Εθνικισμός και συγκρότηση των Βαλκανικών κρατών: η περίπτωση της Βουλγαρίας από το 2ο μισό του 19ου αι. έως και τους Βαλκανικούς Πολέμους

Γάσπαρης, Αριστοφάνης Χ.

2016

Η έννοια του «έθνους» αποτελεί ένα αρκετά πολύπλοκο ζήτημα. Είναι μια ιδέα σχετικά πρόσφατη στην Ευρωπαϊκή Ιστορία και διαδόθηκε κυρίως κατά τον 18ο αιώνα. Βρήκε την έκφρασή της στους γάλλους φιλοσόφους εκείνης της εποχής και διαδόθηκε ιδιαίτερα κατά τη Γαλλική Επανάσταση στα τέλη του ίδιου αιώνα. Πρόκειται για αποτέλεσμα μακράς διαδικασίας και οι μορφές που μπορεί να λάβει ως έννοια είναι πολλαπλές. Αν επιχειρούσε κανείς να δώσει έναν ορισμό, τότε το έθνος θα ήταν μια πολύμορφη κοινωνική πραγματικότητα, που βασίζεται στην ενότητα του χώρου (υπό την έννοια μιας κοινής πατρίδας) και της πολιτικής οργάνωσης, στην ενότητα της γλώσσας και της κοινής συνείδησης, στην πολιτισμική ενότητα και την κοινή κληρονομιά, που συνδέει αφενός ένα κοινό παρελθόν, αφετέρου κοινά συμφέροντα στο παρόν και κοινές επιδιώξεις για το μέλλον. Παρά το γεγονός ότι καθένα από αυτά τα χαρακτηριστικά είναι σημαντικό και φαίνεται να διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση της εθνικής ιδέας, κανένα από αυτά ωστόσο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κατέχει απόλυτη αξία όντας από μόνο του αρκετό και απαραίτητο. Αυτό συμβαίνει διότι την ξεχωριστή ταυτότητα κάθε έθνους τη διαμορφώνει ακριβώς η σύνθεση πολλών τέτοιου είδους χαρακτηριστικών. Οι λαοί των Βαλκανίων, και κυρίως τα πιο μορφωμένα στρώματά τους, επηρεάστηκαν ιδιαίτερα κατά τον 19ο αιώνα από δύο δυτικοευρωπαϊκής προέλευσης πολιτικά δόγματα περί έθνους και εθνικισμού, τον φιλελευθερισμό, που προερχόταν από τις ιδέες του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα, και τον γερμανικό ρομαντισμό και ιστορικισμό του 19ου αιώνα. Τα ακραία εθνικιστικά δόγματα στην Ανατολική Ευρώπη, και μάλιστα στα Βαλκάνια, βρήκαν ανταπόκριση ανάμεσα σε αυτούς που είχαν περιορισμένη πρακτική διοικητική εμπειρία ή πραγματική πολιτική εξουσία. Σημαντική υπήρξε η έλξη που άσκησε ο εθνικισμός σε τμήματα του πληθυσμού, όπως φοιτητές, δάσκαλοι, συγγραφείς, που ήταν μεν μορφωμένοι, αλλά αποκλείονταν συχνά από τα υψηλά κρατικά αξιώματα.\r\nΗ Βουλγαρία είναι μια χώρα που η Ιστορία της έχει βαθιές ρίζες στους πρώιμους μεσαιωνικούς αιώνες. Υπήρξε ισχυρός αντίπαλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και μέσα από την αντιπαλότητα αυτή αναδείχθηκε ως κράτος, ένα από τα παλαιότερα των Βαλκανίων. Στην περίπτωση της Βουλγαρίας, όπως συνέβη σε γενικές γραμμές και στις υπόλοιπες περιοχές των Βαλκανίων, επέδρασε περισσότερο το δόγμα του ρομαντισμού, το οποίο εξέφραζε τη γερμανική αντίληψη περί έθνους. Αυτό πρακτικά σήμαινε τη σχεδόν ολοκληρωτική μετάθεση της έμφασης από το άτομο στη συλλογική οντότητα, το έθνος. Βασιζόμενοι στην μακρά παρουσία τους στον ίδιο πάντα χώρο, οι Βούλγαροι κατά το δεύτερο μισό του 19ου αι. προσπάθησαν να αναδείξουν όλα εκείνα τα στοιχεία που πίστευαν ότι θα τους βοηθούσαν να «ενοποιήσουν» την «κοινότητά» τους, να αφυπνίσουν το «έθνος» τους και να συγκροτήσουν το κράτος τους. Βασικοί πυλώνες στην προσπάθειά τους αυτή υπήρξαν η θρησκεία/το δόγμα και ο πολιτισμός/η γλώσσα. Στόχευσαν, λοιπόν, τόσο στην απόκτηση της δικής τους αυτόνομης Εκκλησίας, η οποία θα ταυτιζόταν με το έθνος, όσο και στην ανάδειξη της γλώσσας και των κοινών πολιτισμικών στοιχείων της «κοινότητας» μέσω της βασικής εκπαίδευσης της λαϊκής βάσης. Παρά τις αναπόφευκτες δυσκολίες σε πολιτικό κυρίως επίπεδο, το βουλγαρικό κράτος κατάφερε να αναδυθεί σταδιακά από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και την τυπική αναγνώριση της ανεξαρτησίας του το 1908.

Download PDF

View in repository

Browse all collections