Τα ερμηνευτικά προβλήματα του άρθρου 110 για την αναθεώρηση του Συντάγματος

Γιαννόπουλος, Δημήτριος Δ.

2021

Η διαδικασία τροποποίησης, συμπλήρωσης ή προσθήκης, αντικατάστασης ή κατάργησης διατάξεων του Συντάγματος συνιστά τη θεσμική λειτουργία της Αναθεώρησης, η οποία διέπεται από τις ρυθμίσεις του άρθρου 110 παρ.1 έως 6. Συγκεκριμένα, στην παρ.1 χαράσσονται τα ουσιαστικά όρια της αναθεωρητικής λειτουργίας περί προστασίας της “βάσης” και της “μορφής” του Πολιτεύματος, δύο όρων που δημιουργούν το πρώτο ερμηνευτικό ζήτημα του άρθ.110, προκειμένου να διαπιστώσουμε ποιες διατάξεις συνθέτουν το νόημά τους αλλά και ποιες είναι άμεσα συναπτόμενες με αυτούς και, άρα, δεν αναθεωρούνται. Ακολούθως, τίθεται το ζήτημα της ανάλυσης των οκτώ (8) ειδικώς απαριθμουμένων διατάξεων στην ίδια παράγραφο, οι οποίες προστατεύονται επίσης από την αναθεωρητική εξουσία. Τα προβλήματα ερμηνείας αυξάνονται προχωρώντας στην προσέγγιση των λοιπών (2-6) παραγράφων που χαράσσουν τα διαδικαστικά όρια της αναθεώρησης του Συντάγματος. Εν προκειμένω, έχει διατυπωθεί τόσο η άποψη ότι η “αναθεωρητική” Βουλή δεσμεύεται από την “προτείνουσα”, βάσει του συστήματος εναλλαγής των πλειοψηφιών των παρ.2-4 που υποδηλώνει την ισοκυρία των δύο Βουλών, όσο και η άποψη της απολύτου ελευθερίας της δεύτερης Βουλής για τον καθορισμό της κατεύθυνσης της αναθεώρησης, λόγω της νωπής λαϊκής εντολής που διαθέτει. Επί του θέματος, το ΣτΕ και το ΑΕΔ έχουν ταχθεί υπέρ της δυνατότητας ελέγχου τήρησης των κατευθυντήριων γραμμών της πρώτης Βουλής, στα πλαίσια του γενικότερου ελέγχου νομιμότητας της όλης διαδικασίας. Υπάρχει, ωστόσο, μέρος της θεωρίας του δικαίου που τάσσεται κατά του δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας της αναθεώρησης, καθώς αυτός συνεπάγεται διατύπωση πολιτικής κρίσης από τους δικαστές και ανάμειξης της δικαιοσύνης στα interna corporis της Βουλής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχέση του 110 με το άρθ.28 Σ, το οποίο έχει υποστηριχθεί ότι εισάγει μια παράλληλη διαδικασία αναθεώρησης που εξυπηρετεί τη συμμετοχή της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς και δη στην ΕΕ. Η κρατούσα άποψη της επιστήμης δεν αποδέχεται την αναθεωρητική φύση του άρθ.28, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι το ενωσιακό δίκαιο και η νομολογία των ΔΕΕ και ΕΔΔΑ δεν επηρεάζουν σημαντικά την εξέλιξη των συνταγματικών κανόνων στα κράτη μέλη της Ένωσης. Μείζον ερμηνευτικό ζήτημα αποτελεί και η συμπερίληψη ή όχι του ίδιου του 110 στις μη αναθεωρήσιμες διατάξεις, με την πλειοψηφία της πολιτικής και επιστημονικής κοινότητας να συμφωνεί ως προς την απόλυτη διασφάλιση μόνο του σκληρού συνταγματικού πυρήνα της παρ.1 και να επιτρέπει υπό προϋποθέσεις την τροποποίηση των υπολοίπων. Ο σχετικός διάλογος έχει οδηγήσει στη διατύπωση διαφόρων προταθεισών μεταρρυθμίσεων, όπως η ολοκλήρωση της αναθεώρησης σε μία Βουλή, η διεύρυνση ή η απαλοιφή του χρονικού ορίου της πενταετίας της παρ.6 και η καθιέρωση ενός συνταγματικού δημοψηφίσματος. Ανεξαρτήτως των όποιων αντικρουόμενων απόψεων, χαίρει κοινής αποδοχής η πεποίθηση ότι η Αναθεώρηση του Συντάγματος είναι μια διαδικασία που θα πρέπει : α) να ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Βουλής, β) να είναι δυσχερέστερη αυτής που διέπει την τροποποίηση των κοινών νόμων, σεβόμενη τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος και γ) να αποτελεί προϊόν ενισχυμένης κοινοβουλευτικής/κοινωνικής συναίνεσης, ως μία ιστορικής σημασίας απόφαση για τον Λαό και το Έθνος.

Download PDF

View in repository

Browse all collections