Δημόσιοι θεσμοί στο Φράγκικο Πριγκηπάτο του Μωρέως
Αποστολοπούλου, Μαρία Δ.
2013
Η παρουσία των Φράγκων στον ελλαδικό χώρο και η επίδραση που άσκησαν κατά τον χρόνο παραμονής τους σε αυτόν αποτελούσε ανέκαθεν ένα πεδίο μελέτης και έρευνας, τόσο από ιστορική, όσο και από κοινωνιολογική, οικονομική και πολιτιστική άποψη. Το γεγονός δε ότι η περίοδος αυτή (1204-1432 μΧ) αποτελεί ένα λιγότερο δημοφιλές και γνωστό κομμάτι της ιστορίας του τόπου στον μέσο αναγνώστη, θέλγει περισσότερο τον επίδοξο μελετητή που θα θελήσει να καταπιαστεί μαζί του. Στην προσπάθειά του βέβαια αυτή είναι αναμενόμενο να ενασχοληθεί με ένα πιο περιορισμένο γεωγραφικά δείγμα του ελληνικού κόσμου της εποχής, όσο και πιο ενδεικτικό, το οποίο θα συγκεντρώνει τις περισσότερες πηγές και αναφορές προς επεξεργασία. Δεν θα μπορούσε, επομένως, να επιλεγεί άλλη πιο χαρακτηριστική περιοχή από το Πριγκηπάτο του Μωρέως, η σημασία του οποίου υπήρξε καθοριστική τόσο επί βυζαντινής κυριαρχίας, όσο και για τα χρόνια που ακολούθησαν. Η παρούσα μελέτη, ωστόσο, επιδιώκει κάτι εντελώς διαφορετικό: επικεντρώνεται στην ανάδειξη των δημόσιων θεσμών που ιδρύθηκαν και αναπτύχθηκαν στην περιοχή, ως αποτέλεσμα της παρουσίας και κυριαρχίας των Φράγκων κατά την ως άνω περίοδο. Περεταίρω, έχει ως στόχο της να καταδείξει τον βαθμό επίδρασης των θεσμών αυτών στην καθημερινή ζωή των γηγενών πληθυσμών, αλλά και τον αναπόφευκτο εκατέρωθεν επηρεασμό Ελλήνων και Φράγκων της περιοχής. Σε ποιο βαθμό όμως είναι κάτι τέτοιο εφικτό; Με μια πρώτη ματιά, το εγχείρημα δεν φαντάζει ιδιαίτερα απαιτητικό. Όπως προελέχθη, οι ιστορικές αναφορές της εποχής είναι ποικίλες και το Πριγκηπάτο του Μωρέως, το οποίο αποτέλεσε και το δείγμα της παρούσας μελέτης, φέρει, λόγω της σπουδαιότητας του, αξιόλογο επιστημονικό υλικό. Για την ανάπτυξη όμως και την έρευνα των δημόσιων θεσμών που ανέδειξε και εγκαθίδρυσε η φραγκική κυριαρχία στην περιοχή, η έρευνα δεν αποδεικνύεται απλή περίπτωση. Οι πηγές ως προς το θέμα αυτό είναι διάσπαρτες, ενώ οι συγγραφείς που έχουν ήδη καταπιαστεί με το θέμα αυτό είναι συγκεκριμένοι, πλην περιορισμένοι. Κυριότερη πηγή άντλησης πληροφοριών αποτελούν οι Ασσίζες της Ρωμανίας, ένα κωδικοποιηθέν κείμενο διατάξεων, των οποίων η επεξεργασία και μελέτη συμβάλλει στην διεξαγωγή συμπερασμάτων. Το κείμενο αυτό περιλαμβάνεται σε μια αξιοπρεπή μορφή στο έργο του P. Topping, Studies on Latin Greece A.D. 1205 – 1715 (London, Variorum Reprints 1977), πράγμα που σημαίνει πως έπρεπε να γίνει μια προσεκτική απόδοσή του στην ελληνική γλώσσα. Σε ένα δεύτερο στάδιο, έπρεπε να προχωρήσουμε σε μια ενδεικτική «συστηματοποίηση» των Ασσιζών, έτσι ώστε να αντιστοιχεί στα σημερινά πεδία δικαίου, με στόχο την διευκόλυνση του αναγνώστη. Σε καμία περίπτωση πάντως η συστηματοποίηση αυτή δεν μπορεί να κριθεί ως απόλυτη ή αναμφισβήτητα ορθή – κάτι τέτοιο, άλλωστε, ξεπερνά τις προσδοκίες της παρούσας έρευνας και τις ικανότητες της ερευνήτριας. Η ιδιομορφία του θέματος, η πρωτοτυπία του και η συνακόλουθη πρόκληση που παρουσίασε ως εγχείρημα, βάσει των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, αποτέλεσαν τους βασικότερους λόγους ως προς την επιλογή του για την εκπόνηση της συγκεκριμένης εργασίας. Καίριας και καθοριστικής σημασίας υπήρξε βεβαίως και η προτροπή του επιβλέποντος καθηγητή κ. Σ. Περεντίδη, του οποίου η συμβολή και καθοδήγηση υπήρξαν πολύτιμα και καίρια εργαλεία για την ολοκλήρωση της παρούσας. Στην εν λόγω μελέτη γίνεται αρχικά μια σύντομη αναφορά του ιστορικού πλαισίου της εποχής εκείνης, τόσο στον ευρωπαϊκό, όσο και στον ελλαδικό χώρο, προκειμένου ο αναγνώστης να κατανοήσει ποιες ήταν εκείνες οι συνθήκες που οδήγησαν στην ανάπτυξη των θεσμών που αναλύονται παρακάτω. Εν συνεχεία αναλύεται ο θεσμός της φεουδαρχία εν γένει, ενώ παράλληλα γίνεται αναφορά των περιφερειακών θεσμών που τον συνοδεύουν: auxilium, consilium, beneficium, όρκος, κοινωνική διαστρωμάτωση, είναι μερικές μόνο από τις ενδεικτικές έννοιες που συναντά κανείς στα πλαίσια του θεσμού αυτού. Εν συνεχεία, μετατοπιζόμαστε στην περιοχή της Πελοποννήσου και συγκεκριμένα στο Πριγκηπάτο του Μωρέως, το οποίο αποτελεί και τον βασικό τόπο μελέτης μας. Εκεί λοιπόν, αναλύεται ο θεσμός της φεουδαρχίας, όπως αυτός εμφανίστηκε και ευδοκίμησε στην συγκεκριμένη περιοχή, καθώς και οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής. Στην επόμενη ενότητα συναντάμε το έργο του P. Topping, Studies on Latin Greece A.D. 1205 – 1715 (London, Variorum Reprints 1977) και τις περίφημες Ασσίζες της Ρωμανίας, στην ανάλυση των οποίων βασίζεται και το κυρίως μέρος της μελέτης μας και αποτελεί πολύτιμο σύμμαχο μας για την κατανόηση των δημοσίων θεσμών της εποχής εκείνης, αλλά και για τον βαθμό αφομοίωσής τους από την τοπική κοινωνία. Το κωδικοποιηθέν αυτό υλικό διαιρείται σε υποενότητες και εξετάζεται όχι αριθμητικά, στην μορφή που είναι καταγεγραμμένο, αλλά θεματικά, βάσει των τομέων που «άπτεται – επιλύει». Έτσι λοιπόν, σε ένα πρώτο στάδιο, εξετάζεται η σύμβαση υποτέλειας, άλλως το γνωστόν «ομάτζιο», ανάμεσα στον υποτελή και τον κύριό του, η οποία αποτελεί και τον ακρογωνιαίο λίθο των φεουδαρχικών κοινωνιών και εγκαινιάζει μια νέας μορφής σχέση στο λατινοκρατούμενο Πριγκηπάτο του Μωρέως. Η σύμβαση υποτέλειας ως θεσμός, αποτελούσε την «καρδιά» του κοινωνικοοικονομικού συστήματος, καθώς βλέπουμε να διέπει τις σχέσεις των υποτελών και των κυρίων τους σε διάφορες εκφάνσεις της προσωπικής και περιουσιακής υπόστασής τους. Ακριβώς αυτού του είδους οι σχέσεις απαντώνται στην συνέχεια, όπου γίνεται αναφορά των ρυθμιζόμενων σχέσεων τόσο μεν προσωπικής φύσεως (άπτονται δηλαδή του σημερινού Οικογενειακού Δικαίου), όπως ο γάμος, η κηδεμονία και η ανηλικότητα, όσο δε και οι σχέσεις εκείνες που ρυθμίζουν περιουσιακής φύσεως δικαιώματα. Στο στάδιο αυτό κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζει το λεγόμενο - με τα σημερινά δεδομένα - Κληρονομικό Δίκαιο, το οποίο περιλαμβάνει διαχρονικούς θεσμούς όπως η διαθήκη, αλλά και τα κληρονομικά δικαιώματα των περισσότερο ευπαθών ομάδων της εποχής εκείνης, δηλαδή της γυναίκας και του τέκνου. Περαιτέρω, στα πλαίσια των περιουσιακών σχέσεων, γίνεται εκτενής αναφορά και στον θεσμό της παραχώρησης του φέουδου, έναν από τις σημαντικότερους και ίσως πολυπλοκότερους θεσμούς που απαντώνται στην συγκεκριμένη μελέτη. Παρακάτω θα γίνει αναφορά στις ενοχικής φύσεως σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των πληθυσμών, με ιδιαίτερη μνεία στους θεσμούς της πώλησης και της δωρεάς. Ολοκληρώνοντας τον λεγόμενο κύκλο των περιουσιακής – οικονομικής φύσεως θεσμών, μελετώνται τα θέματα που άπτονται του λεγόμενου Εμπραγμάτου Δικαίου, όπου ο αναγνώστης απαντά τους θεσμούς της κατοχής και της κυριότητας, καθώς και της διεκδίκησης της φεουδαλικής γης. Μια σύντομη αναφορά γίνεται και στο ποινικό δίκαιο της εποχής, η οποία περιορίζεται στην απαρίθμηση ενδεικτικών εγκλημάτων (ανθρωποκτονία, βιαιοπραγίες) και στην προβλεπόμενη ποινή και αντιμετώπισή τους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ακολουθούμενο κεφάλαιο, το οποίο μνημονεύει το δικαιοδοτικό σύστημα της εποχής. Στο κεφάλαιο αυτό εμπεριέχεται μια εκτενής αναφορά στην διάρθρωση και λειτουργία των δικαστηρίων, με ιδιαίτερη έμφαση να δίδεται στον πρωτοποριακό για την εποχή θεσμό της εφέσεως, αλλά και στον τρόπο διεξαγωγής της δίκης και της ακροαματικής διαδικασίας. Επιπλέον, γίνεται λόγος για την δικαιϊκή αντιμετώπιση των υποτελών και των λιζίων, η οποία ποικίλλει ανάλογα με την καταγωγή και την εθνικότητά τους, αλλά και στον τρόπο επίλυσης των διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ των κοινωνικών αυτών ομάδων. Σημαντικό μέρος της εργασίας έχει αφιερωθεί στην μελέτη της άρχουσας τάξης της εποχής και δη στη μελέτη των λιζίων, των οποίων οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα απέναντι στους υποτελείς τους αναφέρονται εκτενώς προς διευκόλυνση του αναγνώστη στην διεξαγωγή συμπερασμάτων, σχετικά με τον τρόπο διακυβέρνησης της εποχής. Εν συνεχεία, γίνεται μια σύντομη αναφορά στις υπόλοιπες πηγές δικαίου, στις οποίες μπορεί να ανατρέξει ο αναγνώστης, προκειμένου να αντλήσει περισσότερες πληροφορίες, η έκταση των οποίων όμως κρίνεται ως αρκετά πιο περιορισμένη σε σχέση με αυτή των Ασσιζών. Στο σημείο αυτό θεωρήθηκε σκόπιμο να δοθεί μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα σχετικά με το κοινωνικό πλέγμα της εποχής εκείνης, με την μερική αναφορά στις διάφορες τάξεις της εποχής εκείνης: φεουδάρχες, λιζίοι, υποτελείς, αγρότες, αστοί, αξιωματούχοι αλλά και κληρικοί, συνθέτουν ένα ιδιόμορφο κοινωνικό μωσαϊκό και συμβάλλουν στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών που επικρατούν και, σε ένα δεύτερο στάδιο, στην δυνατότητα αφομοίωσης των προαναφερόμενων θεσμών από την εν λόγω κοινωνία. Τέλος, ειδική μνεία γίνεται στις σχέσεις Ελλήνων και Φράγκων και τον βαθμό ενσωμάτωσης του λατινικού στοιχείου στην ελληνική τοπική πραγματικότητα. Αυτό το τελευταίο είναι ίσως και εκείνο που προκαλεί την μεγαλύτερη εντύπωση και το σημείο εκείνο στο οποίο στέκεται τελικά ο αναγνώστης: στο ότι οι Λατίνοι κατόρθωσαν να μεταφέρουν το δυτικό φεουδαρχικό σύστημα στην κατακτημένη Πελοπόννησο, χωρίς όμως να αγνοήσουν την προϋπάρχουσα βυζαντινή υποδομή. Οι δυτικοί ηγεμόνες της εποχής τείνουν να ευνοούν τους έμπιστους υπηκόους τους και αποφεύγουν να έλθουν σε διένεξη με τους ντόπιους, των οποίων τα ήθη και τις δογματικές διαφορές σέβονται, μεριμνούν παράλληλα, ωστόσο, για την σταδιακή ενσωμάτωσή τους. Πολλοί από τους εισαγόμενους θεσμούς εξελίσσουν τους ήδη υπάρχοντες (π.χ. ρύθμιση οικογενειακών, περιουσιακών και κληρονομικών σχέσεων), ενώ άλλοι εισάγουν νέα στοιχεία στην ελληνική πραγματικότητα (έφεση, παραχώρηση). Η γοητεία που ασκεί εντέλει το εν λόγω εγχείρημα και η αποκόμιση πολύτιμων και σπάνιων γνώσεων, των οποίων η συλλογή θα ήταν σε κάθε άλλη περίπτωση απίθανη, αποτέλεσαν τα ισχυρότερα κίνητρα για την επιλογή και την ολοκλήρωση της παρούσας μελέτης.
Download PDF
View in repository
Browse all collections