Θρησκεία και ιδεολογία στον Leviathan του Hobbes: η οικειοποίηση του Θεολογικού Επιχειρήματος από τον λόγο της κρατικής σκοπιμότητας
Γιαρμάκος, Δημήτριος Β.
2021
Ο Thomas Hobbes είναι ο κυριότερος πολιτικός εκπρόσωπος της αστικής νεωτερικότητας και της κοινωνίας που αυτή δημιούργησε. Αυτός έθεσε τις βάσεις εννοιολόγησης και θεματοποίησης της Πολιτείας υπό την κρατική μορφή, μέσω της αναγωγής όλων των βουλήσεων των κοινωνών σε μία εξωτερική κυρίαρχη βούληση, αρνούμενος την αρχαία και μεσαιωνική πολιτική οργάνωση της από κοινού ζωής των ανθρώπινων κοινοτήτων της Δύσης. Το πολιτικό του πρόγραμμα προϋποθέτει την υποτίμηση της Θεολογίας ως της κορωνίδας των Επιστημών και την ανατίμηση της ανθρωπολογίας, η οποία πλέον αναλαμβάνει την ηγεσία της τάξης της ζητήσεως των αφετηριακών προϋποθέσεων του πολιτικού στοχασμού. Η απαισιόδοξη ανθρωπολογία που προτείνει ο Χομπς συνιστά άρνηση της χριστιανικής σύλληψης του ανθρώπου, ώστε η σύγκρουση της ανερχόμενης αστικής τάξης με τον οργανωμένο χριστιανισμό να είναι αναπόφευκτη. Αυτή η εξέλιξη οδήγησε την αστική τάξη να επεξεργαστεί μια στρατηγική με σκοπό να συναρμόσει τα πρότυπα θρησκευτικής και πολιτικής υπακοής, εναρμονίζοντας στο μέτρο του δυνατού, διαφορετικού επιπέδου συνειδησιακά περιεχόμενα στο εσωτερικό της Πολιτείας, ώστε να επιτύχει να αποσπάσει την νομιμοφροσύνη του ποιμνίου από τους παραδοσιακούς φορείς νομιμότητας και να το ελκύσει στο εσωτερικό της νέας τυπολογίας εξαναγκασμού, όπου τα άτομα συσχετίζονται μέσω της νομικής μορφής της σύμβασης αντί της ηθικής μορφής της ένορκης εξάρτησης. Αυτό σημαίνει ότι ο παραδοσιακός χριστιανισμός είναι μεταφυσικώς ακατάλληλος για να εξυπηρετήσει την ανέλιξη μιας ανθρώπινης φύσης που προσεγγίζεται υπό το πρίσμα του πολιτικού ευδαιμονισμού, ο οποίος παράγει ένα κοινωνικό ιστό που καθιστά τις σχέσεις ιδιοκτησίας ως τον δεσπόζοντα τρόπο σύνδεσης και δεσμό συνοχής των μελών του ανθρώπινου είδους. Διαπιστώνεται πως οι χομπσιανοί φυσικοί νόμοι εφαρμόζονται σε δευτεροβάθμιο ηθικό πράττειν, καθώς το χομπσιανό φυσικό δίκαιο κανονικοποιεί συμπεριφορά ήδη εν κινήσει και σε σχέση με την συμπεριφορά των λοιπών ατόμων και όχι πρωτοβαθμίως και απολύτως όπως η χριστιανική, ρυθμίζοντας την εκ της θεωρίας οφειλόμενη αντίδραση του 2ου δρώντος Άρα, δεν είναι κυρίως ειπείν αρχές ηθικού πράττειν αλλά οι Αρχές Στρατηγικής Διάδρασης που απαιτούνται για την εκκίνηση και διεξαγωγή του συναλλακτικού παιγνίου από υποκείμενα που διαθέτουν την στον Λεβιάθαν περιγραφόμενη ψυχο-ανθρωπολογία. Προκειμένου να υπερκεραστεί το εμπόδιο της ισχύος και επιρροής του εκκλησιαστικού θεσμού επί των συνειδήσεων και έχοντας υπόψη το δεδομένο της γενικευμένης δειδιδαιμονίας και άγνοιας, ο Χομπς επιλέγει την επιστράτευση του θεολογικού λόγου και την ιδιοποίηση και μεταστροφή του υπέρ του λόγου της νεοσύστατης κρατικής σκοπιμότητας, εγγράφοντας σε κάθε πλαίσιο εννόμων κανόνων ρύθμισης του πράττειν ένα θεολογικό υπόλλειμα κανονιστικότητας, συνδέοντας το Θεολογικό με το Πολιτικό. Στο επιχείρημα συμφύρεται ο Θεός της Βίβλου με τον Θεό των Φιλοσόφων, σε ένα συλλογισμό που παράγει την πεποίθηση της ύπαρξης θεότητας μέσω μιας ρητορικής ανα-περιγραφής της ψυχολογικής διαδικασίας που γεννά το θρησκευτικό συναίσθημα στον άνθρωπο. Επιπροσθέτως, ο Χομπς απογυμνώνει τον Θεό από το σύνολο των ηθικών ιδιοτήτων που παραδοσιακά του αποδίδονταν, μετατρέποντάς τον σε γυμνή αιτιακή παντοδυναμία. Ο χομπσιανός μονιστικός υλισμός επιβάλλει την ακύρωση της σύμπλεξης φυσικής-μεταφυσικής αιτιότητας, θεωρώντας το σύμπαν ως αποκλειστικώς αποτελούμενο από σώματα, αποκλειομένης κάθε υπερ-εμπειρικής επεμβατικής δυνατότητας. Το Κράτος αναλαμβάνει μονοπωλιακώς την ρύθμιση της κίνησης των ανθρωπίνων σωμάτων εκ των οποίων συγκροτείται, επιφορτίζοντας εαυτό ιδίως με την διαχείριση των υπερβατικών σωτηριακών συμφερόντων των μελών του. Αναλύονται τρία εκ των δογματικών θεμελίων του χριστιανισμού: Προφητεία, Θαύματα, Βίβλος. Η Βίβλος συσχετίζεται όχι με τον συγγραφέα της (Θεός) αλλά με τον φορέα νομιμοποίησης της (Κυρίαρχος). Τα αρχαία θαύματα γίνονται bona fide αποδεκτά, αλλά προκειμένου να πιστοποιηθεί ένα σύγχρονο συμβάν ως θαύμα τίθενται ιδιαιτέρως απαιτητικά κριτήρια και η τελική κρίση επαφίεται πάλι στον Κυρίαρχο. Η αποκάλυψη δείχνεται ότι είναι γνωσιολογικώς αδύνατη, με βάση την χομπσιανή φυσική των κινήσεων, εφόσον είναι αδύνατον να απαντηθεί το ερώτημα: πως γνωρίζω ότι έχω τύχει αποκαλυπτικής εμπειρίας; Συμπερασματικώς, ο Χομπς επιλέγει την αποδόμηση του θεολογικού επιχειρήματος, όπου αυτό παρακωλύει την επικράτηση της κυριαρχίας και την επιστράτευση του υπέρ της κρατικής σκοπιμότητας, όπου αυτό είναι φιλικό προς την πολιτική θεωρία του, ώστε να επιτευχθεί με την ολιγότερη δυνατή τριβή η απεξάρτηση της θεολογίας από κάθε υπερ-φυσική αιτιακή αλύσωση, αφήνοντας κυρίαρχο το πεδίο του δημόσιου λόγου στον λόγο της κρατικής σκοπιμότητας.
Download PDF
View in repository
Browse all collections