Ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και χρηματοπιστωτικό σύστημα
Παπαχρήστος, Ιωάννης Π.
2013
Ένα από τα μείζονα προβλήματα που ταλανίζουν την οικονομία συνιστά ή νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες φαινόμενο που εξελίσσεται ραγδαία κατά τις τελευταίες δεκαετίες και τείνει να θέσει εν αμφιβόλω την παγκόσμια χρηματοοικονομική σταθερότητα. Το μέγεθος και η έκταση δραστηριοτήτων νομιμοποίησης εσόδων αποφέρει στο οργανωμένο έγκλημα τεράστια έσοδα ενώ συνδέεται άρρηκτα με τις εξελίξεις των σύγχρονων μεταβιομηχανικών κοινωνιών. Η απελευθέρωση των διασυνοριακών κινήσεων κεφαλαίων καθώς και η εντυπωσιακή χαλάρωση των κανονιστικών ρυθμίσεων που αφορούν τις επενδύσεις στον τραπεζικό χώρο και στην παροχή ασφαλιστικών υπηρεσιών συνιστούν βασικούς παράγοντες που συνέβαλαν καταλυτικά στην εξάπλωση των φαινομένων «ξεπλύματος βρόμικου χρήματος» σε παγκόσμια κλίμακα. Οι εγκληματικές οργανώσεις, διακινώντας τεράστια χρηματικά ποσά, αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο εντοπισμού από τις διωκτικές αρχές κατά τη διεκπεραίωση των αναγκαίων οικονομικών συναλλαγών τους. Η επιτυχής διεκπεραίωση του ξεπλύματος, ωστόσο, τους επιτρέπει να διατηρήσουν τον έλεγχο των παρανόμως κτηθέντων εσόδων και τελικά να προσδώσουν έναν μανδύα νομιμότητας στην πηγή προέλευσής τους, αποκρύπτοντας το ίχνος οιουδήποτε ενοχοποιητικού στοιχείου. Κατεξοχήν γνώριμη τακτική τους για να επιτύχουν αυτό το στόχο είναι η χρησιμοποίηση πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων, κεφαλαιαγορών και του χρηματοπιστωτικού συστήματος εν γένει. Πράγματι, οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί εν όψει του αυξανόμενου ανταγωνισμού, των συνεχώς αναπτυσσόμενων τεχνολογιών και της απόλυτης εχεμύθειας που προσφέρουν, αποτελούν το πλέον προσφιλές μέσο για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Τα πιστωτικά ιδρύματα, ιδιαίτερα έχουν καταστεί το επίκεντρο των μεθόδων ξεπλύματος χρήματος, μια εξέλιξη που εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τη φήμη τους και μάλιστα προερχόμενους από τις δραστηριότητες κάποιων πελατών τους. Η απαξία δε τέτοιων απειλών για τα πιστωτικά ιδρύματα είναι πρόδηλη, αφού το αντικείμενο τους εξαρτάται απόλυτα από τη διατήρηση της φήμης περί φερεγγυότητας, ακεραιότητας και συνέπειάς τους. Αντικείμενο της παρούσας εργασίας συνιστά, ακριβώς, η σύνδεση του χρηματοπιστωτικού συστήματος με το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος καθώς και οι ενέργειες που έχουν γίνει για την πάταξη ή έστω τον περιορισμό τέτοιου είδους φαινομένων. Στο πρώτο κεφάλαιο αναλύεται η έννοια του ξεπλύματος βρόμικου χρήματος, το προστατευόμενο έννομο αγαθό που ο νομοθέτης θέλησε να διαφυλάξει με τη θέσπιση των διατάξεων για τη νομιμοποίηση εσόδων, ενώ περιγράφονται και τα τρία διεθνώς αποδεκτά στάδια του ξεπλύματος. Στο δεύτερο κεφάλαιο εκτίθενται οι λόγοι που καθιστούν τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ευεπίφορους στη νομιμοποίηση εσόδων και αναλύονται εκτενώς οι κυριότερες μέθοδοι τις οποίες μετέρχονται οι δράστες για την πρόσδοση νομιμοφάνειας στα έσοδά τους. Ακολουθεί η παράθεση των πρωτοβουλιών που ελήφθησαν σε διεθνές επίπεδο για την αντιμετώπιση και καταστολή του φαινομένου (τρίτο κεφάλαιο) καθώς και τα μέτρα που έλαβε ο Ευρωπαίος νομοθέτης επηρεαζόμενος και συμμορφούμενος με τα διεθνή πρότυπα (τέταρτο κεφάλαιο). Στο πέμπτο κεφάλαιο αποτυπώνεται το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο στη χώρα μας, όπως αυτό διαμορφώθηκε από την ψήφιση του πρώτου νόμου για το ξέπλυμα το 1995 μέχρι τον ισχύοντα ν.3691/2008 και αναλύονται οι τροποποιήσεις που αυτός επέφερε σε σχέση με τα προγενέστερα νομοθετήματα. Έπειτα, περιγράφονται οι νέες αυξημένες υποχρεώσεις των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, όπως αυτές προκύπτουν αφενός από το ν.3691/2008, αφετέρου από τις Πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος που αποσκοπούν στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διασφάλιση της αξιοπιστίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και στη θέσπιση αυστηρότατων μέτρων ασφαλείας κατά τη διενέργεια συναλλαγών και πάσης φύσεως δραστηριοτήτων. Τέλος, στο έβδομο κεφάλαιο εξετάζονται ενδελεχώς οι αρμοδιότητες της Αρχής καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη δυνατότητά της να δεσμεύσει λογαριασμούς στους οποίους έχει διαπιστωθεί ότι βρίσκονται περιουσιακά στοιχεία που προέρχονται από εγκληματική δραστηριότητα και στη δυνατότητα συνεργασίας της με άλλους φορείς για αποτελεσματικότερη καταστολή των φαινομένων νομιμοποιήσεως εσόδων.
Download PDF
View in repository
Browse all collections