Η προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ:τελευταίες εξελίξεις
Χαλκιά, Ελένη Δ.
2016
Η εξέλιξη του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου διέψευσε την αντίληψη ότι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων ουδέποτε αποτέλεσε σκοπό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πράγματι, ο αρχικά αγοραίος προσανατολισμός και ο λειτουργικά περιορισμένος χαρακτήρας των τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σε συνδυασμό με το γεγονός της ίδρυσης του Συμβουλίου της Ευρώπης και της υπογραφής της ΕΣΔΑ, καθιστούσαν περιττή κάθε αναφορά στην προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου στα ιδρυτικά τους κείμενα. Το κενό άρχισε να καλύπτεται από το Δικαστήριο, το οποίο με μια σειρά αποφάσεών του, που έχουν την αφετηρία τους στο έτος 1969, αναγνώρισε την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων ως γενική αρχή του ενωσιακού δικαίου και διέγραψε έκτοτε μία άκρως ενδιαφέρουσα νομολογιακή πορεία, εμπνεόμενο από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και τις διεθνείς συμφωνίες που αυτά έχουν συνάψει, με προεξάρχουσα την ΕΣΔΑ. Παράλληλα με τη σταδιακή επέκταση των αρμοδιοτήτων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εξελίχθηκαν και οι κανόνες του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου γύρω από το ζήτημα της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Οι διατάξεις των Συνθηκών κωδικοποίησαν την προοδευτική νομολογία του Δικαστηρίου και αναβάθμισαν το επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας, μπορεί να γίνει λόγος για τη λειτουργία ενός ολοκληρωμένου και αποτελεσματικού συστήματος προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε ενωσιακό επίπεδο, που συντίθεται από τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου, το νομικά δεσμευτικό Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και έναν πλήρη δικαιοδοτικό ελεγκτικό και ερμηνευτικό μηχανισμό που απαρτίζεται από το Δικαστήριο και τα εθνικά δικαστήρια των κρατών μελών τα οποία συντονίζονται μεταξύ τους διαμέσου του μηχανισμού της προδικαστικής παραπομπής. Το σύστημα αυτό συνυπάρχει στον ευρωπαϊκό χώρο με την έννομη τάξη που εγκαθιδρύουν, στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, η ΕΣΔΑ και ο δικαιοδοτικός της μηχανισμός. Τα δικαστήρια των δύο αυτόνομων εννόμων τάξεων έχουν επιλέξει να «συνδιαλέγονται», να σέβονται το καθένα το δικαιοδοτικό έργο του άλλου και να λαμβάνουν υπόψη τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και την αυτονομία της έννομης τάξης που το καθένα υπηρετεί. Ο νομολογιακός διάλογος των δύο δικαστηρίων, όπως έχει αναπτυχθεί μέχρι σήμερα, φαίνεται να έχει οδηγήσει σε μια σημαντικού βαθμού εναρμόνιση της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Τι γίνεται όμως με την ενότητα της προστασίας τους που αποτελεί μία από τις μείζονες προκλήσεις για την περαιτέρω προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης; Η ερμηνεία δύο διαφορετικών νομικών κειμένων από δύο διαφορετικά όργανα αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο των νομολογιακών αποκλίσεων, οι οποίες επιφέρουν ανασφάλεια δικαίου διότι δημιουργούν ένα διφορούμενο καθεστώς προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αποτελεί τροχοπέδη για τη διαμόρφωση ενός υψηλού και ομοιόμορφου επιπέδου προστασίας τους στην Ευρώπη. Η λύση στο πρόβλημα αναζητήθηκε στην προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ. Η πρώτη απόπειρα έλαβε χώρα το 1996 αλλά δεν τελεσφόρησε λόγω έλλειψης αρμοδιότητας των τότε Κοινοτήτων. Με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας και αντίστοιχα του πρωτοκόλλου αριθμ. 14 της ΕΣΔΑ, άρθηκαν τα νομικά εμπόδια και ρυθμίστηκε αμοιβαία από τις δύο έννομες τάξεις η δυνατότητα – υποχρέωση προσχώρησης της Ένωσης στην ΕΣΔΑ. Η Επιτροπή υπέβαλε το 2013 στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση γνωμοδότησης για τη συμβατότητα με τις Συνθήκες, σχεδίου συμφωνίας προσχώρησης της Ένωσης στην ΕΣΔΑ. Παρά τη θετική γνώμη της Επιτροπής, του Συμβουλίου και των κρατών μελών, το Δικαστήριο εξέδωσε τη Γνωμοδότηση 2/13 της 18ης Δεκεμβρίου 2014, δια της οποίας αποφάνθηκε κατά της προσχώρησης, με το επιχείρημα ότι στο σχέδιο συμφωνίας δεν υφίστανται οι απαραίτητες για τη διασφάλιση της αυτονομίας της ενωσιακής έννομης τάξης, δικλείδες ασφαλείας και ότι επομένως το ισχύον νομικό καθεστώς για μια τέτοιας έκτασης και συνταγματικής εμβέλειας μεταβολή, δεν είναι κατάλληλο. Τα εμπόδια που εντόπισε το Δικαστήριο, υποστηρίζεται ότι είναι δυνατό, με κατάλληλες τεχνικές προβλέψεις, να ξεπεραστούν. Η ιστορία θα κρίνει αν η στάση του Δικαστηρίου υπαγορεύτηκε από την προστασία της αυτονομίας της ενωσιακής έννομης τάξης, της οποίας το Δικαστήριο βλέπει τον εαυτό του ως προστάτη ή από την αγωνία του να μη χάσει την πρωτοκαθεδρία του στον τομέα της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Download PDF
View in repository
Browse all collections