Το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου: νομοθετικές εγγυήσεις, τρόποι προσβολής και μέσα προστασίας

Κερχανατζίδου, Αναστασία Β.

2021

Το ποινικό δικονομικό δίκαιο καλείται να προστατεύσει δύο αντιτιθέμενες μεταξύ τους ανάγκες: την προστασία της κοινωνίας από το έγκλημα και την προστασία του κατηγορουμένου από μια τυχόν ασύστατη κατηγορία. Περαιτέρω, σκοπός της ποινικής δίκης είναι η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας, δηλαδή η ανακάλυψη των αληθινών δραστών των αληθινών τελούμενων εγκλημάτων. Ωστόσο, η αναζήτηση αυτής της αλήθειας δεν διενεργείται χωρίς περιορισμούς, αλλά υπόκειται στην πιστή τήρηση των ουσιαστικών και δικονομικών τύπων οι οποίοι θεσπίστηκαν για την προστασία του κατηγορουμένου ο οποίος βρίσκεται στην πλέον δυσμενή θέση και καλείται να αντιμετωπίσει κατά πρώτον το βαρύ οπλοστάσιο του ποινικού μηχανισμού και κατά δεύτερον τον ενδεχόμενο δημόσιο διασυρμό του. Για το λόγο αυτό, το προβάδισμα δίνεται στην προστασία του κατηγορουμένου του οποίου η ενοχή ή αθωότητα δεν έχει εισέτι κριθεί, καθώς παράγοντες όπως η δικαστική πλάνη, η ψευδής καταμήνυση κ.α. μπορούν να παρασύρουν ένα πρόσωπο στο δίχτυ της δικαιοσύνης, ανεξάρτητα από την τελική κατάληξη της δίκης. Συνεπεία της ουσίας του τεκμηρίου αυτού συνάγεται ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι κατά βάση η ενοχή του κατηγορουμένου, καθόσον η αθωότητά του τεκμαίρεται. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει την αθωότητά του. Για το σκοπό αυτό, της προστασίας των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου ή υπόπτου θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, η οποία κατοχυρώνει το τεκμήριο αθωότητας μια από τις βασικές δικλείδες ασφαλείας για τον κατηγορούμενο στο σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Πρόσφατα, με σκοπό την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/343 ΕΕ, τυποποιήθηκε το τεκμήριο αθωότητας, επί της ουσίας για πρώτη φορά στον ΚΠΔ, όπου μετά την αντικατάσταση του ΚΠΔ με το Ν. 4620/2019 εντάχθηκε στο άρθρο 71 ΚΠΔ. Έτσι, ο ύποπτος ή κατηγορούμενος τεκμαίρεται ως αθώος μέχρι την κατά νόμο απόδειξη της ενοχής του. Ως εκ τούτου, ουδείς τρίτος δικαιούται να προδικάζει το πρόσωπο σε βάρος του οποίου κινήθηκε ο ποινικός μηχανισμός. Προς τούτο άλλωστε απαγορεύεται και η δημοσιότητα όλων των ανακριτικών πράξεων της προδικασίας. Ωστόσο, τον τελευταίο καιρό ισχύει εν τοις πράγμασι ένα νέο καθεστώς τηλεοπτικής δημοσιότητας, με αυτόκλητους δημοσιογράφους - τηλεανακριτές, πράγμα που καταλύει και την αρχή της μυστικότητας της ανάκρισης, αλλά και το τεκμήριο αθωότητας κάθε κατηγορουμένου. Το πολύπαθο τεκμήριο της αθωότητας, κατοχυρωμένο από την ΕΣΔΑ, το ΔΣΑΠΔ, τον ΚΧΘΔΕΕ αλλά και από τα Συντάγματα ή νόμους πλειόνων πολιτισμένων κρατών του κόσμου, επί της ουσίας ρίπτεται στον κάλαθο των αχρήστων. Γιατί η τηλεοπτική καταδίκη, όπου ο ύποπτος ή κατηγορούμενος φέρεται ως ένοχος ο εξευτελισμός μπροστά στα μάτια χιλιάδων τηλεθεατών, η «λαϊκή» δημοσιότητα, είναι σίγουρο ότι εξοντώνει τον οποιοδήποτε κατηγορούμενο ή ύποπτο διάπραξης οποιουδήποτε εγκλήματος πριν από τη δίκη του ενώπιον του θεσμοθετημένου δικαιοδοτικού οργάνου. Υπάρχει άραγε κανείς να αμφιβάλλει ότι υπό αυτές τις συνθήκες, μιας δεύτερης και παράλληλης τηλεοπτικής δίκης, το τεκμήριο αθωότητας έχει ήδη μετατραπεί σε τεκμήριο ενοχής του οποιουδήποτε πολίτη; Υπάρχει άραγε κανείς να αμφιβάλλει ότι αυτή η πρώιμη καταδίκη του ενώπιον ενός τηλεοπτικού δικαστηρίου αντιστρέφει το πραγματικό βάρος αποδείξεως; Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να αναδείξει τους προβληματισμούς που αναφύονται γύρω από την έννοια του τεκμηρίου αθωότητας όπως την αντιλαμβάνεται η νομολογία ΕΔΔΑ αλλά και τα εθνικά Δικαστήρια και να καταδείξει το εύρος της έννοιας καθώς και το πεδίο εφαρμογής της. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στις εγγυήσεις προστασίας του προσώπου ως φορέα του τεκμηρίου, στις έννομες συνέπειες αλλά και στα μέσα προστασίας του θιγόμενου. Καταλυτικό ρόλο στο σύνολο της μελέτης διαδραματίζει η Οδηγία 2016/343 ΕΕ και η ενσωμάτωση της στο εθνικό δίκαιο με το Ν. 4596/2019. Η μελέτη ξεκινά με εισαγωγικό σημείωμα σε αφετηριακές αναφορές και επεκτείνεται στις ιστορικές καταβολές του τεκμηρίου μέχρι την οριστική τυποποίηση με τη σημερινή μορφή, ενώ τελειώνει με τις επισημάνσεις για τη διάκριση του τεκμηρίου από συναφείς αρχές. Στο πρώτο μέρος της εργασίας επιχειρείται μια δογματική προσέγγιση και ανάλυση του περιεχομένου του τεκμηρίου αθωότητας, ενώ στο δεύτερο μέρος αναλύεται το πεδίο εφαρμογής του. Στο τρίτο μέρος πραγματοποιείται μια έρευνα αναφορικά με τις νομοθετικές εγγυήσεις για την προστασία του τεκμηρίου. Στο τέταρτο και πέμπτο μέρος της μελέτης εντοπίζονται και αναλύονται οι μορφές προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας και προσδιορίζονται οι έννομες συνέπειες αυτών των προσβολών καθώς και τα μέσα θεραπείας. Η εργασία τελειούται με τον επίλογο στον οποίο εντοπίζονται τα βασικά συμπεράσματα της εργασίας.

Download PDF

View in repository

Browse all collections