Συμβάσεις εμπορικής διαμεσολάβησης (εμπορική αντιπροσωπεία-διανομή- δικαιόχρηση): θεσμικό πλαίσιο και νομολογιακή επισκόπηση της ενωσιακής και εθνικής έννομης τάξης

Σιάρκου, Μαργαρίτα Ν.

2016

H ανάγκη επιχειρηματικής επέκτασης καλύφθηκε από διαμεσολαβητικά πρόσωπα, δηλαδή άλλους επιχειρηματίες που χρησιμοποιεί ο έμπορος ως τρίτους ανεξάρτητους συνεργάτες. Είναι εμφανές ότι για να λειτουργήσει ένα τέτοιο σύστημα δικτύων, με ορθό τρόπο, θα πρέπει να περιορισθούν οι διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να δημιουργηθούν ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού εντός της ενοποιημένης ενωσιακής αγοράς. Η ενωσιακή νομοθεσία, από τη μια πλευρά, έχει επιχειρήσει να δημιουργήσει κάποια μοντέλα νομοθετικής ρύθμισης των εν λόγω ζητημάτων και η εθνική νομοθεσία να τα ενσωματώσει. Η πρακτική, από την άλλη πλευρά, έχει, επίσης, επιδράσει, σε μεγάλο βαθμό στη διαμόρφωση των σχέσεων μεταξύ των ανωτέρω προσώπων, όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια, προκειμένου να διαπιστωθεί ποιοί είναι τελικά οι συσχετισμοί που έχουν διαμορφωθεί. Οι βασικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των εν λόγω σχέσεων συνεργασίας έγκεινται στο κατά πόσο είναι περισσότερο ή λιγότερο ισχυροί οι δεσμοί της συνεργασίας των συμβαλλομένων μερών. Ο διανομέας δραστηριοποιείται ως ανεξάρτητος επιχειρηματίας, καθ` ότι αναλαμβάνει ο ίδιος το επιχειρηματικό ρίσκο, συμβάλλεται στο όνομά του και για δικό του λογαριασμό. Ομοίως πράττει και ο δικαιοδόχος, ακολουθώντας, ωστόσο, τις κατευθυντήριες οδηγίες του δικτύου franchising στο οποίο έχει ενταχθεί. Αντίθετα, ο εμπορικός αντιπρόσωπος συνάπτει συμβάσεις για λογαριασμό του εμπόρου και αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση των υποθέσεών του έναντι του συμφωνηθέντος ανταλλάγματος. Μετά τη με οποιοδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και εν γένει των συμβάσεων διανομής παύει να υφίσταται η υποχρέωση μη ανταγωνισμού. Ο πρώην αντιπρόσωπος είναι ελεύθερος πλέον να αναλάβει την αντιπροσώπευση οποιασδήποτε επιχείρησης ακόμη και ανταγωνιστικής, ή να αναπτύξει ατομική εμπορική δραστηριότητα. Θεωρείται ως αναγκαίο μέσο για την εξισορρόπηση αντιτιθέμενων συμφερόντων, ώστε από τη μια πλευρά να τύχει προστασίας το δικαιολογημένο συμφέρον του αντιπροσωπευόμενου και από την άλλη πλευρά να μην γίνει εκμετάλλευση της ασθενούς διαπραγματευτικής θέσης του εμπορικού αντιπροσώπου. Ο δικαιολογητικός λόγος της πρόβλεψης της αποζημίωσης πελατείας έγκειται στο εξής: Με τη λήξη της σύμβασης αντιπροσωπείας, η ισορροπία μεταξύ της προσφερόμενης από τον αντιπρόσωπο δραστηριότητας και της αντίστοιχης προμήθειας που αναμένει αυτός ως αντιπαροχή από τη διεύρυνση του κύκλου εργασιών του εμπόρου, διαταράσσεται. Η σύγχρονη δε τάση του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού, φαίνεται να απαγορεύει τις ρήτρες αυτές, επιδρώντας και στη διαμόρφωση του περιεχομένου των συμβάσεων της διαμεσολάβησης. Ως προς τις ρήτρες διαιτησίας, στις συμβάσεις εμπορικής διαμεσολάβησης, τα συμβαλλόμενα μέρη είναι καταρχήν ελεύθερα να επιλέξουν το κράτος μέλος εκείνο, του οποίου τα δικαστήρια θα έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία επί όλων των διαφορών, οι οποίες ενδέχεται να ανακύψουν από τη συμβατική τους σχέση. Πρόκειται για τη λεγόμενη ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας (prorogation of jurisdiction), η οποία αποτελεί έκφανση της αρχής της αυτονομίας της βούλησης των συμβαλλομένων μερών (autonomy of the parties). Σε αντίθεση με το ενιαίο ρυθμιστικό πλαίσιο της ενσωματωθείσας κοινοτικής Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ για τις συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας, η νομική αντιμετώπιση των συμβάσεων διανομής και δικαιόχρησης εμφανίζει σημαντικές και ουσιώδεις διαφοροποιήσεις μεταξύ των κρατών μελών, καθ` ότι ένα μικρό μέρος αυτών θέσπισε, εν όψει της οικονομικής και συναλλακτικής εξάρτησης του εμπορικού διαμεσολαβητή, ένα ειδικότερο πλέγμα κανονιστικών ρυθμίσεων, προκειμένου να ενισχυθεί η διαφάνεια των εμπορικών συναλλαγών και η ασφάλεια δικαίου. Η συμφωνία επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου προκαθορίζει μια σειρά από κρίσιμα νομικά ζητήματα, που αφορούν και επηρεάζουν ενδεχόμενες μελλοντικές διενέξεις και τα οικονομικά δεδομένα των συμβαλλομένων μερών, σε συνδυασμό με το πλεονέκτημα της δημιουργίας μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου. Με βάση τη γενική αρχή της αυτονομίας της βουλήσεως, οι διάδικοι προβαίνοντας σε κατάρτιση αμοιβαίας συμφωνίας εκφράζουν και τη βούληση τους να προβαίνουν στον καθορισμό του συγκεκριμένου κατά τόπο αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, αναφερόμενοι στους προσιτούς κανόνες του δικονομικού δικαίου της αλλοδαπής πολιτείας και η συμφωνία τους αυτή είναι έγκυρη, εκτός αν συντρέχουν λόγοι νόμιμης προσβολής της. Η διάδοση των συμβάσεων διανομής οφείλεται στην εντατική προσπάθεια των εμπορικών επιχειρήσεων να τελειοποιηθούν, να υπερέχουν στον τομέα της διαφήμισης και προπαντός να καθιερωθούν τα προϊόντα και οι υπηρεσίες τους τόσο στην τοπική όσο και στην διεθνή πλέον αγορά. Αυτό σημαίνει ότι σε συγχρονική βάση με την εκμηδένιση των αποστάσεων και την ολοένα ευρύτερη χρήση του διαδικτύου, όπου οι διεθνείς συναλλαγές είναι μια πραγματικότητα, τα δίκτυα διανομής, λαμβανομένης βέβαια υπόψη της πολυπλοκότητάς τους, έχουν αναδειχθεί σε ένα από τα πιο πολύτιμα και ευέλικτα εργαλεία της εμπορικής πρακτικής.

Download PDF

View in repository

Browse all collections