Ο μεταπολεμικός σχεδιασμός της δυτικοευρωπαϊκής άμυνας 1946-1957: σύμφωνο των Βρυξελλών, ΝΑΤΟ, ΕΑΚ, Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση, ΕΟΚ
Κολόβης,Ευάγγελος Ι.
2018
Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1940, κυκλοφορούσαν διάφορες ιδέες για τη μορφή που θα εξελάμβανε μία ενοποιητική προσπάθεια στην Ευρώπη: ορισμένοι υποστήριζαν τη δημιουργία άμεσα ενός ενιαίου ομοσπονδιακού κράτους, ενώ άλλοι την συνομοσπονδία, την στενή δηλαδή εναρμόνιση των πολιτικών των διάφορων ανεξάρτητων δυτικοευρωπαϊκών κρατών. Τελικά η μεταπολεμική εξέλιξη της Ευρώπης βασίστηκε σε δύο αλληλένδετες διαδικασίες: αφενός στην συνδυασμένη απελευθέρωση των εθνικών ευρωπαϊκών οικονομιών και την προώθηση του εκδημοκρατισμού και αφετέρου στην «εκχώρηση» του επίμαχου ζητήματος της ασφάλειας σε θεσμούς κυριαρχούμενους από τις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ, οι πραγματικοί νικητές του πολέμου, ήταν οι νέες Μεγάλες Δυνάμεις, με προτεραιότητες εντελώς διαφορετικές. Στο σενάριο μιας σοβιετικής επικράτησης στην Κεντρική Ευρώπη, ανέκυπτε το ενδεχόμενο, αν όχι η βεβαιότητα, του σοβιετικού ελέγχου στο σύνολο της ευρασιατικής χερσαίας μάζας - και στην περίφημη «παγκόσμια νήσο» που θα καθόριζε την παγκόσμια ηγεμονία. Στον αντίποδα, για τον Στάλιν, μια αναβιωμένη Γερμανία θα αποτελούσε προφανή υποψήφιο για την επανάληψη της ναζιστικής εισβολής του 1941, αυτή τη φορά με την αρωγή της Δύσης. Με αφετηρία την ίδρυση και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) και τη θεσμοθέτηση της ευρω-ατλαντικής συνεργασίας μετά τη σύσταση του ΝΑΤΟ, εξετάζονται οι αντιλήψεις που κυριάρχησαν στις αρχικές Ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις ως προς την ζεύξη της αμυντικής, οικονομικής και πολιτικής ολοκλήρωσης. Τα τρία καίρια ζητήματα που ταλάνιζαν τότε την ενοποιητική διαδικασία, το «γερμανικό ζήτημα», η αποτελεσματική αποτροπή της σοβιετικής απειλής και η διχογνωμία ως προς τον βαθμό υπερεθνικότητας των κοινοτικών θεσμών, συνιστούν βασικές διαστάσεις της παρούσας ανάλυσης. Παράγοντες-κλειδιά για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αποτέλεσαν η αδυναμία των ευρωπαϊκών εθνικών κρατών, η ανάγκη εύρεσης λύσης στο Γερμανικό πρόβλημα και η διεθνής πολιτική κατάσταση. Η ολοσχερής ήττα της Γαλλίας από τη Γερμανία την έκαναν να συνειδητοποιήσει τις αδυναμίες της και την ανικανότητα της να την αντιμετωπίσει σε νέα σύγκρουση. Η κατεστραμμένη και διαιρεμένη Γερμανία καταλάβαινε ότι δεν είχε την δυνατότητα να επιβληθεί ένοπλα στην Ευρώπη. Η Βρετανία αν και νικήτρια δύναμη, εξήλθε από τον πόλεμο οικονομικά και πολιτικά εξουθενωμένη. Η κλιμάκωση της έντασης στη Ευρώπη, με αποκορύφωμα τον αποκλεισμό του Βερολίνου από τη Σοβιετική Ένωση το 1948, ώθησε τους Αμερικανούς να εμπλακούν ενεργά στις ευρωπαϊκές υποθέσεις. Δύο ήταν οι βασικοί λόγοι για τους οποίους οι αμερικανοί επέμεναν στην ενσωμάτωση των Γερμανών. Ο πρώτος η σημασία που απέδιδαν στην γερμανική οικονομία για την εδραίωση ενός στερεού διεθνούς οικονομικού συστήματος. Ο δεύτερος ήταν πολιτικο-αμυντικός, δηλαδή η εκτροπή στον ψυχρό πόλεμο και η διαίρεση της Ευρώπης σε ανατολή – δύση. Η διεύρυνση, αναδιοργάνωση και παγίωση του ΝΑΤΟ (1950-1954), συνδυάστηκε με την αναπροσαρμογή του ευρωπαϊκού μοντέλου ασφαλείας και άμυνας στις νέες συνθήκες. Η ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ήρθε να καλύψει το κενό που άφηνε πίσω της η καταστροφική αποτυχία του εθνικισμού. Κάλυπτε επίσης επείγουσες ανάγκες επιβίωσης σε μια Ευρώπη που κατανοούσε πλέον την έννοια του όρου αλληλεξάρτηση. Το ζητούμενο για τους αρχιτέκτονες της ευρωπαϊκής ενοποίησης ήταν να μεταβάλουν τα δεδομένα, τις βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες και προκαταλήψεις των Ευρωπαίων. Οι μακρόσυρτες διαπραγματεύσεις 1951-1954 πέρα από τις αδυναμίες που ανέδειξαν, καλλιέργησαν και τον προβληματισμό για τους δρόμους που ανοίγονταν στην ιδέα της ενοποίησης.
Download PDF
View in repository
Browse all collections