστική εναλλακτική προσέγγιση έναντι των παραδοσιακών οικονομετρικών τεχνικών, οι οποίες παρέχουν συνεπείς εκτιμήσεις μόνο όταν υπάρχει ένας ικανοποιητικός αριθμός εξωγενών και ταυτόχρονα σχετικών βοηθητικών μεταβλητών και πληρούνται οι αυστηρές παραδοχές για το μεγάλο μέγεθος του δείγματος και την κατανομή των δεδομένων. Η διπλωματική εργασία ολοκληρώνεται σε τέσσερα κεφάλαια. Κατ’ αρχήν παρουσιάζουμε τα κύρια χαρακτηριστικά και τις προοπτικές ανάπτυξης της παραγωγής ελαιολάδου στην Ελλάδα. Στο επόμενο κεφάλαιο προχωρούμε σε μια σύντομη επισκόπηση των θεωρητικών και εμπειρικών εργασιών, οι οποίες διερευνούν τις αιτίες υπερκερδών. Στη συνέχεια, εξηγούμε τη μεθοδολογία και συγκεκριμένα τις τεχνικές μέτρησης της αποτελεσματικότητας (Bootstrap DEA), τις μεθόδους ελέγχου αιτιότητας μεταξύ των μεταβλητών ενδιαφέροντος (Bayesian networks), και τις τεχνικές εκτίμησης του δομικού μοντέλου (partial least squares path modeling), οι οποίες χρησιμοποιούνται στην παρούσα μελέτη. Τέλος, στο τέταρτο κεφάλαιο ακολουθεί η παρουσίαση των εμπειρικών ευρημάτων και η συναγωγή συμπερασμάτων.συμπερασμάτων.\r\n

Download PDF

View in repository

Browse all collections