Ο έλεγχος των εξωτερικών συνόρων και μεταναστευτική πολιτική τηςΕυρωπαϊκής Ένωσης: το παράδειγμα του οργανισμού FRONTEX

Μπριάστικα, Αρχοντία Ι.

2016

Η δημόσια συζήτηση για την παράνομη μετανάστευση προς την Ευρώπη κυριαρχείται από τις εικόνες μικρών σκαφών γεμάτα με πρόσφυγες και μετανάστες που διασχίζουν τη θάλασσα για να φθάσουν στις ακτές της Ευρώπης. Αυτή η συζήτηση χρονολογείται από τη δεκαετία του 1990 και έγινε το κεντρικό στοιχείο στη συζήτηση σχετικά με την ευρωπαϊκή πολιτική για τη μετανάστευση και τη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε. Από την έγκριση του Προγράμματος του Τάμπερε το 1999 και επέκεινα η Ε.Ε. έχει επανειλημμένως προσπαθήσει να σχηματίσει πολιτικές και μέτρα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο διέπουν την αποτελεσματική διαχείριση της κινητικότητας προς και εντός αυτής. Επιπλέον, τα γεγονότα των τελευταίων ετών έχουν εμφυσήσει ένα νέο αέρα του επείγοντος στην Ε.Ε. για τη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης. Η συνεχής ροή των παράνομων μεταναστευτικών ροών κυρίως στις νότιες ακτές της Ευρώπης έχουν εντείνει το δίλημμα που συνδέεται και ενίοτε συγκρούεται με τις πολιτικές της Ε.Ε.: ευθύνη για την προστασία της δημόσιας τάξης και ασφάλειας ή/και σεβασμός των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για την Ε.Ε. είναι σαφές ότι έχει την ηθική υποχρέωση να αποτρέψει την παράνομη μετανάστευση, αν μη τι άλλο για να τεθεί τέρμα στην απώλεια ζωών στην ανοικτή θάλασσα. Το επιχείρημα αυτό ταιριάζει απόλυτα στην κανονιστική δύναμη (normative power) που προωθεί και στον διακαιοπολιτικό της πολιτισμό στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η εικόνα των προσφύγων στην ανοικτή θάλασσα μπορεί επίσης, εν μέρει, να δικαιολογήσει τη στρατιωτικοποίηση των συνόρων και τη διεύρυνση των δραστηριοτήτων του κοινοτικοποιημένου συστήματος διαχείρισης των συνόρων. Ταυτόχρονα, επιτρέπει στην Ε.Ε. να ενεργοποιήσει τη δύναμή της για να αντιμετωπίσει τις αιτίες που προκαλούν την προσφυγική ροή και όχι τους ίδιους τους πρόσφυγες, καθώς και να ενσωματώσει την ευρωπαϊκή διαχείριση των συνόρων σε μια ευρύτερη έννοια της πολιτικής της μετανάστευσης και της ανάπτυξης, η οποία νομιμοποιεί μια βάση κοινωνικο-τεχνικής παρέμβασης στις χώρες προέλευσης και διέλευσης. Η διακυβέρνηση της Ε.Ε. απαρτίζεται από διάφορους φορείς, εργαλεία, πολιτικές και συστήματα που προσπαθούν να ελέγξουν και να ρυθμίσουν την παράτυπη είσοδο, τη διαμονή και τη νόμιμη μετανάστευση εντός των συνόρων και πέρα από τα σύνορά της. Αυτή η διαχείριση της κινητικότητας δεν είναι ούτε απολύτως επιτυχημένη, ούτε εντελώς αναποτελεσματική, όπως είναι εμφανής στην περίπτωση των νότιο-ανατολικών ευρωπαϊκών κρατών μελών, την Ιταλία, την Ισπανία και την Ελλάδα. Ο όγκος και η πολυπλοκότητα των διασυνοριακών ροών έχει αυξηθεί την τελευταία δεκαετία και αυτό με τη σειρά του έχει μεταμορφώσει τη διαχείριση της κινητικότητας από ένα επιθυμητό αποτέλεσμα σε μια αναγκαιότητα, που αποδεικνύεται μια δύσκολη πρόκληση για τα κράτη μέλη της Ε.Ε. Το κρίσιμο σημείο σήμερα στη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης είναι η δέσμευση των κρατών μελών για το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ένα πλαίσιο που έχει σχεδιαστεί και προσανατολίζεται περισσότερο προς την κατεύθυνση της ασφάλειας και της αποτροπής. Σε μια εποχή γεωπολιτικών αλλαγών και κρίσεων απαιτούνται ευέλικτες πολιτικές για την αντιμετώπιση των παράνομων αφίξεων και εξισορρόπηση μεταξύ του δικαιώματος για τη διασφάλιση των συνόρων και τον περιορισμό της εισόδου από τη μία, και της προστασίας των ατόμων που έχουν ανάγκη από την άλλη. Τα εργαλεία υπάρχουν για την Ε.Ε. ώστε αφενός, να μεταμορφωθεί σε ένα πραγματικά κοινό χώρο που διέπεται από κοινούς κανόνες, πρότυπα και διαδικασίες για τη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων και της παράνομης μετανάστευσης και αφετέρου να προσεγγίσει τους εγγύς γείτονες (χώρες προέλευσης και διέλευσης), ενισχύοντας το κράτος δικαίου εκεί, αλλά και για να δημιουργήσει αμοιβαία επωφελείς πολιτικές, ενθαρρύνοντας την ανάπτυξη και την κινητικότητα σε ένα ασφαλές και ανθρώπινο πλαίσιο.

Download PDF

View in repository

Browse all collections