Τρώγοντας σε ένα πολωνικό εστιατόριο : φαγητό, μνήμη και κοινοτική ταυτότητα
Μπαρτζιώκας, Απόστολος Κ.
2012
Το φαγητό συνδέεται με όλες τις όψεις της κοινωνικής ζωής. Αποτελεί τη βάση κάθε οικονομίας και τον κεντρικό μοχλό στις πολιτικές στρατηγικές των κρατών και των νοικοκυριών. Το φαγητό τονίζει τις κοινωνικές διαφορές, τα όρια, τους δεσμούς και τις αντιφάσεις. Η κατανάλωση φαγητού συνιστά μια αέναη θέσπιση του φύλου, της οικογένειας και των σχέσεων στο εσωτερικό των κοινοτήτων. Το φαγητό είναι ζωή και η ζωή μπορεί να μελετηθεί και να κατανοηθεί μέσω του φαγητού (Counihan 1997: 1). Οι άνθρωποι καταναλώνουν την τροφή, εκτός από τα σπίτια τους, και στα εστιατόρια. Τα εστιατόρια αποτελούν χώρους συνεστίασης στους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να περάσουν ένα μεγάλο χρονικό διάστημα της ημέρας τους. Είναι ο τόπος στον οποίο απαντώνται όλα τα χαρακτηριστικά της ζωής όπως οι μορφές ανταλλαγών, η παραγωγή και ο συμβολισμός πίσω από την κατανάλωση, οι διατροφικές συνήθειες, η πατρίδα, η οικογένεια, η ταυτότητα, η μνήμη, τα εθνικά πιάτα, η παράδοση, η ιστορία και ο πολιτισμός. Οι David Berris και David Sutton αποκαλούν τα εστιατόρια «ολικά κοινωνικά φαινόμενα» (2007: 1). Αν και στα εστιατόρια οι σχέσεις των ατόμων διέπονται από τους νόμους της αγοράς, ταυτόχρονα τα εστιατόρια αντανακλούν σχέσεις συγγένειας και αποτελούν τοποθεσίες για την άσκηση πρακτικών κοινωνικής διάκρισης. Συμβάλλουν στην επανεπιβεβαίωση του τοπικού και αποτελούν ένα μικρόκοσμο κοινωνικών και συμβολικών διεργασιών που επικεντρώνονται στο σχηματισμό και τη συντήρηση των ταυτοτήτων, μέσα σε ένα πλαίσιο αισθητηριακών περιβαλλόντων (Berris και Sutton 2007: 3). Στα εστιατόρια, η επαναδιαπραγμάτευση των ταυτοτήτων καθώς και η παγίωσή τους, γίνεται μέσω της διαδικασίας της κατανάλωσης της τροφής. Στην εργασία αυτή εξετάζω την τροφή και τους λόγους περί «ανήκειν» των Πολωνών στην Αθήνα. Χρησιμοποιώ την τροφή ως ένα μέσο για να εξερευνήσω τις παρελθοντικές και παροντικές εμπειρίες των Πολωνών, τη σχέση ανάμεσα στην τροφή και την ταυτότητα, καθώς και να μιλήσω για έννοιες όπως η «αυθεντικότητα», η «παράδοση», η «μνήμη» και η «νοσταλγία» σε σχέση με την τροφή. Για τους σκοπούς της εργασίας αυτής, εξετάζω τα παραπάνω ζητήματα μέσα από την επιτόπια έρευνά μου στο εστιατόριο «U Ruzgara». Κάθε κουζίνα/τροφή έχει να μας διηγηθεί και μια ιστορία. Η τροφή των Πολωνών μας λέει την ιστορία ενός λαού σχετικά με τη μετανάστευσή του. Σε αυτό το άρθρο επιχείρησα να παρουσιάσω, θεωρητικά και εθνογραφικά, κάποιους από τους τρόπους με τους οποίους οι Πολωνοί της Αθήνας επανακατασκευάζουν το συναίσθημα του «ανήκειν» σε μια κοινότητα και προβάλλουν τη διαφορετικότητά τους από τον κυρίαρχο και γηγενή πολιτισμό και πληθυσμό. Υποστήριξα ότι η τροφή και διάφορες κοινωνικές πρακτικές που περιστρέφονται γύρω από αυτήν, όπως η ετοιμασία, το σερβίρισμα, η κοινωνικότητα που αναπτύσσεται γύρω από το φαγητό, αποτελούν οχήματα και μέσα για την ανάδειξη της μνήμης και της ταυτότητας της πολωνικής κοινότητας στην Αθήνα. Μια κεντρική ιδέα εδώ αποτελεί το γεγονός ότι μέσω της τροφής οι Πολωνοί της Αθήνας αναδεικνύουν τις ιδέες της διαφοράς και της ομοιότητας σε σχέση με την τροφή και τις μαγειρικές πρακτικές. Δείχνω το πώς οι Πολωνοί της Αθήνας δομούν, μέσω της τροφής, το συναίσθημα του «ανήκειν», ενώ ταυτόχρονα κατασκευάζουν το χρόνο, τον τόπο και τη μνήμη της κοινότητάς τους. Σημαντικό είναι εδώ το ερώτημα γιατί το φαγητό και η τροφή παίζει τόσο σημαντικό ρόλο στην κατασκευή της ταυτότητας. Το ερώτημα αυτό στάθηκε η αφορμή για να μιλήσω σχετικά με το συναίσθημα του «ανήκειν» και την ταυτότητα διαμέσου της τροφής και των κοινωνικών γεγονότων που συνοδεύουν την κατανάλωση της τροφής. Μέρος του θεωρητικού και εθνογραφικού υλικού μάς δείχνει ότι η προετοιμασία της τροφής, η κατανάλωσή και η ανταλλαγή της αποτελούν καθημερινές πρακτικές μέσω των οποίων τα άτομα δηλώνουν το πού ανήκουν. Όλα αυτά μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η τροφή και οι διατροφικές πρακτικές έχουν κυρίαρχο ρόλο στη δημιουργία των ταυτοτήτων. Η τροφή αντιστέκεται και δημιουργεί συνέχειες και συνδέσεις με το κοντινό και μακρινό παρελθόν. Οι Πολωνοί της Αθήνας υποστηρίζουν την «πολωνικότητά» τους μέσω της κατανάλωσης εθνικών παραδοσιακών φαγητών. Στην περίπτωση αυτή, ολόκληρη η διαδικασία που περιστρέφεται γύρω από την τροφή λειτουργεί ως μια γέφυρα για να συνδέσουν το παρελθόν με το παρόν τους. Οι Πολωνοί της Αθήνας, οι οποίοι αποτελούν μια μειονότητα στη διασπορά, επιλέγουν να θυμούνται την παράδοσή τους και να ανακατασκευάζουν την πολιτισμική τους διακριτότητα διαμέσου της κατανάλωσης πολωνικού φαγητού. Για αυτούς, η τροφή αποτελεί μια καθημερινή «πολιτισμική αντίσταση». Τρώνε διαφορετικό φαγητό διότι αισθάνονται διαφορετικοί από τους άλλους. Η τροφή χρησιμοποιείται ως μια στρατηγική για να κρατήσουν οι μετανάστες Πολωνοί ζωντανή τη διακριτότητά τους και να ανασυγκροτήσουν την ταυτότητά τους. Για τους Πολωνούς της Αθήνας, η τροφή και η μαγειρική αποτελούν, επίσης, καθημερινά οχήματα για να θυμηθούν το παρελθόν τους και να το συνδέσουν με το παρόν που ζουν μέσα σε ένα, σχετικά, μη οικείο περιβάλλον. Η τροφή χρησιμεύει εδώ ως ένας κώδικας για την κατανόηση των συνθηκών των Πολωνών, τόσο στο παρόν όσο και στο παρελθόν. Οι Πολωνοί της Αθήνας θέλουν να αναγνωρίζονται ως τέτοιοι, θέλουν να διατηρήσουν «το παρελθόν τους» όπως και την «παράδοσή τους». Στη διαδικασία αυτή, το να τρως μαζί με άλλους ομοεθνείς στο εστιατόριο παίζει πολύ σημαντικό ρόλο, διότι με αυτό τον τρόπο δημιουργείς, ενδυναμώνεις και διατηρείς την ανάγκη ή την επιθυμία να «ανήκεις» σε μια διακριτή κοινότητα. Είδαμε ότι η διαδικασία της μνήμης συνδέεται άρρηκτα με τα υλικά στοιχεία της τροφής και συμβαίνει πάντοτε σε αλληλεπίδραση με τις αισθήσεις εκείνων που γεύονται και μυρίζουν το φαγητό. Η σύνδεση μεταξύ τροφής και εθνικής μνήμης είναι πολύ ισχυρή τόσο ανάμεσα στα άτομα όσο και στην κοινότητα. Τα άτομα ανακαλούν τις μνήμες οικείων φαγητών, ενώ χρησιμοποιούν τις αφηγήσεις σχετικά με την τροφή για να αναδομήσουν το παρελθόν, για να μιλήσουν για το παρόν και να φανταστούν το μέλλον τους. Οι μνήμες και οι αφηγήσεις σχετικά με την τροφή αποτελούν διαδικασίες για την κατασκευή του χρόνου και του χώρου. Ωστόσο, η διαδικασία της ανακατασκευής μιας οποιαδήποτε κοινοτικής ταυτότητας δεν είναι ποτέ απαλλαγμένη από εσωτερικές διαφοροποιήσεις. Είδαμε ότι από την πλευρά των μεσήλικων και ηλικιωμένων Πολωνών εκφράζεται μια έντονη επιθυμία και ανάγκη για την ανασυγκρότηση μιας πολωνικής ταυτότητας στην Αθήνα μέσω της κατανάλωσής εθνικών πιάτων στο περιβάλλον ενός πολωνικού εστιατορίου. Από την πλευρά των νέων Πολωνών, αντίθετα, οι οποίοι δεν έχουν κάποιο σημείο αναφοράς σε μια φαντασιακή ταυτότητα που να εδράζεται σε βιωματικές εμπειρίες από την «πατρίδα», εκφράζεται μάλλον μια αδιαφορία για το «παραδοσιακό πολωνικό φαγητό» και μάλιστα σε συνθήκες κοινωνικότητας με ομοεθνείς τους. Αυτή δεν είναι η μοναδική διαφοροποίηση που διαπερνά εσωτερικά την πολωνική κοινότητα της Αθήνας. Οι κοινωνικές εκδηλώσεις που διοργανώνονται στο εστιατόριο, όπως οι διαγωνισμοί μαγειρικής και τα πάρτι καραόκε, συνιστούν σημαντικές στιγμές για την κατασκευή των ταυτοτικών δεσμών αλλά και τον τονισμό των κοινοτικών ορίων. Ταυτόχρονα, όμως, αποτελούν και πεδία στα οποία εκφράζονται, ή και κατασκευάζονται, ασυμμετρίες και ιεραρχίες που αφορούν στις έμφυλες σχέσεις, την ταξική διαφορά και το κοινωνικό status. Το φαγητό, οι συνταγές και οι διατροφικές πρακτικές των κοινωνικών ομάδων μπορούν να μας πουν πολλά πράγματα σχετικά με το πώς και γιατί οι άνθρωποι σκέφτονται, ενεργούν και αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους με συγκεκριμένους τρόπους. Η τροφή, όπως υποστηρίζει και ο Caplan (1997: 3), οριοθετεί τις κοινωνικές σχέσεις, την εξουσία, τις εντάξεις και τους αποκλεισμούς, τις πολιτισμικές ιδέες σχετικά με την ιεραρχία και το ανθρώπινο σώμα. Οι πρακτικές που συνδέονται με την τροφή μάς δείχνουν γιατί οι άνθρωποι επιλέγουν συγκεκριμένες ταυτότητες, ενώ ταυτόχρονα αρνούνται κάποιες άλλες στην καθημερινή τους ζωή.
Download PDF
View in repository
Browse all collections