Ο ρόλος της αυτοδιοίκησης α'και β' βαθμού στην χάραξη και άσκηση κοινωνικής πολιτικής στην Περιφέρεια Κρήτης στο πλαίσιο του νόμου Καποδίστριας
Σχοιναράκη-Ηλιάκη, Ευαγγελία Δ.
2014/11/24
Η διατριβή αναπτύσσεται σε πέντε κεφάλαια επί,μιας κεντρικής υπόθεσης εργασίας η οποία αναοέρεται στη συμβολή των θεσμών αυτοδιοίκησης και των μηχανισμών που αυτοί αναπτύσσουν στο πεδίο της κοινωνικής προστασίας. Εξειδικεύει την ελληνική περίπτωση ερευνώντας διεξοδικά μέσω μιας μελέτης περίπτωσης και συγκεκριμένα της περιφέρειας Κρήτης, τις δομές κοινωνικής προστασίας που λειτουργούν υπό την ευθύνη των φορέων του πρώτου και δεύτερου βαθμού αυτοδιοίκησης όπως αυτοί οριοθετούνται από τον Ν.2539/97 με τον κωδικό τίτλο Σχέδιο Καποδίστριας.\r\n\r\nΗ θεωρητική θεμελίωση του θέματος καθώς και η μελέτη περίπτωσης οργανώθηκαν γύρω από τον σύγχρονο προβληματισμό για την κοινωνική πολιτική καθώς και. το ρόλο των φορέων της αυτοδιοίκησης στη νέα διάταξη δυνάμεων στο πεδίο της κοινωνικής προστασίας. Ειδικότερα στη διατριβή αναλύονται τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής πολιτικής στη σύγχρονη Ελλάδα με έμφαση στη συμβολή της αυτοδιοίκησης στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών. Επιπλέον μέσα από τη μελέτη περίπτωσης αναδείχθηκε η δυναμική ανά βαθμίδα αυτοδιοίκησης - όπως οργανώνονταν από το «Σχέδιο Καποδίστριας»- και διατυπώθηκαν τα χαρακτηριστικά της συνάρθρωσης των πολιτικών κοινωνικής προστασίας στο τοπικό επίπεδο. Στο πρώτο κεφάλαιο αναπτύσσεται η προβληματική γύρω από την κοινωνική πολιτική του μεταπολεμικού κράτους έως τη σύγχρονη εποχή της απορύθμισης των μηχανισμών κοινωνικής προστασίας. Στο τμήμα αυτό αναφέρονται οι επιμέρους προσεγγίσεις του κράτους πρόνοιας προκειμένου να αποσαφηνισθεί το πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύσσονται οι παρεμβάσεις του κράτους στο πεδίο της πρόνοιας, της υγείας, της εργασίας και ευρύτερα των στοιχείων που συνθέτουν το περιεχόμενο της κοινωνικής ασφάλειας. Αναλύονται οι διακριτές ερμηνείες του κοινού φαινομένου των κρατικών πολιτικών και θεμελιώνεται το πλαίσιο της κοινωνικής πολιτικής του σύγχρονου κράτους στον ευρωπαϊκό χώρο. Στη συνέχεια οριοθετείται το περιβάλλον της ανάπτυξης του κράτους πρόνοιας στη μεταπολεμική Ευρώπη όπου αναγνωρίσθηκαν επιμέρους τύποι οργάνωσης της κοινωνικής προστασίας. Οι τύποι αυτοί παρουσιάζονται στη διατριβή και γίνεται εκτενής αναφορά στις επιμέρους τυπολογίες που αναπτύχθηκαν προκειμένου να κωδικοποιήσουν τις πρακτικές και τους μηχανισμούς κοινωνικής προστασίας, τις στοχεύσεις και την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας τους. Στο πλαίσιο αυτό γίνεται επαρκής αναφορά στη θέση της Ελλάδας στη συζήτηση αφού όπως επισημαίνεται και στο κείμενο, η υστέρηση ανάπτυξης μηχανισμών κοινωνικής προστασίας συχνά οδήγησε στη σχετική περιθωριοποίηση της ελληνικής περίπτωσης από την κυρίαρχη επιστημονική συζήτηση. Η αντικατάσταση των ρυθμίσεων που συγκρότησαν τα διακριτά παραδείγματα στον ευρωπαϊκό χώρο εξετάζονται ως απόρροια της εγκατάλειψης των κοινών παραδοχών του μεταπολεμικού προτύπου κοινωνικής προστασίας και της γενικευμένης απορρύθμισης ως κυρίαρχης πολιτικής επιλογής. Στο κείμενο της διατριβής διακρίνονται οι σταδιακές μεταλλάξεις των παραδοσιακών προτύπων της κοινωνικής προστασίας και ο περιορισμός του ρόλου τους στην οργάνωση των σύγχρονων κοινωνιών. Το δεύτερο κεφάλαιο αναλύει τον θεωρητικό προβληματισμό αναφορικά με τη συμμετοχή των θεσμών αυτοδιοίκησης στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής και τον τρόπο με τον οποίο οι τοπικές πολιτικές καθορίζονται από τις ευρύτερες στρατηγικές του κεντρικού κράτους. Αναφορά γίνεται στο υπερεθνικό επίπεδο με έμφαση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την ανάπτυξη τόσο οριζόντιων διακρατικών δικτύων μεταξύ των φορέων της αυτοδιοίκησης, όσο και κάθετων δικτύων μεταξύ των μηχανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των φορέων της αυτοδιοίκησης. Ειδικότερα, παρουσιάζεται ο επιστημονικός διάλογος αναφορικά με τις σχέσεις του κράτους, των τοπικών εξουσιών αλλά και της υπερεθνικής διάστασης των σχέσεων κρατών και τοπικών αυτοδιοικήσεων. Ειδική αναφορά γίνεται στην αντιπαράθεση αναφορικά με τις προοπτικές του κράτους όπως αυτές διαμορφώνονται στον σύγχρονο κόσμο κάτω από την πίεση της αυξανόμενης σημασίας των υποεθνικών θεσμών από τη μία πλευρά και των υπερεθνικών μορψιομάτων από την άλλη. Έμφαση δίνεται στη δομή της περιφερειακής οργάνωσης στον ευρωπαϊκό χώρο ως ειδικό πεδίο ανάλυσης της πολιτικής των κρατών μελών αλλά και της Ένωσης. Στο ειδικό αυτό τμήμα επεξηγείται η σημασία των περιφερειακών πολιτικών, η σχέση που έχουν αυτές με τις πολιτικές στρατηγικές επιλογές των κρατών μελών στα οποία εντάσσονται και η ανάπτυξη των προσδοκιών από τις περιφερειακές πολιτικές στην εξυπηρέτηση του στόχου της ενίσχυσης των διακρατικών σχέσεων και των πολιτικών ενοποίησης της Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό αναλυτικά προσεγγίζονται οι δυνατότητες και οι αδυναμίες της οργάνωσης περιφερειακών πολιτικών, οι δεσμεύσεις στις οποίες αυτές υπόκεινται ως αναπόσπαστα τμήματα πολιτικών που οργανώνονται στο επίπεδο του κράτους το οποίο παραμένει σημείο αναφοράς, ειδικά για τις πολιτικές κοινωνικής προστασίας. Στο τμήμα αυτό οροθετείται η έννοια της αποκέντρωσης και προσδιορίζεται η εμβέλεια των τοπικών πολιτικών στο ευρύτερο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώ ταυτόχρονα αναφορά γίνεται στους διακριτούς τύπους κρατικής οργάνωσης όπου αναδεικνύονται, μέσω της βιβλιογραφικής έρευνας, τα κοινά αποτελέσματα των αποκεντρωτικών πρακτικών και των αποκεντρωμένων λειτουργιών των ευρωπαϊκών κρατών. Ειδική αναφορά γίνεται στο φάσμα των αρμοδιοτήτων που αναλαμβάνουν οι αυτοδιοικήσεις στα διακριτά συστήματα κοινωνικής προστασίας στις χώρες της ΕΕ.\r\n\r\nΕπιπλέον ειδική αναφορά γίνεται στις χωρικά εντοπισμένες πολιτικές της Ένωσης στο πεδίο της κοινωνικής προστασίας. Στο τμήμα αυτό επισημαίνεται η κεντρική επιλογή της Ένωσης, και των κρατών μελών που την αποτελούν -όπως τονίζεται στο κείμενο- αναφορικά με το ρόλο των αυτοδιοικητικών θεσμών στο πεδίο της κοινωνικής προστασίας. Μέσω της ανάλυσης πλήθους κειμένων της ΕΕ εντοπίζεται και αναδεικνύεται η χωρική διάσταση των παρεμβάσεών της στο πεδίο της κοινωνικής προστασίας. Οι αυτοδιοικητίκοί θεσμοί φαίνεται να λειτουργούν ως κρίσιμοι διανομείς παρεμβάσεων κοινωνικής προστασίας στο τοπικό επίπεδο. Το δεύτερο κεφάλαιο υποστηρίζει τη σημασία του τοπικού επιπέδου στην οργάνωση μηχανισμών κοινωνικής προστασίας σήμερα και στο μέλλον. Παρουσιάζονται επαρκείς χαρακτηριστικές των διακριτών συστημάτων κοινωνικής προστασίας - αναφορές σε παραδείγματα ευρωπαϊκών κρατών τα οποία υποστηρίζουν την προοπτική και τις δυνατότητες της ανάπτυξης μηχανισμών κοινωνικής πολιτικής στο τοπικό επίπεδο με την ευθύνη της αυτοδιοίκησης. Στο τμήμα αυτό φωτίζεται ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά τη συμβολή των θεσμών της αυτοδιοίκησης στο πλέγμα των παρεμβάσεων κοινωνικής προστασίας και κατά συνέπεια ενισχύεται η υποστήριξη της κεντρικής υπόθεσης εργασίας της διατριβής. Η κοινωνική πολιτική ως πεδίο δράσης των αυτοδιοικητικών θεσμών στην Ελλάδα έως και την υλοποίηση του «Σχεδίου Καποδίστριας» είναι το περιεχόμενο του τρίτου κεφαλαίου στο οποίο αναλύεται διεξοδικά το πλαίσιο της παρέμβασης της αυτοδιοίκησης στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής. Τα χαρακτηριστικά των μηχανισμών κοινωνικής πολιτικής παρουσιάζονται κριτικά ενώ στο ίδιο κεφάλαιο αναλύεται ο σχετικά περιορισμένος ρόλος των φορέων της αυτοδιοίκησης στο ούτως ή άλλως αδύναμο σύστημα κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα, Στο κεφάλαιο αυτό διατυπώνεται η θέση για την συμβολή της αυτοδιοίκησης στην οργάνωση και την υλοποίηση των κεντρικών πολιτικών και ειδικά στο πεδίο της κοινωνικής προστασίας.\r\n\r\nΗ υστέρηση των μηχανισμών κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα προσεγγίζονται με στόχο να αποσαφηνισθεί ο ειδικός ρόλος των αυτοδιοικηχικών θεσμών και να καταστεί σαφές το πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύσσεται ο ρόλος τους. Το περιεχόμενο και οι κεντρικές κατευθύνσεις της κοινωνικής προστασίας -τονίζεται στη διατριβή- καθορίζεται στο επίπεδο του κεντρικού κράτους, όπως αναλύθηκε ήδη στο πρώτο κεφάλαιο. Υποστηρίζεται ότι το ιστορικό, πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον εκφράζεται και στο πεδίο των ρυθμίσεων κοινωνικής προστασίας οι οποίες παραμένουν σε υστέρηση συγκριτικά με τις αντίστοιχες των υπόλοιπων κρατών της ΕΕ. Το σύνολο των μηχανισμών κοινωνικής προστασίας δεν κατορθώνει, να λειτουργήσει εξίσου αποτελεσματικά με τα αντίστοιχα των ευρωπαϊκών κρατών. Στο πλαίσιο της δεδομένης αδυναμίας η αυτοδιοίκηση συμπλέκεται με τις πολιτικές του κράτους στο πεδίο της κοινωνικής προστασίας και αναλαμβάνει τμήμα του ρόλου του. Η συμβολή αυτή σταδιακά διευρύνεται χωρίς ωστόσο οι αυτοδιοικητικοί θεσμοί να αυτονομούνται από το ρόλο που τους ορίζεται από το κράτος.\r\n\r\nΑκολούθως, η ανάλυση αναφορικά με το ρόλο της αυτοδιοίκησης στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής εντοπίζεται στην οριοθέτηση της συμβολής της στο σύγχρονο πλαίσιο της κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα και στο δεδομένο θεσμικό πλαίσιο. Ειδικότερα, με τη διάκριση των βαθμίδων της αυτοδιοίκησης από το τρίτο κεφάλαιο προκύπτει η αδυναμία του δεύτερου βαθμού -όπως το Σχέδιο Καποδίστριας το ορίζει στο επίπεδο του νομού- να κατοχυρώσει κεντρικό ρόλο στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής στο χωρικό πεδίο ευθύνης της. Αντίθετα, για τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης φαίνεται να υπάρχει ήδη οριοθετημένος ρόλος κυρίως στο πεδίο της πρόνοιας και της κοινωνικής φροντίδας. Μέσω της βιβλιογραφικής έρευνας και ανάλυσης προκύπτει ότι για τον πρώτο βαθμό έχει ήδη διαμορφωθεί συγκεκριμένο πεδίο για την οργάνωση παρεμβάσεων ενώ αντιθέτως ο δεύτερος βαθμός αυτοδιοίκησης δεν κατόρθωσε να αποκτήσει ρόλο και χαρακτηριστικά.\r\n\r\nΣτο τρίτο κεφάλαιο δίνεται η απάντηση αναφορικά με το ρόλο της αυτοδιοίκησης στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής στην\' Ελλάδα, σύμφωνα με την οποία κάτι τέτοιο είναι εφικτό πάντοτε σε συνεργασία με τους κεντρικούς μηχανισμούς και το κράτος στο πλαίσιο της πολιτικής του στο πεδίο της κοινωνικής προστασίας. Με το τρίτο κεφάλαιο ολοκληρώνεται η θεωρητική διερεύνηση των υποθέσεων εργασίας και έχει πλέον διαμορφωθεί πλήρως το πλαίσιο εντός του οποίου αυτές θα ελεγχθούν με την έρευνα περίπτωσης. Στο τέταρτο κεφάλαιο αναπτύσσεται η εμπειρική έρευνα στην περιφέρεια της Κρήτης, η μεθοδολογία της έρευνας και τα συμπεράσματα από τη διεξαγωγή της. Λποτυπώνεται το περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιούνται οι δομές της αυτοδιοίκησης ενώ αναλύεται, ακολούθως, το υποστηρικτικό πλαίσιο για τη λειτουργία τους. Αναδεικνύονται τα χαρακτηριστικά των μηχανισμών κοινωνικής προστασίας που λειτουργούν με τη φροντίδα των φορέων της αυτοδιοίκησης προκειμένου να δομηθεί το απαραίτητο έδαφος για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων αναφορικά με το ρόλο της αυτοδιοίκησης στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής. Η εμπειρική έρευνα αποτυπώνει την κοινωνικο-οικονομική βάση της περιφέρειας της Κρήτης, τόσο κατά το παρελθόν όσο και κατά την περίοδο αναφοράς της έρευνας. Από την πληθώρα των διαθέσιμων στοιχείων επιλέγονται βασικά μεγέθη προκειμένου να περιγραφεί το πλαίσιο εντός του οποίου εκδηλώνονται οι παρεμβάσεις κοινωνικής προστασίας από τους αυτοδιοικητικούς θεσμούς της περιοχής. Το κύριο τμήμα της εμπειρικής έρευνας καταγράφει με λεπτομέρεια τα επιμέρους πεδία παρέμβασης που πηγάζουν από την αυτοδιοίκηση και οριοθετεί το περιεχόμενο της κοινωνικής πολιτικής των δήμιον και των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων της περιοχής. Αναλύεται το φάσμα και η ένταση των επιμέρους παρεμβάσεων μέσω των ερωτηματολογίων που συμπληρώθηκαν από τους φορείς της αυτοδιοίκησης. Εξετάζονται λεπτομερώς οι δυνατότητες και οι δυσκολίες της άσκησης κοινωνικής πολιτικής και. συμπεραίνονται τα όρια και η δυναμικοί των υφιστάμενων δομών. Η εμπειρική έρευνα διεισδύει σε επιμέρους χαρακτηριστικά της λειτουργίας των δομών κοινοτικής προστασίας και εστιάζει στις αδυναμίες τους καταδεικνύοντας τους περιορισμούς και τους κινδύνους στους οποίους υπόκεινται οι σχετικές παρεμβάσεις. Έμφαση δίνεται στον τρόπο με τον οποίο ιεραρχούνται προτεραιότητες και αναδεικνύονται οι χώροι παρέμβασης. Αυτό αναδεικνύει και τον ελάχιστα πρωτότυπο και μοναδικό χαρακτήρα των παρεμβάσεων οι οποίες συνδέονται άμεσα και απόλυτα με εθνικές πολιτικές και προγράμματα των οποίων την υλοποίηση αναλαμβάνουν οι φορείς αυτοδιοίκησης, χωρίς να έχουν ωστόσο τη δυνατότητα διαφοροποιήσεων και. παραλλαγών, αντίστοιχων τοπικών ιδιαιτεροτήτων και επιμέρους αναγκών.\r\n\r\nΑπό την εμπειρική έρευνα προκύπτει αβίαστα και η αναιμική παρέμβαση του δεύτερου βαθμού αυτοδιοίκησης και η πρωτοκαθεδρία του πρώτου βαθμού στην οργάνωση μηχανισμών κοινωνικής προστασίας στο τοπικό επίπεδο. Η έρευνα ανέδειξε επίσης και επιμέρους περιπτώσεις οι οποίες μπορούν να λειτουργήσουν ως επιτυχείς πρακτικές για την αξιοποίηση των τοπικών δυνάμεων και ευκαιριών για την αντιμετώπιση προβλημάτων με πρωτοβουλίες των φορέων της αυτοδιοίκησης. Στο τέταρτο κεφάλαιο της διατριβής επιβεβαιώνεται η κεντρική υπόθεση εργασίας αναφορικά με τη δυνατότητα της αυτοδιοίκησης να οργανώνει κοινωνικές υπηρεσίες οι οποίες ωστόσο έχουν σημαντικές αδυναμίες που καταλήγουν να υπονομεύουν το ρόλο τους. Η εμπειρική έρευνα βρίσκεται σε επικοινωνία με το θεωρητικό τμήμα όπως αναπτύσσεται στα προηγούμενα κεφάλαια. Τα συμπεράσματα της εμπειρικής έρευνας ταυτίζονται με τα αντίστοιχα της θεωρητικής όιερεύνησης και συμβάλλουν στην ευρύτερη συζήτηση για το ρόλο των τοπικών αρχών στην αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων στο τοπικό επίπεδο από τους φορείς της αυτοδιοίκησης. Η διατριβή ολοκληρώνεται με το πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο όπου αναπτύσσεται η σχετική επιχειρηματολογία αναφορικά με τις υποθέσεις εργασίας και τα επιμέρους ερωτήματα στα οποία αυτές αναλύθηκαν ήδη από την εισαγωγή της διατριβής. Στο τελευταίο αυτό μέρος γίνεται, η σύνδεση των απαντήσεων επί. των υποθέσεων εργασίας και καταγράφεται η εξαγωγή των τελικών συμπερασμάτων. Το τμήμα αυτό ολοκληρώνει την προσπάθεια συμβολής στον επιστημονικό διάλογο σχετικά με την άσκηση κοινωνικής πολιτικής από το σύγχρονο κράτος και την εμπλοκή αυτοδιοικητικών θεσμών. Ειδικότερα προσεγγίζεται μια ελληνική περίπτωση και αναλύεται ο ρόλος της αυτοδιοίκησης στο πλαίσιο του νόμου 2539/97 ο οποίος αποτέλεσε σταθμό στην εξέλιξη της οργάνωσης της αυτοδιοίκησης στην χώρα μας. Τα συμπεράσματα συνθέτουν μια Θέση για την αυτοδιοίκηση, τις δυνατότητες και την προοπτική της στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής. Η θέση αυτή βασίζεται σε μια εκτενή βιβλιογραφική μελέτη των πτυχών του ζητήματος, συνδυαζόμενη με την εμπειρική διερεύνηση επί μιας ελληνικής περίπτωσης.
Download PDF
View in repository
Browse all collections