Η αρχή της αξίας του ανθρώπου στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας αναφορικά με την οικονομική κρίση
Ρουσσέτου, Άννα Π.
2019
Η αρχή της αξίας του ανθρώπου, η οποία κατοχυρώνεται στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 Συντ., είναι μια από τις πλέον αόριστες έννοιες της έννομης τάξης μας. Το περιεχόμενό της μεταβάλλεται ανάλογα με τις εκάστοτε πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, γι’ αυτό και χρήζει συγκεκριμενοποίησης από τον εφαρμοστή του δικαίου και δη από τον δικαστή. Η οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει η Ελλάδα την τελευταία δεκαετία συνιστά μια μοναδική ευκαιρία για την ανανοηματοδότηση της έννοιας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, τόσο σε μεθοδολογικό όσο και σε εννοιολογικό επίπεδο. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να προσεγγίσει την αρχή της αξίας του ανθρώπου εντός της κρίσης, υπό το πρίσμα της κρίσης, αλλά με τρόπο που τα συμπεράσματά της να ισχύουν και πέρα από αυτή. Εννέα, σχεδόν, χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου, διαθέτουμε επαρκές νομολογιακό δείγμα για να εξετάσουμε πως διαμορφώθηκε η κρίσιμη έννοια σε καιρό κρίσης. Έτσι, ανατρέχουμε σε χαρακτηριστικές για την αξιοποίηση της αξίας του ανθρώπου αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε αυτές απορρίπτουν την προσβολή της, διαγράφοντας απλώς τα ακραία όρια της έννοιας, είτε αυτές ορίζουν με θετικό τρόπο σε τι συνίσταται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Για μια πληρέστερη εικόνα, επιχειρούμε και ορισμένες συγκριτικές παρατηρήσεις με βάση την αξιοποίηση (ή μη) της αξίας του ανθρώπου σε αποφάσεις των Συνταγματικών Δικαστηρίων της Γερμανίας και της Πορτογαλίας. Αυτό που ξεκάθαρα προκύπτει από τη νομολογία της κρίσης είναι μια διαρκής προσπάθεια του δικαστή να εξισορροπήσει αφενός την ικανοποίηση του δημόσιου συμφέροντος, που μπροστά στον κίνδυνο της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας προσέλαβε δημοσιονομικό περιεχόμενο, με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που περιορίζονται από τα «μνημονιακά» μέτρα. Σε αυτή την αναζήτηση της ισορροπίας, τις περισσότερες φορές υπερισχύει η αναγκαιότητα των νομοθετικών μέτρων για την αντιμετώπιση των έκτακτων δημοσιονομικών συνθηκών, αλλά σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο καταλήγει στη διαφύλαξη ενός ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης, ως τελευταίου καταφυγίου του φορέα των δικαιωμάτων. Το όριο αυτό κλιμακώνεται σταδιακά, ανάλογα με τη φάση της κρίσης στην οποία εντάσσεται η κάθε απόφαση, από ένα ελάχιστο, το οποίο περιορίζεται στη δυνατότητα φυσικής διατήρησης του ατόμου, σε ένα εύλογο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, το οποίο εμπλουτίζεται και με τη δυνατότητα κοινωνικής του συμμετοχής. Προκύπτει, λοιπόν, ότι αυτό που προσθέτει η νομολογία της κρίσης στην αρχή της αξίας του ανθρώπου είναι, σε μεν νοηματικό επίπεδο, η διαμόρφωση του δικαιώματος της αξιοπρεπούς διαβίωσης, σε δε μεθοδολογικό, η ανάδειξη της εξασφάλισης ενός επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης σε πυρήνα των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγχρόνως, όμως, η παρούσα εργασία αποτελεί μια συμβολή προς τρεις ακόμη κατευθύνσεις, τις οποίες προσεγγίζει μοιραία μέσα από τις νομολογιακές παρατηρήσεις: την ανάδειξη της έννοιας του δημόσιου συμφέροντος και του μετασχηματισμού του σε καιρό κρίσης, την κριτική στη θεωρία του πυρήνα των κοινωνικών δικαιωμάτων και το πως αυτός μπορεί να λειτουργήσει εγγυητικά της κανονιστικής ισχύος τους ενόψει των δημοσιονομικών συνθηκών και, τέλος, την υπαγωγή της ιδιαίτερης θέσης του Συμβουλίου της Επικρατείας σε μια περιοδολόγηση βάσει της έντασης του ελέγχου και των πορισμάτων των αποφάσεών του.
Download PDF
View in repository
Browse all collections