Ο χρόνος εργασίας στην οικονομική σκέψη
Μανούρας, Χρήστος Κ.
2023
Στην οικονομική σκέψη εξ αρχής της ανάπτυξης του καπιταλισμού αποτέλεσαν σημείο προβληματισμού η εργασία και το μέτρο αυτής, δηλαδή ο εργασιακός χρόνος. Οι οικονομικές επιπτώσεις που προκύπτουν από την ένταση της εργασίας και του χρόνου εκτέλεσής της αφορούν τόσο στην παραγωγικότητα των εμπορευμάτων, δηλαδή την παραγωγή κοινωνικού πλούτου, όσο και στην ποιότητα ζωής των εργαζομένων. Αφού περιγραφεί η κοινωνική οργάνωση του καπιταλισμού, έπειτα αναλύονται οι έννοιες της εργασίας, της αγοράς εργασίας, του εργασιακού χρόνου και του μηχανισμού ρύθμισής του. Ακολουθεί η παράθεση των κυριοτέρων απόψεων περί εργασιακού χρόνου στα διάφορα ρεύματα οικονομικής σκέψης. Περιγράφονται οι παραδοχές τους σχετικά με το παραγωγικό σύστημα του καπιταλισμού και τις εργασιακές σχέσεις, βάσει της μορφής του συστήματος (στάδιο) την εποχή που αναπτύχθηκαν. Επισημαίνεται η αντίληψή τους για τις οικονομικές σχέσεις, ανάλογα με το σημείο που εστιάζει η προσέγγισή τους. Αναφέρονται οι θέσεις τους για την κοινωνία, τους οργανωτικούς θεσμούς της και τη δράση του ατόμου σε αυτή. Στα παραπάνω αντιπαραβάλλονται, οι αντίστοιχες αναφορές τους στην εργασία και τον εργασιακό χρόνο. Συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά: α) στον πρώιμο εμπορικό καπιταλισμό που θεώρησε το θετικό εμπορικό ισοζύγιο ως την πηγή του εθνικού πλούτου. Θεωρούσαν ότι αν οι εργαζόμενοι εξοικονομούσαν εύκολα τα απαραίτητα για την επιβίωσή τους αγαθά εκείνοι θα μείωναν το χρόνο εργασίας τους. Γι’ αυτό δεν έπρεπε να αυξάνονται οι μισθοί. β) στη φυσιοκρατική σχολή όπου η πηγή του κοινωνικού πλούτου τοποθετείται στην παραγωγή με βάση τον αγροτικό τομέα. Δεν θεωρείται απαραίτητη η οικονομική μεγέθυνση και άρα οι εργαζόμενοι θα έπρεπε να εργάζονται τόσο όσο να εξασφαλίζουν τα απαραίτητα για την αναπαραγωγή τους. γ) την κλασική πολιτική οικονομία που πρεσβεύει πως η εργασία σε κάθε παραγωγική δραστηριότητα είναι πηγή δημιουργίας πλούτου. Αναπτύσσει την εργασιακή θεωρία της αξίας και προσεγγίζει δε τις εργασιακές σχέσεις δίνοντας έμφαση στις κοινωνικές τάξεις. Από εκπροσώπους της έγινε η πρώτη αναφορά σχετικά με την φθορά των εργαζομένων από την πολύωρη εργασία. δ) τη νεοκλασική σχολή, όπου παραβλέπεται ο ταξικός κοινωνικός διαχωρισμός και εστιάζει στη δράση του ατόμου, όσον αφορά στην οικονομική διαδικασία. Η εργασία δε δεν αποτελεί ένα ιδιαίτερο παραγωγικό συντελεστή και μετράται ποσοτικά ως εμπορεύσιμο είδος. Ενώ περιγράφει ένα οικονομικό υπόδειγμα πλήρους ανταγωνισμού επιχειρήσεων, όπου ενδιαφέρει η εργασία ως ποσότητα ανεξαρτήτου αριθμού εργαζομένων και ωρών εργασίας, διαψεύδεται από την καθημερινή πρακτική και καταθέτει τροποποιήσεις. ε) τα κεϋνσιανά και τη θεσμιστικά οικονομικά, όπου ο χρόνος εργασίας, όπως και η παραγωγικότητα, προσλαμβάνουν μια κοινωνική και πολιτική διάσταση σε ένα πλαίσιο που δεν αμφισβητεί τις οικονομικές καπιταλιστικές σχέσεις. στ) την μαρξιστική πολιτική οικονομία που επισημαίνει την ανισότητα στον ταξικό κοινωνικό διαχωρισμό και στο δίπολο εργοδότη εργαζόμενου. Θεωρεί την εργασία ως τη μοναδική πηγή του πλούτου. Αναπτύσσει την θεωρία της αξίας της αφηρημένης εργασίας και πιστεύει στην ανατροπή του καπιταλισμού. Επισημαίνει πως η άντληση υπεραξίας από την εργασία είναι ο απώτερος σκοπός των κεφαλαιοκρατών. Συμπεράσματα αναζητούνται μέσα από μια διαδικασία αξιολόγησης των αντιλήψεων των διαφόρων ρευμάτων που αφορούν στην αγορά εργασίας και σχετίζονται με τον εργασιακό χρόνο. Εκ των συμπερασμάτων διακρίνεται η σχετική ορθότητα της πολιτικής οικονομίας έναντι της νεοκλασικής επιστήμης των οικονομικών.
Download PDF
View in repository
Browse all collections