Η Αραβική Άνοιξη: μια γεωπολιτική αποτίμηση 10 χρόνια μετά
Μπάρμπας, Κωνσταντίνος Δ.
2022
Η αυτοπυρπόληση του Τυνήσιου πλανόδιου πωλητή Mohamed Bouazizi ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τον αυταρχισμό και την έλλειψη κράτους δικαίου αποτέλεσε το εναρκτήριο λάκτισμα της λεγόμενης «Αραβικής Άνοιξης». Αποτέλεσε το καταλυτικό εκείνο παράγοντα για την εξέλιξη του ενός νέου γεωπολιτικού παιγνίου στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου – Μέσης Ανατολής. Οι κλυδωνισμοί της Αραβικής Άνοιξης ξεπέρασαν τα σύνορα της Τυνησίας και διαχύθηκαν στην ευρύτερη περιοχή. Σύντομα οι νέες, ανατρεπτικές τάσεις, εφορμούμενες από τις ελπίδες για δημοκρατία, πλουραλισμό και περισσότερες ελευθερίες επηρέασαν και άλλες αραβικές χώρες, οδήγησαν σε έντονα κύματα αντιδράσεων κατά των υφιστάμενων (μη δημοκρατικών καθεστώτων), ανατρέποντας το υπάρχον status quo. Καθώς η αναταραχή επεκτεινόταν προς ανατολάς, αποκτούσε όλο και πιο βίαιο χαρακτήρα, όπως μαρτυρούν οι περιπτώσεις της Λιβύης, της Συρίας, της Υεμένης και της Αιγύπτου σε μικρότερο βαθμό. Οι ΗΠΑ αποτελούσαν ουσιαστικά τη δύναμη που διαμόρφωνε την τάξη πραγμάτων για περισσότερα από διακόσια χρόνια. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι ΗΠΑ υπήρξαν αδιαμφισβήτητα η κυρίαρχη στρατιωτική δύναμη στην περιοχή. Η μονοπολικότητα αυτή στη Μεσόγειο, μεταφράστηκε σε ένα είδος εξ ορισμού κυριαρχίας λόγω της έλλειψης ανταγωνιστών. Η Ευρώπη υπήρξε ο κορυφαίος οικονομικός εταίρος για τις χώρες της νότιας Μεσογείου, αλλά δεν υπήρξε ποτέ γεωπολιτικός ανταγωνιστής. Σε αυτό το πλαίσιο, οι επαναστάσεις της Αραβικής Άνοιξης αποτέλεσαν σημείο καμπής για την επιστροφή της πολυπολικότητας. Η σταδιακή έλλειψη ενδιαφέροντος των ΗΠΑ στην περιοχή καθώς στράφηκε το ενδιαφέρον τους σε άλλες περιοχές, παράλληλα με την εμφανή αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) να διαμορφώσει κατάλληλες πολιτικές, δημιούργησε ένα κενό που για την κάλυψη του οποίου προσέλκυσε αναπόφευκτα άλλες δυνάμεις. Παράλληλα στο παραπάνω πλαίσιο, δύο παγκόσμιες υπερδυνάμεις εμφανίστηκαν στο προσκήνιο, η Ρωσία και η Κίνα. Η μεν πρώτη επέστρεψε επίσης ως μια σημαντική δύναμη, μετά την παρακμή της δεκαετίας του 1990, μέσω μιας εξωτερικής πολιτικής καθοδηγούμενης από έναν αβυσσαλέο πραγματισμό και ενισχύοντας τις σχέσεις της ακόμη και με χώρες που βρίσκονται σε αντιπαράθεση μεταξύ τους όπως φάνηκε ξεκάθαρα από την επιτυχημένη και εξαιρετικά αποτελεσματική ρωσική εμπλοκή κόστους/ευκαιρίας στη Συρία και τη Λιβύη. Αντιθέτως η Κίνα, εισήλθε με την τεράστια οικονομική της δύναμη και τη σημασία που έχει η περιοχή αυτή για τις ενεργειακές της ανάγκες καθώς και τις φιλοδοξίες του «νέου δρόμου του μεταξιού – BRI». Ωστόσο, η αδυναμία της να ασκήσει επιρροή, ιδίως σε περιοχές συγκρούσεων, αποτέλεσε εμπόδιο στη περεταίρω διείσδυσή της. Επιπλέον, η Μεσόγειος απέκτησε μεγαλύτερη σημασία και για το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου (Gulf Cooperation Council-GCC). Για τις χώρες του Κόλπου, η Μεσόγειος μετατράπηκε από μια περιοχή στην οποία αρχικά επέκτειναν την οικονομική τους επιρροή, σε μια περιοχή στην οποία εν τέλει εξήγαγαν τις εσωτερικές τους ρήξεις και οι οποίες τείνουν να αναπαράγονται στην εσωτερική πολιτική αρκετών μεσογειακών χωρών. Συνεπακόλουθα, η Τουρκία υιοθέτησε μια πολύ ενεργή στάση, καθώς προσπάθησε να εκμεταλλευτεί αυτό το κύμα για να ενισχύσει τον ρόλο της στη Μεσόγειο, προκειμένου να την καταστήσει ως διαμορφωτή στην περιοχή.
Download PDF
View in repository
Browse all collections