«Α.γάπη Έ.ρωτας Κ.αψούρα»: ανδρικές οπαδικές κοινότητες, πολιτικές συναισθημάτων, βίας και μνημόνευσης

Παπαμιχαήλ, Λυκούργος Ι.

2022

Η διατριβή ασχολείται με την ανδρική συναισθηματική επιτελεστικότητα των οπαδών της ποδοσφαιρικής ομάδας της Α.Ε.Κ. Θεωρητικά, εντάσσεται στις «Σπουδές Ανδρισμού» και στον πυρήνα της είναι τα Συναισθήματα και οι «Πολιτικές των Συναισθημάτων». Προβληματοποιούνται η αγάπη, ο έρωτας, η καψούρα, η πίστη, η αφοσίωση, η τρέλα, το πάθος, η χαρά, η περηφάνια, η προσκόλληση, η γοήτευση, η απο-γοήτευση, η ματαίωση, η λύπη, η θλίψη, το βάσανο, η πίκρα, η έχθρα, το μίσος, και κυρίως εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο τα συναισθήματα κυκλοφορούν ανάμεσα στους οπαδούς, συγκροτώντας μια «συναισθηματική κοινότητα». Η Α.Ε.Κ., ως Αθλητική Ένωση Κωνσταντινουπόλεως, αποτελεί προσφυγικό σωματείο και στο πέρασμα του χρόνου έγινε σύμβολο και σημείο αναφοράς των προσφύγων και προσφυγισσών που μετακινήθηκαν στον ελλαδικό χώρο μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης. Η μνήμη, τόσο ως ενεργητική διαδικασία, βρίσκεται στο επίκεντρο της κοινότητας των οπαδών, όσο ως συγκολλητικός αρμός όσο και ως πεδίο όπου λαμβάνουν χώρα πολιτικές ταυτοτήτων στο εσωτερικό της. Το καθήκον του αεκτζή να θυμάται (remember) είναι ουσιαστικά καθήκον να ανα-συγκροτεί και να ανα-συστήνει (re-member) ό,τι καταστράφηκε (dis-member). Οι αεκτζήδες, ως συν-θύματα, όσο περνούν τα χρόνια μετατρέπουν αυτή την Απώλεια σε σύνθημα τοποθετώντας την στο επί-κέντρο της ταυτότητας. Το ποδοσφαιρικό παρελθόν της ομάδας περιγράφεται και βιώνεται ως μια συνέχεια και τομή «κρίσιμων συμβάντων» από «βαθιές εικόνες», ανδρικών προσώπων (παραγόντων, αθλητών και προπονητών), αλλά και συμβάντων στις οποίες οι μνήμες και οι αφηγήσεις των οπαδών συγκροτούν ιδιαίτερες συναισθηματικές οικονομίες και συναισθηματικές προσκολλήσεις που τελικά χαρακτηρίζουν την ομάδα. Ο ρόλος της μνήμης και της «μετα-μνήμης» αναδεικνύεται ως κεντρικός. Η νοσταλγία του παλιού γηπέδου της ομάδας, οι δράσεις των οπαδών για είκοσι σχεδόν χρόνια στα ερείπιά του, αλλά και το «καινούριο γήπεδο» με το όνομα Αγια-Σοφιά, αποτελούν όλα τους πεδία όπου επιτελούνται πολιτικές μνημόνευσης οι οποίες εφάπτονται σε πολιτικές ταυτοτήτων και διαδικασιών «ελληνικότητας». Συμπληρωματικά, αναλύεται ο τρόπος που έχει γίνει η καταγραφή της ιστορία της ομάδας και η συγκρότησή της ως αρχείο. Διακρίνονται δύο διαφορετικοί τρόποι καταγραφής με διαφορετικό συναισθηματικό φορτίο και ένταση. Οι πιο παλιές καταγραφές βασίζονται σε μια συναισθηματική ένταση μεταξύ βασάνων και υπερηφάνειας και αναδεικνύουν μια αντι-μνήμη και μια μνήμη του ελάσσονος. Οι καταγραφές αυτές παραθέτουν ένα ποδοσφαιρικό παράλληλα σ’ ένα κοινωνικό υποφέρειν. Αντίθετα, οι πιο πρόσφατες καταγραφές αφήνουν το κοινωνικό και ιστορικό κομμάτι εκτός της αφήγησης, κηρύσσουν το Τέλος ενός Πένθους, ρίχνουν το βάρος σε μια συναισθηματική θετικότητα και φωτίζουν κυρίως τις μεγάλες επιτυχίες της ομάδας. Τα πεδία και οι τόποι επιτέλεσης της οπαδικής ταυτότητας (κερκίδες γηπέδων, κλαμπ οργανωμένων οπαδών, καφενεία και προποτζίδικα) αποτελούν ταυτόχρονα τα εθνογραφικά πεδία επιτέλεσης της ανδρικής ταυτότητας. Εκεί συναντάμε «θλιμμένους», «εκφραστικούς» και «κτητικούς» ανδρισμούς, αλλά και «τοξικές» και «ηγεμονικές» αρρενωπότητες. Εξετάζεται ο σεξιστικός λόγος και η οπαδική βία, αλλά και ένα παιχνίδι ορατότητας που αποτυπώνεται στους τοίχους της πόλης μέσα από γκράφιτι και συνθήματα. Παράλληλα, μια αγωνία για το ποιος θα κάνει κουμάντο στους δρόμους, τις πλατείες και τις γειτονιές. Σχολιάζεται η επιτέλεση ενός φαύλου κύκλου μνησικακίας. Οι ποδοσφαιρικοί αγώνες μετατρέπονται σε δημόσιες τελετές μνήμης μιας στερεοτυπικής, τοξικής και «δηλητηριώδους γνώσης», η οποία εκβάλλει τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια σε συγκρούσεις χωρίς όρια ή κάποιους «άγραφους κανόνες». Ο Άλλος οπαδός υποβαθμίζεται ολοκληρωτικά και καθίσταται εξαφανίσιμος και εξολοθρεύσιμος. Τέλος, η διατριβή ασχολείται με το πρόταγμα γνωστό ως «Νο politica» που προωθούν διεθνώς όλοι οι φορείς και θεσμικοί παράγοντες του ποδοσφαίρου. Οι οπαδοί της Α.Ε.Κ., προερχόμενοι από μια γενεαλογία καχυποψίας, δυσφορίας και εχθρότητας απέναντι στο ελληνικό κράτος, αλλά και μια γενεαλογία οικειοποίησης μιας ‘αριστερής’ πολιτικής ταυτότητας, θέλουν να πολιτικοποιούν τους ποδοσφαιρικούς αγώνες, ενώ και εκτός γηπέδου συμμετέχουν σε κινηματικές διαδικασίες. Oι «αδελφοποιήσεις» που έχουν πραγματοποιήσει με οπαδούς της γαλλικής Μαρσέιγ και της ιταλικής Λιβόρνο έχουν πολιτικό πρόσημο και δημιουργούν δίκτυα αντιφασιστικών και αντιρατσιστικών δράσεων.

Download PDF

View in repository

Browse all collections