Παιδική φτώχεια: σημασία του φαινομένου, διαστάσεις, μέτρηση και εμπειρική διερεύνηση.
Πρέντι, Αντέλα Δ.
2014/02/25
Τα τελευταία χρόνια η καταπολέμηση της παιδικής φτώχειας βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων, τόσο στην ακαδημαϊκή κοινότητα, όσο και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς αποτελεί κεντρικό άξονα των πολιτικών κοινωνικής ένταξης και κοινωνικό-οικονομικής προόδου. Λόγω του γεγονότος ότι η φτώχεια και η στέρηση δεν επιτρέπουν σε εκατομμύρια παιδιά να έχουν ένα αξιόλογο βιοτικό επίπεδο, εμποδίζουν την προσωπική τους ανάπτυξη και περιορίζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα τους για μια αξιοπρεπή ζωή και ίσες ευκαιρίες στην κοινωνία που διαμένουν. Η ανάπτυξη των κατάλληλων πολιτικών που θα εξασφαλίσουν σε όλα τα παιδιά την ευκαιρία να έχουν μια καλύτερη ζωή τώρα και στο μέλλον αποτελεί ζήτημα ζωτικής σημασίας. Οι πολιτικές που θα εφαρμοστούν θα πρέπει να περιέχουν ειδικούς δείκτες και στόχους με επίκεντρο τα ίδια τα παιδιά. Σύμφωνα με όλες τις έρευνες που έχουν διεξαχθεί κατά καιρούς, οι παράγοντες που επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την παιδική ευημερία είναι η υλική στέρηση αλλά και η ελλιπής πρόσβαση σε κοινωνικές υπηρεσίες όπως η εκπαίδευση, η υγεία και η στέγαση, οι οποίοι επιτείνουν το πρόβλημα. Για αυτό το λόγο απαιτείται άμεση δράση, καθώς οι συνέπειες της απραξίας θα είναι καταστροφικές για την μελλοντική ευημερία και ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο πρώτο κεφάλαιο της παρούσας εργασίας γίνεται βιβλιογραφική ανασκόπηση, ώστε να καλυφθεί όλο το θεωρητικό πλαίσιο του φαινομένου της παιδικής φτώχειας. Γίνεται αναφορά στην ερμηνεία του φαινομένου, τις διαστάσεις, τη μέτρηση και τα μέτρα πολιτικής που έχουν υιοθετηθεί μέχρι στιγμής παγκοσμίως. Παράλληλα, παρουσιάζεται η αναζήτηση των αιτιών που την προκαλούν, η οποία είναι αναγκαία για την εξασφάλιση και την ανάπτυξη ενός ευέλικτου προγράμματος αντιμετώπισης της. Στο δεύτερο μέρος της εργασίας θα διεξαχθεί μια εμπειρική ανάλυση βασισμένη στη κατασκευή ενός μοντέλου για τους παράγοντες που επηρεάζουν τη μεταβολή του ποσοστού των υποσιτισμένων παιδιών κάτω των πέντε ετών. Τα δεδομένα προέρχονται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ) και αφορούν το ποσοστό των υποσιτισμένων παιδιών κάτω των πέντε ετών σε 26 χώρες ανάλογα με το φύλο και κατά τα έτη 1990-2010. Η στατιστική ανάλυση αυτών των δεδομένων γίνεται μέσω της γλώσσας προγραμματισμού R. Η τεχνική αυτή συμβάλλει στην ικανοποιητική ανάλυση των παραπάνω δεδομένων, με στόχο την εξαγωγή όσο το δυνατόν ορθών συμπερασμάτων σχετικά με τον προσδιορισμό των παραγόντων που επηρεάζουν το ποσοστό των υποσιτισμένων παιδιών. Το συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι το ποσοστό των υποσιτισμένων παιδιών διαφέρει σημαντικά ανάμεσα στις χώρες. Το 1990 έως το 2000 όλες οι χώρες αντιμετωπίζουν υψηλά ποσοστά υποσιτισμού, με αποκορύφωμα το 2000 αλλά μετά το 2001 παρουσιάζουν μείωση του ποσοστού των υποσιτισμένων παιδιών κάτω των πέντε ετών σχεδόν όλες τις χώρες που συμπεριλήφθηκαν στο μοντέλο, το οποίο οφείλεται στην βελτίωση των υποδομών, στην οικονομική ανάπτυξη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω των προγραμμάτων κοινωνικής και οικονομικής βοήθειας. Παρ’ όλα αυτά ο στόχος της μείωσης του ποσοστού των υποσιτισμένων παιδιών του Π.Ο.Υ στο 50% δεν έχει επιτευχθεί, για αυτό το λόγο υπάρχει άμεση ανάγκη επιτάχυνσης της προόδου για την επίτευξη του στόχου στο 50% έως το 2015, διότι η απλή εφαρμογή των σημερινών πολιτικών είναι αναποτελεσματική και δεν έχει επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Τα τελευταία χρόνια η καταπολέμηση της παιδικής φτώχειας βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων, τόσο στην ακαδημαϊκή κοινότητα, όσο και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς αποτελεί κεντρικό άξονα των πολιτικών κοινωνικής ένταξης και κοινωνικό-οικονομικής προόδου. Λόγω του γεγονότος ότι η φτώχεια και η στέρηση δεν επιτρέπουν σε εκατομμύρια παιδιά να έχουν ένα αξιόλογο βιοτικό επίπεδο, εμποδίζουν την προσωπική τους ανάπτυξη και περιορίζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα τους για μια αξιοπρεπή ζωή και ίσες ευκαιρίες στην κοινωνία που διαμένουν. Η ανάπτυξη των κατάλληλων πολιτικών που θα εξασφαλίσουν σε όλα τα παιδιά την ευκαιρία να έχουν μια καλύτερη ζωή τώρα και στο μέλλον αποτελεί ζήτημα ζωτικής σημασίας. Οι πολιτικές που θα εφαρμοστούν θα πρέπει να περιέχουν ειδικούς δείκτες και στόχους με επίκεντρο τα ίδια τα παιδιά. Σύμφωνα με όλες τις έρευνες που έχουν διεξαχθεί κατά καιρούς, οι παράγοντες που επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την παιδική ευημερία είναι η υλική στέρηση αλλά και η ελλιπής πρόσβαση σε κοινωνικές υπηρεσίες όπως η εκπαίδευση, η υγεία και η στέγαση, οι οποίοι επιτείνουν το πρόβλημα. Για αυτό το λόγο απαιτείται άμεση δράση, καθώς οι συνέπειες της απραξίας θα είναι καταστροφικές για την μελλοντική ευημερία και ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.\r\nΣτο πρώτο κεφάλαιο της παρούσας εργασίας γίνεται βιβλιογραφική ανασκόπηση, ώστε να καλυφθεί όλο το θεωρητικό πλαίσιο του φαινομένου της παιδικής φτώχειας. Γίνεται αναφορά στην ερμηνεία του φαινομένου, τις διαστάσεις, τη μέτρηση και τα μέτρα πολιτικής που έχουν υιοθετηθεί μέχρι στιγμής παγκοσμίως. Παράλληλα, παρουσιάζεται η αναζήτηση των αιτιών που την προκαλούν, η οποία είναι αναγκαία για την εξασφάλιση και την ανάπτυξη ενός ευέλικτου προγράμματος αντιμετώπισης της. Στο δεύτερο μέρος της εργασίας θα διεξαχθεί μια εμπειρική ανάλυση βασισμένη στη κατασκευή ενός μοντέλου για τους παράγοντες που επηρεάζουν τη μεταβολή του ποσοστού των υποσιτισμένων παιδιών κάτω των πέντε ετών. Τα δεδομένα προέρχονται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ) και αφορούν το ποσοστό των υποσιτισμένων παιδιών κάτω των πέντε ετών σε 26 χώρες ανάλογα με το φύλο και κατά τα έτη 1990-2010. Η στατιστική ανάλυση αυτών των δεδομένων γίνεται μέσω της γλώσσας προγραμματισμού R. Η τεχνική αυτή συμβάλλει στην ικανοποιητική ανάλυση των παραπάνω δεδομένων, με στόχο την εξαγωγή όσο το δυνατόν ορθών συμπερασμάτων σχετικά με τον προσδιορισμό των παραγόντων που επηρεάζουν το ποσοστό των υποσιτισμένων παιδιών. Το συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι το ποσοστό των υποσιτισμένων παιδιών διαφέρει σημαντικά ανάμεσα στις χώρες. Το 1990 έως το 2000 όλες οι χώρες αντιμετωπίζουν υψηλά ποσοστά υποσιτισμού, με αποκορύφωμα το 2000 αλλά μετά το 2001 παρουσιάζουν μείωση του ποσοστού των υποσιτισμένων παιδιών κάτω των πέντε ετών σχεδόν όλες τις χώρες που συμπεριλήφθηκαν στο μοντέλο, το οποίο οφείλεται στην βελτίωση των υποδομών, στην οικονομική ανάπτυξη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω των προγραμμάτων κοινωνικής και οικονομικής βοήθειας. Παρ’ όλα αυτά ο στόχος της μείωσης του ποσοστού των υποσιτισμένων παιδιών του Π.Ο.Υ στο 50% δεν έχει επιτευχθεί, για αυτό το λόγο υπάρχει άμεση ανάγκη επιτάχυνσης της προόδου για την επίτευξη του στόχου στο 50% έως το 2015, διότι η απλή εφαρμογή των σημερινών πολιτικών είναι αναποτελεσματική και δεν έχει επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα.
Download PDF
View in repository
Browse all collections