Τα εκλογικά συστήματα που ίσχυσαν στην Ελλάδα κατά την μεταπολίτευση
Κλημέντζος, Δημήτριος Π.
2015
Κάθε ευνομούμενη κοινωνία, οργανωμένη βάσει των καθιερωμένων δημοκρατικών αρχών, θεμελιώνει την ίδια της την ύπαρξη στην απρόσκοπτη και ελεύθερη διεξαγωγή των εκλογών. Η θεμελιώδης αυτή προϋπόθεση για την ύπαρξη και λειτουργία ενός δημοκρατικού κράτους κατοχυρώνει συνταγματικά και εδραιώνει τη Λαϊκή βούληση ως κυρίαρχη εξουσία. Το δημοκρατικό πολίτευμα ως απόρροια της κυρίαρχης θέσης του Λαού, στηρίζεται στην παρουσία και δράση των πολιτικών κομμάτων που με τη σειρά τους εξασφαλίζουν την πολυφωνία και το σεβασμό στην έκφραση της διαφορετικότητας. Η ενεργός συμμετοχή των πολιτών στη διαμόρφωση των πολιτικών εξελίξεων αποτελεί το ζητούμενο για κάθε κοινωνία, που λειτουργεί εντός του γενικά αποδεκτού δημοκρατικού πλαισίου. Μέσω του αποτελέσματος της εκλογικής διαδικασίας, θα εκφραστεί η κυρίαρχη λαϊκή θέληση και θα προκύψει το Κοινοβούλιο. Ο ρόλος του Κοινοβουλίου, ως θεματοφύλακας του πολιτεύματος καθορίζεται από τις αρμοδιότητες που του αναγνωρίζονται και είναι καθοριστικός για τη θωράκιση της δημοκρατίας. Η μέθοδος βάσει της οποίας μετατρέπονται οι ψήφοι των εκλογέων σε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση αποτελεί το εκλογικό σύστημα, το οποίο και εξειδικεύεται, κάθε φορά, από τον ισχύοντα εκλογικό νόμο. Οι όροι «εκλογικό σύστημα» και «εκλογικός νόμος» όπως συναντώνται τουλάχιστον στα επιστημονικά κείμενα και στην εν γένει βιβλιογραφία, ουσιαστικά ταυτίζονται αν και εννοιολογικά δεν συμπίπτουν απολύτως. Καταχρηστικά όμως έχουν επιβληθεί σαν ταυτόσημες έννοιες και έτσι χρησιμοποιούνται και στο παρόν εκπόνημα. Ο καθοριστικός ρόλος του εκλογικού συστήματος στη διαμόρφωση του τελικού εκλογικού αποτελέσματος το καθιστά πεδίο αντιπαράθεσης αλλά και σύνθεσης των αντίρροπων πολιτικών δυνάμεων που επιδιώκουν μέσω αυτού την επικράτηση ή τη διαιώνισή τους. Ο εκφυλισμός του εκλογικού συστήματος και η μετατροπή του από μέσο έκφρασης της κυρίαρχης βούλησης σε όργανο χειραγώγησης της ψήφου σε καμία περίπτωση δε συνάδει με τη φύση ενός δημοκρατικού πολιτεύματος, αλλά δυστυχώς παρατηρείται πολύ συχνά. Τα κυριότερα εκλογικά συστήματα είναι το πλειοψηφικό, το αναλογικό και τα μικτά εκλογικά συστήματα, που διαθέτουν χαρακτηριστικά τόσο των πλειοψηφικών όσο και των αναλογικών εκλογικών συστημάτων. Τα δικαιότερα εξ αυτών θεωρούνται τα αναλογικά, τα οποία όμως δεν εξασφαλίζουν σταθερές κυβερνήσεις. Αντίθετα, τα πλειοψηφικά που συνήθως συμβάλλουν στην εκλογή βιώσιμων κυβερνητικών σχημάτων χωρίς όμως να μπορούν να ικανοποιήσουν μια ισορροπημένη σχέση μεταξύ του εκλογικού αποτελέσματος και της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης. Τα μικτά, τέλος, εκλογικά συστήματα επιδιώκουν να συνδυάσουν τα θετικά στοιχεία και των δύο προαναφερθέντων εκλογικών συστημάτων, περιορίζοντας όσο το δυνατόν περισσότερο τα αρνητικά τους χαρακτηριστικά. Στη χώρα μας, κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης ( από το 1974 έως σήμερα), παρατηρήθηκε έντονη απαξίωση του πολιτικού συστήματος αλλά και αδιαφορία για τις εκλογές, που εκφράστηκε και μέσω των μεγάλων ποσοστών αποχής, κατά την εκλογική διαδικασία. Την κρίσιμη αυτή ιστορική περίοδο, στην πατρίδα μας διεξήχθησαν εκλογές, βάσει εκλογικών συστημάτων που καταχρηστικά ονομάστηκαν «απλής αναλογικής» ή «ενισχυμένης αναλογικής» αφού τα έντονα πλειοψηφικά στοιχεία που διέθεταν καθιστούν το χαρακτηρισμό αυτό άστοχο. Οι ισχύουσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, όπως εκδηλώθηκαν δια μέσου της βούλησης των διάφορων συντεχνιακών συμφερόντων, καθόρισαν σε σημαντικό βαθμό τη μορφή του συστήματος διεξαγωγής των εκλογών με απώτερο σκοπό τους την ενίσχυση της παρουσίας τους στο κοινοβούλιο. Επίσης, η πρόθεση του κάθε πολιτικού κόμματος να καθορίσει τον εκλογικό νόμο με τρόπο που θα διευκόλυνε την επικράτησή του οδήγησε, πολλές φορές, στα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Συχνά παρατηρείται δηλαδή τα εκλογικά επιτελεία των εκάστοτε κυβερνητικών κομμάτων, να μην είναι σε θέση να εκτιμήσουν ορθά την διαμορφούμενη πολιτική κατάσταση και το πώς αυτή επηρεάζει το εκλογικό σώμα, με αποτέλεσμα να θεσπίζουν εκλογικούς νόμους που στο μέλλον θα αποδειχτούν δυσμενείς για την παράταξή τους και όχι για τους αντιπάλους τους. Το γεγονός ότι δεν καθορίζεται στο ελληνικό Σύνταγμα η μορφή που θα έχει το ισχύον κάθε φορά εκλογικό σύστημα αλλά αναγνωρίζεται στο κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να το προσδιορίσει, καθιστά το ρόλο της δικαστικής εξουσίας καταλυτικό για τη νομιμοποίηση και αποδοχή του. Τα εκλογικά συστήματα αλλά και τα επιμέρους χαρακτηριστικά των εκλογικών νόμων οφείλουν, βέβαια, να είναι συμβατά με όσα ορίζουν οι γενικά καθιερωμένες συνταγματικές αρχές αλλά και να συμφωνούν με τη νομολογία των δικαστηρίων. Οι αρμοδιότητες όμως ελέγχου που σχετίζονται άμεσα με τις εκλογές και που διαθέτει τόσο το Α.Ε.Δ. όσο και ο Άρειος Πάγος αντιβαίνουν ως ένα βαθμό στην κυρίαρχη θέση της λαϊκής βούλησης, που εκφράζεται με τις εκλογές και υπό προϋποθέσεις δύναται να ανατραπεί από μία δικαστική απόφαση. Η φαλκίδευση της λαϊκής βούλησης, μέσω των καλπονοθευτικών χαρακτηριστικών των εκλογικών νόμων, η αδυναμία επίτευξης ισορροπημένης αντιστοίχισης μεταξύ των επιλογών των ψηφοφόρων και των εκλεγμένων βουλευτών καθώς και η αναγκαιότητα εκλογής σταθερών κυβερνήσεων καθιστά απαραίτητη τη δημιουργία ενός νέου εκλογικού συστήματος, που θα ενισχύει το ρόλο του κυρίαρχου Λαού και θα εκφράζει με δίκαιο τρόπο το εκλογικό αποτέλεσμα. Για την επίτευξη των παραπάνω, απαιτούνται βαθιές τομές στη λειτουργία του κράτους αλλά κυρίως η αλλαγή παγιωμένων αναχρονιστικών νοοτροπιών που εκπηγάζουν από την αντίληψη ότι το εκλογικό σύστημα πρέπει πρωτίστως να διαμορφώνει το πολιτικό σύστημα και δευτερευόντως να διαμορφώνεται από αυτό.
Download PDF
View in repository
Browse all collections