Η έννοια του δημοσίου συμφέροντος διαχρονικά και υπό το πρίσμα των αρχών της βιώσιμης ανάπτυξης και της περιβαλλοντικής προστασίας: επισκόπηση και ανάλυση των εξελίξεων της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας: από την εποχή του Ρίο στην εποχή της κρίσης

Κωνσταντινίδου, Αλεξάνδρα Κ.

2018

Βιώσιμη Ανάπτυξη – Δημόσιο Συμφέρον Η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης ή αειφορίας, η οποία κατοχυρώθηκε νομικά στην Παγκόσμια Διάσκεψη του Ρίο (1992) και αποσαφηνίστηκε με την Agenda ’21, έτυχε πολύ διαφορετικής ερμηνείας και εφαρμογής στην πορεία της νομολογίας του ΣτΕ από το 1990 μέχρι σήμερα. Την έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης υιοθέτησε και επεξεργάσθηκε με σημαντικές αποφάσεις το Ε’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας υπό την προεδρία του Μιχαήλ Δεκλερή, ο οποίος τη γνώρισε από «πρώτο χέρι», αφού είχε συμμετάσχει στη Διάσκεψη του Ρίο ως μέλος της Ελληνικής Αντιπροσωπείας. Κατά την πορεία της προεδρίας του στο Ε΄ Τμήμα του ΣτΕ την περίοδο 1992-2000, η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης ταυτίζεται ουσιαστικά με την έννοια του δημοσίου συμφέροντος, με τη λογική ότι, σύμφωνα με τις αρχές του Ρίο, καμία δημόσια πολιτική δεν μπορεί να ασκείται με τρόπο που καταστρέφει, υποβαθμίζει ή αλλοιώνει το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Και τούτο όχι επειδή το περιβάλλον είναι εξ’ ορισμού η υπέρτατη ανθρώπινη ή συνταγματική αξία, αλλά επειδή, προς το παρόν τουλάχιστον, πρέπει να του δοθεί απόλυτη προτεραιότητα ενόψει των περιβαλλοντικών καταστροφών που έχουν επισυμβεί και των κινδύνων που απειλούν την ίδια την επιβίωση του ανθρώπου και, άρα, κάθε άλλη ανθρώπινη αξία ή έννομο αγαθό. Υπό το πρίσμα αυτό, στη νομολογία του Ε’ Τμήματος συνοψίσθηκαν Δώδεκα Αρχές της Βιώσιμης Ανάπτυξης που διατυπώθηκαν στο βιβλίο «Το Δίκαιο της Βιωσίμου Αναπτύξεως» , το οποίο ουσιαστικά αποτελεί τα πορίσματα της νομολογίας του Ε’ Τμήματος κατά την περίοδο εκείνη. Είναι γεγονός ότι η θεωρία απέδωσε άλλη έννοια στη βιώσιμη ανάπτυξη, με βάση ιδίως τους τρεις πυλώνες της (περιβαλλοντικό, κοινωνικό, οικονομικό), οι οποίοι πρέπει να εναρμονίζονται και να βρίσκονται σε ισορροπία. Αυτό είναι εύκολο στη θεωρία αλλά δύσκολο στην πράξη και, ιδίως, στο στάδιο του δικαστικού ελέγχου, αφού κατά κανόνα ούτε ο Νομοθέτης, ούτε η Διοίκηση προβαίνουν σε οποιαδήποτε επιστημονική τεκμηρίωση των επιπτώσεων των διαφόρων πολιτικών (δάση, χωροταξία, οικιστική και τουριστική ανάπτυξη κ.λπ.) στο περιβάλλον. Αυτό οδήγησε εν τέλει στο να γίνεται αποδεκτή η στάθμιση που έχει γίνει από τη Διοίκηση ή τον νομοθέτη, οσοδήποτε ελλιπής και περιορισμένη, αρκεί να μην είναι προδήλως παράλογη. Ο ακυρωτικός δικαστής, από την απόφαση του Αχελώου (ΣτΕ 26.2014, Ολομέλεια) και μετά, αποφεύγει επιμελώς να πάρει οποιαδήποτε θέση ή να ζητήσει περισσότερη τεκμηρίωση ως προς την ουσία των εριζόμενων επιστημονικών ζητημάτων και των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον. Αντίθετα, αρκείται στις διαβεβαιώσεις της Διοίκησης ότι όλα έχουν εξετασθεί και έχουν καλώς. Η προσέγγιση αυτή, που δεν διακηρύσσεται ρητά αλλά διαφαίνεται κάτω από τις γραμμές και τις πολύπλοκες διατυπώσεις των αποφάσεων, χαρακτηρίζει τη νομολογία της δεκαετίας από το 2000 μέχρι την οικονομική κρίση. Από εκεί και μετά η νομολογία γίνεται πιο ξεκάθαρη και υιοθετεί μια νέα κατεύθυνση. Όχι μόνο η βιώσιμη ανάπτυξη δεν αποτελεί πλέον το πλαίσιο και το όριο μέσα στο οποίο πρέπει να κινούνται οι δημόσιες πολιτικές, αλλά εγκαταλείπεται και η πάγια θεωρία περί ισοτιμίας και συναρμογής των πολλών και διαφόρων συνταγματικών αγαθών. Υπέρτατη έννομη αξία, η οποία ταυτίζεται πλέον με το δημόσιο συμφέρον, είναι η αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και μάλιστα με ένα μονοσήμαντο τρόπο, δηλαδή η εξεύρεση των αναγκαίων πόρων για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Αρκεί αυτή η επίκληση, και μάλιστα χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερη τεκμηρίωση ή απόδειξη, για να θεωρηθεί συνταγματικά ανεκτή οποιαδήποτε νομοθετική ή διοικητική παρέμβαση στον τομέα του περιβάλλοντος και όχι μόνο.

Download PDF

View in repository

Browse all collections