Η διαμεσολάβηση ως νέα μορφή εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις
Λάμπρης, Ανδρέας Λ.
2013
Είναι ευρέως γνωστό ότι η διαμεσολάβηση είναι μια αποτελεσματική μέθοδος για την επίλυση των διαφορών. Η διαμεσολάβηση είναι συνήθως ταχύτερη και φθηνότερη από ό,τι οι συνήθεις δικαστικές διαδικασίες. Αποφεύγει την αντιπαράθεση μεταξύ των μερών, η οποία που είναι σύμφυτη με τις δικαστικές διαδικασίες και επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη να διατηρούν τις επαγγελματικές ή τις προσωπικές σχέσεις τους πέραν της διαφοράς. Η διαμεσολάβηση επιτρέπει επίσης στα μέρη να βρουν δημιουργικές λύσεις σε όποια διαφωνία τους, την οποία δεν μπορούσαν να επιλύσουν στο δικαστήριο. Τέλος, η προσφυγή στη διαμεσολάβηση βοηθά να ελευθερωθεί ο χρόνος του δικαστηρίου και να μειωθεί το κόστος της δικαιοσύνης για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις . Ο ελληνικός νόμος για τη διαμεσολάβηση "3898/2010" αφορά σε αστικές και εμπορικές διαφορές, εκτός από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, για τα οποία τα μέρη δεν έχουν εξουσία διαθέσεως βάσει του εφαρμοστέου δικαίου και αποσκοπεί στην προσαρμογή της εθνικής νομοθεσίας μας στην Οδηγία για τη διαμεσολάβηση της ΕΕ 52/2008/ΕΚ. Ο προαναφερόμενος ελληνικός νόμος ισχύει για κάθε διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές διαφορές, που λαμβάνει χώρα στην Ελλάδα, ανεξάρτητα με το αν η διαφορά είναι διασυνοριακή ή όχι. Διαφορές ιδιωτικού δικαίου μπορούν να υποβληθούν σε διαμεσολάβηση υπό την προϋπόθεση ότι τα εμπλεκόμενα μέρη μπορούν να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς και η διαφορά είναι δεκτική συμβιβασμού. Ο νόμος δεν καλύπτει, ιδίως, φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις ή την ευθύνη του κράτους για πράξεις και παραλείψεις κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας (acta iure imperii). Σύμφωνα με το Ελληνικό Δίκαιο "Η διαμεσολάβηση είναι μια δομημένη διαδικασία, κατά την οποία δύο ή περισσότερα μέρη προσπαθούν να επιλύσουν μια διαφορά σε εθελοντική βάση, με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας με τη βοήθεια ενός διαμεσολαβητή". Ο διαμεσολαβητής μπορεί να είναι ένας τρίτος, από τον οποίο ζητείται να αναλάβει διαμεσολάβηση με αποτελεσματικό και αμερόληπτο τρόπο, ανεξάρτητα από τη διαδικασία με την οποία αυτός / αυτή διορίστηκε. Επιπλέον, ο ελληνικός νόμος για τη διαμεσολάβηση αναφέρει ότι πριν από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, τα μέρη δεσμεύονται γραπτώς σε ό,τι αφορά στην υποχρέωση να τηρήσουν την εμπιστευτικότητα της διαδικασίας. Οι δηλώσεις ή οι πληροφορίες, που αποκτώνται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαμεσολάβησης δεν μπορεί στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν στο δικαστήριο, η διαμεσολάβηση έτσι θα αποβεί άκαρπη. Ως εκ τούτου, οι διαμεσολαβητές, οι διάδικοι, οι δικηγόροι τους και κάθε άλλο πρόσωπο που συμμετέχει, δεν μπορούν να εξεταστούν ως μάρτυρες σε κάθε περίπτωση άσκησης ενδίκου βοηθήματος. Επιπλέον, δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν στο δικαστήριο τι συνέβη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαμεσολάβησης, εκτός από τις περιπτώσεις που αφορούν το κοινό. Η συμφωνία που προκύπτει από τη διαδικασία διαμεσολάβησης ονομάζεται «συμφωνία επίλυσης της διαφοράς» και πρέπει να καταγράφεται στο πρακτικό που συνέταξε η ειδικός διαμεσολαβητής. Το πρακτικό υποβάλλεται εν συνεχεία στο οικείο Πρωτοδικείο. Μετά, η συμφωνία διακανονισμού καθίσταται εκτελεστός τίτλος. Σύμφωνα με την Ελληνική Νομοθεσία, η παρουσία των νομικών εκπροσώπων, των οποίων η κύρια ευθύνη είναι να προστατεύουν τα δικαιώματα των μερών, είναι υποχρεωτική κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαμεσολάβησης . Αυτό έρχεται σε άμεση αντίθεση με την οδηγία της ΕΕ, η οποία δεν επιβάλλει την παρουσία των δικηγόρων στη διαδικασία. Στις εθνικές διαφορές, ο διαμεσολαβητής μπορεί να είναι μόνο δικηγόρος διαπιστευμένος από την Ελληνική Επιτροπή Διαπίστευσης. Αντίθετα, επί διασυνοριακών διαφορών, σύμφωνα με την οδηγία 52/2008/EΚ, δεν είναι υποχρεωτικό για το διαμεσολαβητή να είναι δικηγόρος. Κατά την εκτέλεση αυτού του ρόλου, ο διαμεσολαβητής μπορεί να υπόκειται σε κανονισμούς ή στο δικαστήριο με βάση κώδικες δεοντολογίας. Οι διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας επικεντρώθηκαν κυρίως στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των συμφερόντων των μερών στη διαμεσολάβηση χάρη σε πέντε κύριες κατευθύνσεις: Από την άποψη του ευρέος φάσματος της εμπιστευτικότητας, των προθεσμιών παραγραφής, της λήψης μέτρων για τη διασφάλιση της ποιότητας του διαμεσολαβητή και της επαγγελματικής επάρκειας, της ταχείας επίτευξης συμφωνιών και του λογικού κόστους.
Download PDF
View in repository
Browse all collections