Η λειτουργία του χώρου Σένγκεν υπό δοκιμασία: η περίπτωση της Ελλάδας

Ντάβα, Ζαχαρούλα Δ.

2016

Κατά το περασμένο έτος και δη το καλοκαίρι του 2015, η Ελλάδα βίωσε όψεις μιας πραγματικής ανθρωπιστικής κρίσης. Ορισμένα από τα νησιά του Αιγαίου (κυρίως η Λέσβος, η Χίος, η Κως, η Λέρος και λιγότερο η Σάμος), δέχθηκαν τεράστια κύματα προσφύγων, που ξεπερνούσαν κατά πολύ τις υπάρχουσες δυνατότητές τους σε υποδοχή και φιλοξενία. Χαρακτηριστικά, μόνο τον περασμένο Ιούλιο η Λέσβος δέχθηκε σχεδόν 55 χιλιάδες μεταναστεύοντες ανθρώπους, ενώ ο αριθμός των αφίξεων στο νησί ολόκληρο το 2014 ήταν σχεδόν 12 χιλιάδες και το 2013 κάτω από 4 χιλιάδες. Η κατάσταση θα είχε γίνει τραγική, αν δεν είχαν κινητοποιηθεί αυτενεργώς και ποικιλοτρόπως εκατοντάδες αλληλέγγυοι πολίτες, οι οποίοι εθελοντικά έσπευσαν να βοηθήσουν με όποιο τρόπο μπορούσαν τους κατατρεγμένους, που κατευθύνονται προς την Ευρώπη από τη Μέση Ανατολή, την Κεντρική και Νότια Ασία, καθώς και τη Βόρεια Αφρική. Στο πλαίσιο αυτό, μετά την απόφαση της καγκελαρίου της Γερμανίας να υποδεχθεί σχεδόν χωρίς κανένα προγραμματισμό και σχέδιο χιλιάδες πρόσφυγες, η Σύμβαση Σένγκεν μπήκε στο μικροσκόπιο και δοκιμάστηκε, για άλλη μια φορά, η αλληλεγγύη στη συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Η Ελλάδα βρέθηκε ξανά με την πλάτη στον τοίχο και υπέστη εκβιασμούς ακόμα και για έξοδό της από το Χώρο. Όμως, όσο εξακολουθούν να υιοθετούνται μέτρα αποσπασματικής προσέγγισης, η εμπιστοσύνη θα εκλείπει από τη συλλογική προσπάθεια αντιμετώπισης του ζητήματος και θα απουσιάζει μια ισχυρή κοινή ανταπόκριση στη βάση των ευρωπαϊκών αξιών. Από την άλλη πλευρά, εκατοντάδες χιλιάδες εν δυνάμει πρόσφυγες όλων των ηλικιών βρίσκονται στην Ιορδανία, το Λίβανο και την Τουρκία, αναμένοντας την πρώτη ευκαιρία για να περάσουν στην ευρωπαϊκή «γη της επαγγελίας». Όμως, τα οδυνηρά γεγονότα που εξελίχθηκαν κατά το τελευταίο έτος στις χώρες της βαλκανικής χερσονήσου, καθώς και της κεντρικής Ευρώπης, με αφορμή τη διαχείριση του μεγάλου προσφυγικού ρεύματος προς τη Βόρεια Ευρώπη, φαίνεται ότι οδήγησαν την ΕΕ σε μια νέα στρατηγική σύλληψη της διαχείρισης, που δεν προοιωνίζεται τίποτε καλό για το μέλλον. Οι βασικοί στόχοι αυτής της στρατηγικής είναι να ανακοπεί δραματικά το προσφυγικό ρεύμα. Ειδικότερα, όσον αφορά στην ελληνική υπόθεση, πληθώρα ειδικών παραγόντων έχουν διαμορφώσει το ζήτημα των μεταναστευτικών ρευμάτων εισροής στην Ελλάδα. Η γεωγραφική θέση της χώρας, με χερσαία και θαλάσσια σύνορα που φυλάγονται δύσκολα, δημιουργεί προϋποθέσεις ευκολότερης πρόσβασης πληθυσμών από γειτονικές χώρες ενώ παράλληλα, ως σταυροδρόμι ανάμεσα σε δύο ηπείρους, η Ελλάδα αποτελεί ενδιάμεσο σταθμό χιλιάδων μεταναστών και για πολλούς τελικό προορισμό, αφ’ ης στιγμής εγκλωβίζονται εντός της ελληνικής επικράτειας. Επιπροσθέτως, η Ελλάδα θεωρείται ως η κύρια είσοδος μετανάστευσης στην Ευρώπη, καθώς οι δίοδοι μέσω άλλων χωρών όπως της Ιταλίας και της Ισπανίας έχουν κλείσει ουσιαστικά, μεταφέροντας τηφν αντιμετώπιση του προβλήματος σε τρίτες χώρες όπως το Μαρόκο, τη Λιβύη και την Τυνησία. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως το 2010 υπολογίστηκε ότι το 90% των ανθρώπων που εισέρχονται παράνομα στην Ευρώπη συλλαμβάνονται στα ελληνικά σύνορα. Στην τωρινή συγκυρία οι άνθρωποι, οι οποίοι από άλλους ονομάζονται μετανάστες και στην καλύτερη περίπτωση πρόσφυγες, ενώ από άλλους αποκαλούνται αμείλικτα λαθρομετανάστες, ψάχνουν απεγνωσμένα να βρουν με κάθε τρόπο ένα τόπο εντός της Ευρώπης για να ζήσουν αυτοί και οι οικογένειές τους. Ωστόσο, το υφιστάμενο νομικό καθεστώς είναι απηρχαιωμένο και όπως και να ονομάζεται δεν μπορεί πια σήμερα να εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται με αυτή την αναχρονιστική μορφή. Πολύ περισσότερο είναι αδιανόητο να κατασκευάζονται τείχη και φράχτες όπως έγινε επί παραδείγματι στον Έβρο ή στη μεθόριο Ουγγαρίας – Σερβίας και επέσυρε τη γενικότερη κατακραυγή της κοινής γνώμης εντός και εκτός των συνόρων της γηραιάς ηπείρου. Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα ανακύπτει εύλογα το ερώτημα: τι μπορεί να κάνει η Ευρώπη για το προσφυγικό ζήτημα; Ομολογουμένως, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμπρός στο πρόβλημα της διαχείρισης των μεταναστευτικών-προσφυγικών ροών φέρθηκε σε πρώτη φάση αμήχανα και άτολμα. Άραγε μπορούν να λύσουν το πρόβλημα μέτρα διοικητικά και γραφειοκρατικά; Αρκεί η αναδιάρθρωση ενός μηχανισμού ή η αντικατάσταση ενός οργανισμού όπως ο Frontex από κάποιον άλλο; Η ανθρώπινη ζωή μπορεί να συγκριθεί με ένα πράγμα (με τη φιλοσοφική έννοια του όρου), το οποίο είναι μετρήσιμο, έχει έκταση, μέγεθος και ποσότητα; Μπορεί μια κοινωνία όπως είναι η ελληνική και ως υποσύνολο της ευρωπαϊκής να ενταχθεί σε ένα σχήμα ανοικτού διαλόγου και διαπολιτισμικότητας ή είμαστε καταδικασμένοι να μείνουμε κλειδωμένοι εντός των τυχών της μισαλλοδοξίας; Το παρόν πόνημα καλείται να δώσει καίριες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Ας εξετάσουμε όμως διεξοδικότερα το ζήτημα.

Download PDF

View in repository

Browse all collections