Ειδικές ανακριτικές πράξεις για την αντιμετώπιση διεθνικών εγκληματικών και τρομοκρατικών οργανώσεων: πολιτική και πράξη στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας στην ΕΕ

Αρναουτίδης, Παναγιώτης

2024/02/10

Διακηρυγμένος στόχος της ΕΕ είναι να καταστεί Χώρος Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης. Υπαρκτή απειλή για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι η δράση διεθνικών εγκληματικών και τρομοκρατικών οργανώσεων, οι οποίες εκμεταλλεύονται την άρση εσωτερικών συνόρων και ελέγχων εντός της Ένωσης για να εγκαθιδρύσουν, αναπτύξουν και διευρύνουν τις παράνομες δραστηριότητές τους. Οι σχετικές Εκθέσεις της Europol και της Eurojust, που παραθέτουν στοιχεία για τη δράση των διεθνικών εγκληματικών και τρομοκρατικών οργανώσεων, περιγράφουν το σημαντικό μέγεθος του προβλήματος σε επίπεδο ΕΕ. Μολονότι η δικαστική και αστυνομική συνεργασία αποτελεί πολιτική της Ένωσης μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, μορφές αυτής απαντούν ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, με πρωταρχικό μέλημα τη δικονομική αντιμετώπιση της δράσης των διεθνικών εγκληματικών και τρομοκρατικών οργανώσεων. Η παρούσα διατριβή εξετάζει το πώς εν προκειμένω διαπλέκεται η ουσιαστική με τη δικονομική αντιμετώπιση των οργανώσεων αυτών, πώς αναπτύσσεται διαχρονικά η πολιτική της Ένωσης στον ειδικότερο τομέα των ειδικών ανακριτικών πράξεων και πώς αυτή υλοποιείται στην πράξη σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο. Κατ΄ αρχάς αναλύεται το θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο της δικαστικής και αστυνομικής συνεργασίας στην ΕΕ. Ακολουθεί η προσέγγιση των ενωσιακών κανόνων τόσο για τον ομοιόμορφο ορισμό της έννοιας της εγκληματικής και τρομοκρατικής οργάνωσης στην ΕΕ, όπως και των εγκλημάτων που συνδέονται με αυτές, όσο και εκείνων που θέτουν την υποχρέωση στα κράτη μέλη για τη θέσπιση ειδικών ανακριτικών πράξεων. Σχετικά διερευνάται η συμμόρφωση των κρατών μελών προς τις ενωσιακές επιταγές, αλλά και οι επιπτώσεις της παρατηρούμενης πολυμορφίας των εθνικών ρυθμίσεων στην επίτευξη των οικείων σκοπών της Ένωσης. Ειδικότερα, εξετάζονται οι προϋποθέσεις διενέργειας των ειδικών ανακριτικών πράξεων, υπό το πρίσμα (και) της προστασίας των δικαιωμάτων του καθ’ ου, με επισκόπηση της σχετικής νομολογίας του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ. Περαιτέρω, βασικό αντικείμενο έρευνας αποτελεί η διενέργεια των πράξεων αυτών από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στο πλαίσιο των ενωσιακών θεσμών διασυνοριακής/διεθνικής συλλογής αποδείξεων (Κοινές Ομάδες Έρευνας, Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας) καθώς και η προς τούτο συμβολή των οργάνων δικαστικής και αστυνομικής συνεργασίας στην ΕΕ (ιδίως Europol και Eurojust, αλλά και Ευρωπαϊκή Εισαγγελία). Συναφώς αποτιμάται η αποτελεσματικότητα αυτών στην πράξη. Για τη δε θεραπεία των κενών της ενωσιακής νομοθεσίας προτείνεται η λήψη μέτρων σε ενωσιακό επίπεδο που θα συμβάλλουν -ισόρροπα- σε μια αποτελεσματικότερη διενέργεια των ειδικών ανακριτικών πράξεων στο χώρο της Ένωσης, στο παραδεκτό των δια αυτών συλλεγέντων αποδείξεων και στη διασφάλιση μιας πληρέστερης προστασίας των δικαιωμάτων του καθ’ ου. Παράλληλα, σε εθνικό επίπεδο, εξετάζονται οι ισχύοντες ποινικοδικονομικοί κανόνες διενέργειας ειδικών ανακριτικών πράξεων στο πλαίσιο της ενωσιακής δικαστικής και αστυνομικής συνεργασίας για την αντιμετώπιση διεθνικών εγκληματικών και τρομοκρατικών οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας. Σχετικά, εξετάζεται ο βαθμός και η ποιότητα ενσωμάτωσης των σχετικών ενωσιακών κανόνων στην εσωτερική μας έννομη τάξη, αναδεικνύονται οι προκλήσεις που παρατηρούνται ως προς την ομαλή συνεργασία των αρμοδίων εθνικών αρχών με τις αντίστοιχες άλλων κρατών μελών της ΕΕ και προτείνονται ενέργειες για την αντιμετώπισή τους.

Download PDF

View in repository

Browse all collections